Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ >
Αρχεία Αρχεία Αρχεία Αρχεία
Tα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης
Εισαγωγή
-
Ιστορικό
Γένεση της Συνέλευσης
Διεξαγωγή των εργασιών
Δομή του σχεδίου
Επιτεύγματα
Οι μελλοντικές φάσεις
Την τελευταία
δεκαπενταετία
της ιστορίας της
ευρωπαϊκής οικοδόμησης
σηματοδότησε
μια σειρά αναθεωρήσεων
των ευρωπαϊκών
συνθηκών. Κάθε
μία από αυτές είχε
καταρτιστεί από
μια Διακυβερνητική
Διάσκεψη (ΔΔ) απαρτιζόμενη
από τους εκπροσώπους
των κυβερνήσεων
των κρατών μελών.
Οι δύο τελευταίες
ΔΔ που οδήγησαν
στην υπογραφή
της Συνθήκης του
¶μστερνταμ το
1997 και της Συνθήκης
της Νίκαιας το
2001, δεν έδωσαν ικανοποιητικές
απαντήσεις σε
ορισμένα θεσμικά
ζητήματα, ωστόσο
μείζονος σημασίας
προ της διεύρυνσης.
Κυρίως δε έπειτα
από τη Συνθήκη
της Νίκαιας, κατέστη
αναγκαία η επιδίωξη
θεσμικής μεταρρύθμισης
πέραν της απλής
προσαρμογής των
θεσμικών οργάνων
ενόψει της διεύρυνσης.
Για αυτόν τον
λόγο η
Συνθήκη της Νίκαιας
, που οριστικοποιήθηκε
πολιτικώς κατά
τη διάρκεια του
Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
της Νίκαιας τον
Δεκέμβριο του
2000 από τους αρχηγούς
κρατών και κυβερνήσεων,
περιελάμβανε
ήδη στη δήλωση
για το μέλλον της
Ένωσης που προσαρτήθηκε
σε αυτήν, τα υπόλοιπα
στάδια που έπρεπε
να ολοκληρωθούν
για την επίτευξη
της θεσμικής μεταρρύθμισης.
Η εν λόγω δήλωση
προβλέπει συνεπώς
την πραγματοποίηση
διεξοδικότερου
και ευρύτερου
διαλόγου για το
μέλλον της Ευρωπαϊκής
Ένωσης (ΕΕ), την
έκδοση δήλωσης
κατά τη σύνοδο
του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου στο
Λάκεν τον Δεκέμβριο
του 2001 που πρέπει
να καθορίζει τα
θέματα της συζήτησης
και τη μέθοδο που
θα ακολουθηθεί
για τη μεταρρύθμιση,
και τέλος, τη σύγκληση
νέας ΔΔ το 2004. Από
την άλλη, η εν λόγω
δήλωση της Νίκαιας
που επισυνάπτεται
στην τελική πράξη
της ΔΔ 2000 περιλαμβάνει
ήδη τέσσερα θέματα
που θα πρέπει να
εξεταστούν στα
πλαίσια της θεσμικής
μεταρρύθμισης.
Κατά τη σύνοδό του στο Λάκεν τον Δεκέμβριο του 2001, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επέλεξε τη σύγκληση Συνέλευσης ως τη μέθοδο για την επιτυχή διεξαγωγή της μεταρρύθμισης. Η επιλογή του προτύπου της Συνέλευσης σηματοδοτεί μια αλλαγή πορείας όσον αφορά τις αναθεωρήσεις των συνθηκών και εκφράζει τη βούληση να εγκαταλειφθούν οι συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών στις οποίες συμμετέχουν μόνον οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων. Η σύγκληση της εν λόγω Συνέλευσης αποτελεί θεσμική καινοτομία, παρότι η Συνέλευση που κατήρτισε τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων είχε κατά κάποιον τρόπο δημιουργήσει προηγούμενο. Αποστολή αυτού του νέου είδους οργάνου ήταν να εξασφαλίσει την προετοιμασία της επόμενης ΔΔ με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια και μεγαλύτερο εύρος, χάρη στη συμμετοχή των βασικών συμμετεχόντων στη συζήτηση: εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών και των υποψήφιων χωρών, εκπροσώπων των εθνικών κοινοβουλίων, εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και παρατηρητών από την Επιτροπή των Περιφερειών και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων.
Επιπλέον η δήλωση του Λάκεν, μέσω 60 ερωτημάτων που επικεντρώνονται στο μέλλον της Ευρώπης, καθόρισε το περιεχόμενο της συζήτησης με άξονα τέσσερα θέματα:
- καλύτερος καταμερισμός και προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων·
- απλούστευση των μέσων·
- περισσότερη δημοκρατία, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (δημοκρατική νομιμότητα και διαφάνεια των θεσμικών οργάνων, ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων, διαδικασία λήψης αποφάσεων και λειτουργία των θεσμικών οργάνων σε μια διευρυμένη Ένωση)·
- πορεία προς ένα Σύνταγμα για τους ευρωπαίους πολίτες (απλούστευση και αναδιάταξη των Συνθηκών, ενσωμάτωση του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων και ενδεχόμενη θέσπιση συνταγματικού κειμένου).
Η δήλωση του Λάκεν προέβλεπε ότι το τελικό έγγραφο που θα κατάρτιζε η Συνέλευση θα συμπεριλάμβανε «είτε διάφορες εναλλακτικές λύσεις, με καταγραφή της υποστήριξης που συγκέντρωσε καθεμία, είτε συστάσεις σε περίπτωση συναίνεσης». Από την άλλη, συμφωνήθηκε ότι ο Πρόεδρος της Συνέλευσης θα παρουσίαζε προφορική έκθεση σχετικά με την πρόοδο των εργασιών σε κάθε Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Τέλος, προβλεπόταν ήδη ότι το τελικό κείμενο θα αποτελούσε αφετηρία για τις συζητήσεις της ΔΔ που θα λάμβανε, εν τέλει, τις οριστικές αποφάσεις.
[ Αρχή της σελίδας ]
Η εναρκτήρια
σύνοδος της Συνέλευσης
πραγματοποιήθηκε
την 28η Φεβρουαρίου
2002 και εργασίες
της περατώθηκαν
την 18η Ιουλίου
2003 με την υποβολή
του τελικού σχεδίου
Συνθήκης για τη
θέσπιση Συντάγματος
της Ένωσης από
τον Πρόεδρό της,
κ. Valιry Giscard d'Estaing, στην ιταλική
Προεδρία.
Σύμφωνα με την
εντολή που της
δόθηκε από τη δήλωση
του Λάκεν, αποστολή
της Συνέλευσης
ήταν να υποβάλει
προτάσεις ενόψει
της θεσμικής μεταρρύθμισης.
Τελικώς, η Συνέλευση
προχώρησε πέρα
από αυτήν την απλή
απαίτηση και κατήρτισε
σχέδιο Συντάγματος,
ήτοι μια ενιαία
και απλουστευμένη
έκδοση των διαφόρων
υφιστάμενων συνθηκών,
ένα αναθεωρημένο
κείμενο.
Για την επιτυχία
του εν λόγω σχεδίου,
η Συνέλευση απαρτιζόταν
καθ' όλη τη διάρκεια
των εργασιών της
από 105 μέλη και τους
αναπληρωτές τους.
Το Ευρωπαϊκό
Συμβούλιο διόρισε
τον κ. Valιry Giscard d'Estaing Πρόεδρο
της Συνέλευσης
και τους κ.κ. Giuliano Amato
και Jean Luc Dehaene Αντιπροέδρους.
Πέρα από τις τρεις
αυτές προσωπικότητες,
η Συνέλευση απαρτιζόταν
από:
- 15 αντιπροσώπους των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των κρατών μελών (1 ανά κράτος μέλος)·
- 13 αντιπροσώπους των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των υποψήφιων προς προσχώρηση χωρών (1 ανά υποψήφια χώρα)·
- 30 αντιπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών (2 ανά κράτος μέλος)·
- 26 αντιπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων των υποψήφιων προς προσχώρηση χωρών (2 ανά υποψήφια χώρα)·
- 16 αντιπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·
- 2 αντιπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η Οικονομική
και Κοινωνική
Επιτροπή (τρεις
αντιπρόσωποι),
η Επιτροπή των
Περιφερειών (έξι
αντιπρόσωποι),
οι κοινωνικοί
εταίροι (τρεις
αντιπρόσωποι),
καθώς και ο Ευρωπαίος
Διαμεσολαβητής
κλήθηκαν ως παρατηρητές.
Οι υποψήφιες
προς προσχώρηση
χώρες είχαν τη
δυνατότητα πλήρους
συμμετοχής στις
αποφάσεις, χωρίς
ωστόσο να μπορούν
να εμποδίσουν
την επίτευξη συμφωνίας
μεταξύ των κρατών
μελών. Ύστερα από
την υπογραφή της
συνθήκης προσχώρησης
με τις δέκα υποψήφιες
χώρες, οι παρατηρητές
τους καθίστανται
πλήρη μέλη.
Οι εργασίες της
Συνέλευσης διεξήχθησαν
με την καθοδήγηση
Προεδρείου αποτελούμενου
από τον Πρόεδρο
της Συνέλευσης,
τους Αντιπροέδρους,
δύο αντιπροσώπους
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
(κ.κ. Mendez de Vigo και Klaus Hδnsch), δύο
αντιπροσώπους
της Επιτροπής
(κ.κ. Barnier και Vittorino), δύο
αντιπροσώπους
των εθνικών κοινοβουλίων
και από τους αντιπροσώπους
της ισπανικής,
δανικής και ελληνικής
κυβέρνησης (τις
χώρες που ασκούσαν
την προεδρία του
Συμβουλίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
κατά τη διάρκεια
της Συνέλευσης).
Το Προεδρείο
συνερχόταν τακτικά,
συνήθως δύο φορές
πριν από κάθε σύνοδο
της ολομέλειας
της Συνέλευσης
και μία φορά μεταξύ
δύο συνόδων, και
διαδραμάτισε
ιδιαίτερο ρόλο
στην κατάρτιση
των σχεδίων της
ημερήσιας διάταξης
των συνόδων της
ολομέλειας και
στην εποπτεία
των δραστηριοτήτων.
Τέλος, η Συνέλευση επικουρήθηκε από έναν Γραμματέα που κατήρτιζε κυρίως τα έγγραφα εργασίας της Συνέλευσης, τα έγγραφα προβληματισμού και καθόριζε τη θεματολογία των συζητήσεων.
[ Αρχή της σελίδας ]
Οι εργασίες της Συνέλευσης διεξήχθησαν σε τρεις φάσεις: φάση ακρόασης, φάση προβληματισμού και φάση κατάρτισης του κειμένου. Η Συνέλευση πραγματοποιούσε συνεδριάσεις ολομέλειας διάρκειας δύο ή τριών ημερών, μία ή δύο φορές τον μήνα στο κτίριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλες. Το Προεδρείο συνεδρίαζε μεταξύ των συνεδριάσεων της ολομέλειας για την προετοιμασία τους και την κατάρτιση, κατά την τελική φάση, των θεμάτων σχετικά με τα οποία υπήρχε ενδεχόμενο επίτευξης συμφωνίας στο πλαίσιο της Συνέλευσης.
Οι εργασίες της Συνέλευσης άρχισαν με μια φάση ακρόασης που χαρακτηριζόταν από πολυάριθμες επαφές με την κοινωνία των πολιτών. Η Συνέλευση σήμανε την εκκίνηση μιας ευρείας διευρωπαϊκής συζήτησης σε πολλά επίπεδα:
- μέσω ιστοσελίδας στο Διαδίκτυο οργανώθηκε η απευθείας συμμετοχή των πολιτών·
- διοργανώθηκαν διασκέψεις σε επίπεδο κρατών μελών και υποψήφιων χωρών που επέτρεψαν τη συζήτηση σε εθνική κλίμακα·
- η παρουσία των παρατηρητών της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της Επιτροπής των Περιφερειών, των κοινωνικών εταίρων και μη κυβερνητικών οργανώσεων εξασφάλισαν την πολυμορφία των συνεισφορών.
Η Συνέλευση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή των νέων. Διοργανώθηκε μια Συνέλευση των Νέων που επέτρεψε στους τελευταίους να παρουσιάσουν το δικό τους όραμα για την Ευρώπη. Αυτή συνεδρίασε από τις 10 έως τις 12 Ιουλίου 2002 και υπέβαλε τις προτάσεις της στο Προεδρείο. Συγκροτήθηκαν επίσης ομάδες επαφής για τη δημιουργία ενός σημείου συνάντησης και διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών σχετικά με θέματα όπως το περιβάλλον, ο πολιτισμός, οι περιφέρειες κλπ.
Η πρώτη συνεδρίαση της ολομέλειας της Συνέλευσης ήταν αφιερωμένη κυρίως στη συγκεκριμένη οργάνωση της φάσης ακρόασης και στον καθορισμό της μεθόδου εργασίας της Συνέλευσης. Σύμφωνα με τη μέθοδο εργασίας που συμφωνήθηκε, η Συνέλευση έπρεπε να επιτύχει συμφωνία σχετικά με τις προτάσεις που είχε καταρτίσει χωρίς να καταστεί αναγκαία η προσφυγή σε ψηφοφορία, ακόμη και για την τελική έκδοση του κειμένου. Αυτό θα καθιστούσε δυνατή την αποφυγή, κατά το πέρας των εργασιών, της υποβολής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κειμένου επιλογών.
Έπειτα από την
ολοκλήρωση της
φάσης ακρόασης,
τα μέλη της Συνέλευσης
πέρασαν στη φάση
εργασίας που συνίστατο
στη σαφή διατύπωση
των απόψεών τους,
στη συζήτηση των
προτεινόμενων
κειμένων και τροπολογιών
και στη σταδιακή
επίτευξη ενός
τελικού κειμένου.
Για την προετοιμασία
των συζητήσεων
επί συγκεκριμένων
θεμάτων, η Συνέλευση
αποφάσισε τη συγκρότηση
έντεκα ομάδων
εργασίας που ασχολήθηκαν
με τα εξής θέματα:
- τον ρόλο της αρχής της επικουρικότητας·
- το μέλλον του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
- τη νομική προσωπικότητα της Ένωσης·
- τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων·
- τις επικουρικές αρμοδιότητες·
- την οικονομική διακυβέρνηση·
- την εξωτερική δράση·
- την άμυνα·
- την απλούστευση των διαδικασιών και μέσων·
- τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης·
- την κοινωνική Ευρώπη.
Οι εν λόγω ομάδες εργασίας, των οποίων οι συζητήσεις ήταν ανοικτές προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέλη της Συνέλευσης, ήταν επιφορτισμένες με την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας επί των διαφόρων προτάσεων και την υποβολή των αποτελεσμάτων των συζητήσεών τους στη Συνέλευση που αποφάσιζε επί των λεπτομερειών που δεν είχαν ρυθμιστεί. Από το δεύτερο εξάμηνο του 2002, η Συνέλευση πέρασε σε φάση συγκεκριμένης μελέτης των διαφόρων προτάσεων. Οι συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στους κόλπους της έπρεπε να επιτρέψουν τον καθορισμό των σημείων επί των οποίων ήταν πιθανή η επίτευξη συμφωνίας και των προτάσεων σχετικά με τις οποίες δεν θα ήταν δυνατή η επίτευξη της συμφωνίας των μελών της.
Τον Οκτώβριο του 2002, ο Πρόεδρος της Επιτροπής παρουσίασε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελών τη δομή του συνταγματικού κειμένου υπό τη μορφή προσχεδίου. Συνεχίστηκαν οι συζητήσεις επί των διαφόρων θεμάτων, κυρίως δε επί της θεσμικής μεταρρύθμισης και επί των αποτελεσμάτων των ομάδων εργασίας, ενώ το Προεδρείο προετοίμαζε την πρώτη έκδοση των άρθρων του Μέρους Ι της μελλοντικής Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης.
Τον Φεβρουάριο του 2003, η Συνέλευση πέρασε στην τελική φάση των εργασιών: εκπόνηση άρθρων, συζήτηση επί των τροπολογιών και επιδίωξη συμβιβασμού. Κατά τη διάρκεια κάθε συνεδρίασης ολομέλειας, το Προεδρείο πρότεινε νέα άρθρα τα οποία στη συνέχεια συζητούσε η Συνέλευση. Το Προεδρείο ενσωμάτωνε στο κείμενο τις προτάσεις σχετικά με τις οποίες επιτυγχανόταν συμφωνία. Σταδιακά το σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης άρχιζε να παίρνει μορφή.
Δεδομένου του αριθμού των τροπολογιών και του περιορισμένου χρόνου, καθίστατο ολοένα σαφέστερο ότι δεν θα ήταν δυνατή η ολοκλήρωση των εργασιών της Συνέλευσης εγκαίρως για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης τον Ιούνιο του 2003. Συνεπώς, η Συνέλευση εστίασε τις προσπάθειές της στην ολοκλήρωση του Μέρους Ι και ΙΙ του κειμένου και στην επίτευξη συμβιβασμού σχετικά με τη θεσμική μεταρρύθμιση της Ένωσης. Η τελική έκδοση των δύο πρώτων μερών υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την 20ή Ιουνίου 2003.
Κατά την τελευταία
συνεδρίαση της
ολομέλειας τον
Ιούλιο του 2003, υπολειπόταν
η συζήτηση των
Μερών III και IV του
σχεδίου του Συντάγματος.
Συζητήθηκαν επίσης
ορισμένες τροπολογίες
σχετικά με τις
πολιτικές της
Ένωσης και κυρίως
σχετικά με την
ψηφοφορία με ειδική
πλειοψηφία και
ενσωματώθηκαν
στο τελικό κείμενο,
το οποίο υποβλήθηκε
στην ιταλική Προεδρία
στη Ρώμη την 18η
Ιουλίου 2003.
Έπειτα από δεκαεπτά
μήνες εργασιών
και συζητήσεων,
η Συνέλευση είχε
εκπληρώσει το
καθήκον της και
είχε προτείνει
στους πολίτες
της Ένωσης ένα
σχέδιο Συνθήκης
για τη θέσπιση
Συντάγματος της
Ένωσης.
[ Αρχή της σελίδας ]
Η Συνέλευση επέτυχε
συμφωνία σχετικά
με το σχέδιο Συνθήκης
για τη θέσπιση
Συντάγματος της
Ένωσης. Πρόκειται
για ένα ενιαίο
έγγραφο που δεν
περιέχει επιλογές.
Το τελικό αυτό
σχέδιο εκπονήθηκε
για να αντικαταστήσει,
μέσω μιας νέας
θεσμικής συνθήκης,
τις συνθήκες 50
ετών.
Το σχέδιο της
συνθήκης Συντάγματος
αποτελείται από
τέσσερα μέρη. Έπειτα
από έναν προοίμιο
θεσμικού χαρακτήρα
σχετικά με την
ιστορία και τις
κληρονομιές της
Ευρώπης, καθώς
και με τη βούληση
για την ένωσή της,
το Μέρος Ι είναι
αφιερωμένο στις
θεσμικές αρχές,
τους στόχους και
τις διατάξεις
που διέπουν η νέα
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το Μέρος Ι, αποτελούμενο
από εννέα τίτλους,
περιέχει:
- τον ορισμό και τους στόχους της Ένωσης·
- τα θεμελιώδη δικαιώματα και την ιθαγένεια της Ένωσης·
- τις αρμοδιότητες της Ένωσης·
- τα όργανα της Ένωσης·
- την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης·
- τον δημοκρατικό βίο της Ένωσης·
- τα οικονομικά της Ένωσης·
- την Ένωση και το εγγύς περιβάλλον της·
- την ιδιότητα μέλους της Ένωσης.
Το Μέρος II του σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης περιλαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα. Το μέρος αυτό αποτελείται από επτά τίτλους των οποίων προηγείται ένα προοίμιο:
- αξιοπρέπεια
- ελευθερίες
- ισότητα·
- αλληλεγγύη·
- ιθαγένεια·
- δικαιοσύνη·
- γενικές διατάξεις.
Το Μέρος III αποτελείται από τις διατάξεις που αφορούν στις πολιτικές και τη λειτουργία της Ένωσης. Σε αυτό το μέρος περιλαμβάνονται οι εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές της Ένωσης, παραδείγματος χάρη οι διατάξεις που αφορούν την εσωτερική αγορά, την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς και η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και οι διατάξεις σχετικά με τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων. Το τρίτο αυτό μέρος αποτελείται επίσης από επτά τίτλους:
- ρήτρες γενικής εφαρμογής·
- απαγόρευση διακρίσεων και ιθαγένεια·
- εσωτερικές πολιτικές και δράσεις·
- σύνδεση υπερπόντιων χωρών και εδαφών·
- εξωτερική δράση της Ένωσης·
- η λειτουργία της Ένωσης·
- κοινές διατάξεις.
Το Μέρος IV περιλαμβάνει τις γενικές και τελικές διατάξεις του σχεδίου του Συντάγματος, κυρίως τη θέση σε ισχύ, τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και την κατάργηση των προηγούμενων Συνθηκών.
Η Συνέλευση προτείνει την προσάρτηση στη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης πέντε πρωτοκόλλων και τριών δηλώσεων, συγκεκριμένα:
- το Πρωτόκολλο σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
- το Πρωτόκολλο σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·
- το Πρωτόκολλο σχετικά με την αντιπροσώπευση των πολιτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τη στάθμιση των ψήφων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο των Υπουργών (συμπεριλαμβανομένης της δήλωσης σχετικά με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία)·
- το Πρωτόκολλο σχετικά με την Ευρωομάδα·
- το Πρωτόκολλο για την τροποποίηση της Συνθήκης Ευρατόμ
- δήλωση για τη δημιουργία Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης·
- δήλωση που θα προσαρτηθεί στην τελική πράξη υπογραφής της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος.
[ Αρχή της σελίδας ]
Στα πλαίσια της επιθυμίας για σαφήνεια, οι κύριες καινοτομίες που εισάγει το σχέδιο του Συντάγματος ενσωματώθηκαν σε τέσσερα κεφάλαια. Στη συνέχει παρατίθενται συνοπτικά.
Οι θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης
- Καθορισμός των
αξιών και των στόχων
της Ένωσης, καθώς
και των δικαιωμάτων
των πολιτών χάρη
στην ενσωμάτωση
του Χάρτη θεμελιωδών
δικαιωμάτων στο
Σύνταγμα.
- Απόδοση ενιαίας
νομικής προσωπικότητας
στην Ένωση (συγχώνευση
της Ευρωπαϊκής
Κοινότητας και
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης).
- Σαφής και σταθερός
ορισμός των αρμοδιοτήτων
(αποκλειστικές
αρμοδιότητες,
συντρέχουσες
αρμοδιότητες
και υποστηρικτικές
αρμοδιότητες)
και της κατανομής
τους μεταξύ των
κρατών μελών και
της Ένωσης.
- Εφαρμογή ρήτρας
εθελούσιας αποχώρησης
που, για πρώτη
φορά, παρέχει σε
κάποιο κράτος
μέλος τη δυνατότητα
να αποχωρήσει
από την Ένωση.
- Απλούστευση
των μέσων δράσης
της Ένωσης, μειώνοντας
τον αριθμό τους
από 15 σε 6 και απλούστευση
της ορολογίας:
οι κανονισμοί
και οι οδηγίες
μετατρέπονται
σε ευρωπαϊκούς
νόμους και ευρωπαϊκούς
νόμους-πλαίσια.
- Ορισμός, για πρώτη
φορά, των δημοκρατικών
θεμελίων της Ένωσης
και, μεταξύ αυτών,
της συμμετοχικής
δημοκρατίας, και
θέσπιση πραγματικού
δικαιώματος λαϊκής
πρωτοβουλίας.
Τα θεσμικά όργανα
- Νέα κατανομή
των εδρών του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
κατά τρόπο αντιστρόφως
ανάλογο.
- Επίσημη θεσμοθέτηση
του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου με
επικεφαλής έναν
πρόεδρο εκλεγμένο
για περίοδο δυόμισι
ετών και συνεπώς
κατάργηση των
εκ περιτροπής
προεδριών του
Συμβουλίου της
Ένωσης.
- Μεταρρύθμιση
του Συμβουλίου
των Υπουργών που
θα συνέρχεται
ως Συμβούλιο Νομοθετικού
Έργου όταν εκδίδει
νομικές πράξεις.
- Δημιουργία Επιτροπής
μειωμένου αριθμού
μελών αποτελούμενης
από σώμα δεκαπέντε
μελών και επιτρόπων
χωρίς δικαίωμα
ψήφου, με σύστημα
ισότιμης εναλλαγής
μεταξύ των δύο
ομάδων.
- Εκλογή του Προέδρου
της Επιτροπής
από το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο.
- Διορισμός Υπουργού
Εξωτερικών που
θα έχει τα καθήκοντα
Επιτρόπου εξωτερικών
σχέσεων και Ύπατου
Εκπροσώπου για
θέματα κοινής
εξωτερικής πολιτικής
και πολιτικής
ασφάλειας υπαγόμενου
στο Συμβούλιο.
Διαδικασίες λήψης αποφάσεων
- Καθορισμός νέου
συστήματος ειδικής
πλειοψηφίας. Η
ειδική πλειοψηφία
επιτυγχάνεται
με την πλειοψηφία
των κρατών μελών
που αντιπροσωπεύουν
τα τρίτα πέμπτα
του πληθυσμού
της Ένωσης.
- Επέκταση της
ειδικής πλειοψηφίας
στο Συμβούλιο
των Υπουργών για
περίπου είκοσι
νομικές βάσεις
σχετικές με τις
εσωτερικές πολιτικές
και δράσεις της
Ένωσης.
- Θέσπιση μεταβατικών
ρητρών που επιτρέπουν
μια περαιτέρω
επέκταση της ψηφοφορίας
με ειδική πλειοψηφία
σύμφωνα με διευκολυμένη
διαδικασία.
- Η θέσπιση ευρωπαϊκών
νόμων και νόμων-πλαίσια
με κοινή ψηφοφορία
του Ευρωπαϊκή
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
αποτελεί τον γενικό
κανόνα (συνήθης
νομοθετική διαδικασία).
Πολιτικές της Ένωσης
- Βελτίωση του
οικονομικού συντονισμού
μεταξύ των κρατών
μελών που έχουν
υιοθετήσει το
ευρώ και αναγνώριση
του ανεπίσημου
ρόλου της Ευρωομάδας.
- Εξάλειψη της
διάρθρωσης σε
πυλώνες: ο δεύτερος
πυλώνας (κοινή
εξωτερική πολιτική
και πολιτική ασφάλειας)
και ο τρίτος (δικαιοσύνη
και εσωτερικές
υποθέσεις) που
μέχρι σήμερα διέπονταν
από τη διακυβερνητική
μέθοδο, εφεξής
κοινοτικοποιούνται.
- Ενίσχυση της
κοινής εξωτερικής
πολιτικής και
πολιτικής ασφάλειας
με τη θέσπιση Υπουργού
Εξωτερικών της
Ένωσης και σταδιακή
χάραξη κοινής
αμυντικής πολιτικής
χάρη στη δημιουργία
Ευρωπαϊκού Οργανισμού
Εξοπλισμού, Έρευνας
και Στρατιωτικών
Δυνατοτήτων, και
την εξουσιοδότηση
για την δημιουργία
ενισχυμένων συνεργασιών.
- Εφαρμογή ενός
πραγματικού χώρου
ελευθερίας, ασφάλειας
και δικαιοσύνης
χάρη στην πρόβλεψη
της εφαρμογής
των κοινών πολιτικών
ασύλου, μετανάστευσης
και ελέγχου των
εξωτερικών συνόρων,
στην ανάπτυξη
των δράσεων της
Ευρωπόλ και της
Eurojust και στην πορεία
προς μια Ευρωπαϊκή
Εισαγγελία.
[ Αρχή της σελίδας ]
Το κείμενο που υπέβαλε η Συνέλευση αποτελεί σχέδιο που πρέπει να αποτελέσει τη βάση για τις εργασίες της ΔΔ, που είναι η μόνη που μπορεί να λάβει οριστικές αποφάσεις σχετικά με το περιεχόμενο της μελλοντικής Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης.
Οι εργασίες της ΔΔ άρχισαν την 4η Οκτωβρίου 2003 κατά τη διάρκεια συνόδου των Αρχηγών Κρατών και κυβερνήσεων στη Ρώμη. Διεξάγεται στο υψηλότερο επίπεδο δεδομένου ότι μόνον οι Υπουργοί Εξωτερικών και οι Αρχηγοί Κράτους η Κυβερνήσεως συζητούν τις προτάσεις της Συνέλευσης. Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης δεν συμμετάσχει στην ΔΔ, αλλά έχουν προσκληθεί οι παρατηρητές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Για περίοδο πλέον
των δύο μηνών,
οι Υπουργοί Εξωτερικών
και οι Αρχηγοί
Κρατών και κυβερνήσεων
συνεδριάζουν
τακτικά σε μια
προσπάθεια να
επιτευχθεί συμβιβασμός.
Κατά τις πρώτες
συναντήσεις και
τις λήψης θέσεων,
κυριαρχούσε κάποια
αβεβαιότητα διότι
ορισμένες χώρες
απαιτούσαν το
δικαίωμα επανέναρξης
της συζήτησης
σχετικά με πτυχές
επί των οποίων
είχε επιτευχθεί
συμφωνία στο πλαίσιο
της Συνέλευσης.
Σε περίπτωση επανέναρξης
της συζήτησης
επί του συνόλου
του σχεδίου θα
τεθεί ο κίνδυνος
κάθε κυβέρνηση
να επιχειρεί να
επιβάλει τις εθνικές
της διεκδικήσεις
και να ευνοήσει
την πρακτική του
συστήματος αμοιβαίων
εκχωρήσεων που
είχε αποδειχθεί
καταστρεπτικό
κατά την προηγούμενη
ΔΔ.
Κατά τη διάρκεια
του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου των
Βρυξελών στις
12 και 13 Δεκεμβρίου
2003, δεν είχε καταστεί
δυνατή η επίτευξη
σφαιρικής συμφωνίας
επί του Συντάγματος.
Πράγματι, τα κράτη
μέλη δεν επέτυχαν
συμφωνία μεταξύ
τους επί δύο θεμελιωδών
ζητημάτων, ήτοι
επί των μελλοντικών
διαδικασιών ψηφοφορίας
με πλειοψηφία
στο πλαίσιο του
Συμβουλίου και
της σύνθεσης της
Επιτροπής.
Συνεπώς, η Διακυβερνητική
Διάσκεψη ζήτησε
από την ιρλανδική
Προεδρία να προβεί
σε διαβουλεύσεις.
Μετά την επίτευξη
πολιτικής συμφωνίας
στις 18 Ιουνίου
2004, με τη λήξη των
εργασιών της ΔΚΔ,
το σχέδιο Συντάγματος
υποβλήθηκε στους
αρχηγούς κρατών,
οι οποίοι το υπέγραψαν
στις 29 Οκτωβρίου
2004.
Για να τεθεί σε ισχύ η συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, έπρεπε να επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη, με βάση τους ισχύοντες συνταγματικούς κανόνες τους, δηλαδή μέσω επικύρωσης από το κοινοβούλιο ή μέσω δημοψηφίσματος.
Λόγω των δυσκολιών που συνάντησε η επικύρωση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων αποφάσισαν, στο πλαίσιο των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 16ης και 17ης Ιουνίου 2005, να δρομολογήσουν μια «περίοδο προβληματισμού» με αντικείμενο το μέλλον της Ευρώπης.
Κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21ης και 22ας Ιουνίου 2007, οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες κατέληξαν σε συμβιβασμό. Δόθηκε εντολή για τη σύγκληση μιας ΔΚΔ με σκοπό την οριστικοποίηση και την έκδοση μιας «μεταρρυθμιστικής συνθήκης» για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το τελικό κείμενο της συνθήκης στο οποίο κατέληξε η ΔΚΔ εγκρίθηκε στη διάρκεια της άτυπης συνόδου κορυφής που πραγματοποιήθηκε στη Λισσαβόνα στις 18 και 19 Οκτωβρίου. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας υπογράφηκε από τα κράτη μέλη στις 13 Δεκεμβρίου 2007.
[ Αρχή της σελίδας ] [ Επόμενο δελτίο ] [ Περιεχόμενα ]
Τα εν λόγω δελτία δεν δεσμεύουν νομικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν καλύπτουν διεξοδικά όλους τους τομείς και δεν ερμηνεύουν το κείμενο της Συνέλευσης.
