Έκδοση εκτύπωσης | Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Τι νέα; | Διερεύνηση | Επικοινωνία | Ευρετήριο | Γλωσσάριο | Πληροφορίες για τον παρόντα δικτυακό τόπο
Τα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης Προσπεράστε την επιλογή της γλώσσας και πηγαίνετε κατευθείαν στον κατάλογο των δελτίων σύνοψης (πλήκτρο πρόσβασης=1)
EUROPA > Σύνοψη της νομοθεσίας > Tα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ >

Αρχεία   Αρχεία   Αρχεία   Αρχεία

Tα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης


Εισαγωγή


Ιστορικό
Γένεση της Συνέλευσης
Διεξαγωγή των εργασιών
Δομή του σχεδίου
Επιτεύγματα
Οι μελλοντικές φάσεις


ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Την τελευταία δεκαπενταετία της ιστορίας της ευρωπαϊκής οικοδόμησης σηματοδότησε μια σειρά αναθεωρήσεων των ευρωπαϊκών συνθηκών. Κάθε μία από αυτές είχε καταρτιστεί από μια Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΔ) απαρτιζόμενη από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Οι δύο τελευταίες ΔΔ που οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης του ¶μστερνταμ το 1997 και της Συνθήκης της Νίκαιας το 2001, δεν έδωσαν ικανοποιητικές απαντήσεις σε ορισμένα θεσμικά ζητήματα, ωστόσο μείζονος σημασίας προ της διεύρυνσης. Κυρίως δε έπειτα από τη Συνθήκη της Νίκαιας, κατέστη αναγκαία η επιδίωξη θεσμικής μεταρρύθμισης πέραν της απλής προσαρμογής των θεσμικών οργάνων ενόψει της διεύρυνσης.

Για αυτόν τον λόγο η Συνθήκη της Νίκαιας , που οριστικοποιήθηκε πολιτικώς κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Νίκαιας τον Δεκέμβριο του 2000 από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, περιελάμβανε ήδη στη δήλωση για το μέλλον της Ένωσης που προσαρτήθηκε σε αυτήν, τα υπόλοιπα στάδια που έπρεπε να ολοκληρωθούν για την επίτευξη της θεσμικής μεταρρύθμισης.

Η εν λόγω δήλωση προβλέπει συνεπώς την πραγματοποίηση διεξοδικότερου και ευρύτερου διαλόγου για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), την έκδοση δήλωσης κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Λάκεν τον Δεκέμβριο του 2001 που πρέπει να καθορίζει τα θέματα της συζήτησης και τη μέθοδο που θα ακολουθηθεί για τη μεταρρύθμιση, και τέλος, τη σύγκληση νέας ΔΔ το 2004. Από την άλλη, η εν λόγω δήλωση της Νίκαιας που επισυνάπτεται στην τελική πράξη της ΔΔ 2000 περιλαμβάνει ήδη τέσσερα θέματα που θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της θεσμικής μεταρρύθμισης.

Κατά τη σύνοδό του στο Λάκεν τον Δεκέμβριο του 2001, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επέλεξε τη σύγκληση Συνέλευσης ως τη μέθοδο για την επιτυχή διεξαγωγή της μεταρρύθμισης. Η επιλογή του προτύπου της Συνέλευσης σηματοδοτεί μια αλλαγή πορείας όσον αφορά τις αναθεωρήσεις των συνθηκών και εκφράζει τη βούληση να εγκαταλειφθούν οι συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών στις οποίες συμμετέχουν μόνον οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων. Η σύγκληση της εν λόγω Συνέλευσης αποτελεί θεσμική καινοτομία, παρότι η Συνέλευση που κατήρτισε τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων είχε κατά κάποιον τρόπο δημιουργήσει προηγούμενο. Αποστολή αυτού του νέου είδους οργάνου ήταν να εξασφαλίσει την προετοιμασία της επόμενης ΔΔ με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια και μεγαλύτερο εύρος, χάρη στη συμμετοχή των βασικών συμμετεχόντων στη συζήτηση: εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών και των υποψήφιων χωρών, εκπροσώπων των εθνικών κοινοβουλίων, εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και παρατηρητών από την Επιτροπή των Περιφερειών και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων.

Επιπλέον η δήλωση του Λάκεν, μέσω 60 ερωτημάτων που επικεντρώνονται στο μέλλον της Ευρώπης, καθόρισε το περιεχόμενο της συζήτησης με άξονα τέσσερα θέματα:

Η δήλωση του Λάκεν προέβλεπε ότι το τελικό έγγραφο που θα κατάρτιζε η Συνέλευση θα συμπεριλάμβανε «είτε διάφορες εναλλακτικές λύσεις, με καταγραφή της υποστήριξης που συγκέντρωσε καθεμία, είτε συστάσεις σε περίπτωση συναίνεσης». Από την άλλη, συμφωνήθηκε ότι ο Πρόεδρος της Συνέλευσης θα παρουσίαζε προφορική έκθεση σχετικά με την πρόοδο των εργασιών σε κάθε Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Τέλος, προβλεπόταν ήδη ότι το τελικό κείμενο θα αποτελούσε αφετηρία για τις συζητήσεις της ΔΔ που θα λάμβανε, εν τέλει, τις οριστικές αποφάσεις.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ

Η εναρκτήρια σύνοδος της Συνέλευσης πραγματοποιήθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2002 και εργασίες της περατώθηκαν την 18η Ιουλίου 2003 με την υποβολή του τελικού σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης από τον Πρόεδρό της, κ. Valιry Giscard d'Estaing, στην ιταλική Προεδρία.
Σύμφωνα με την εντολή που της δόθηκε από τη δήλωση του Λάκεν, αποστολή της Συνέλευσης ήταν να υποβάλει προτάσεις ενόψει της θεσμικής μεταρρύθμισης. Τελικώς, η Συνέλευση προχώρησε πέρα από αυτήν την απλή απαίτηση και κατήρτισε σχέδιο Συντάγματος, ήτοι μια ενιαία και απλουστευμένη έκδοση των διαφόρων υφιστάμενων συνθηκών, ένα αναθεωρημένο κείμενο.

Για την επιτυχία του εν λόγω σχεδίου, η Συνέλευση απαρτιζόταν καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών της από 105 μέλη και τους αναπληρωτές τους.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διόρισε τον κ. Valιry Giscard d'Estaing Πρόεδρο της Συνέλευσης και τους κ.κ. Giuliano Amato και Jean Luc Dehaene Αντιπροέδρους. Πέρα από τις τρεις αυτές προσωπικότητες, η Συνέλευση απαρτιζόταν από:


Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (τρεις αντιπρόσωποι), η Επιτροπή των Περιφερειών (έξι αντιπρόσωποι), οι κοινωνικοί εταίροι (τρεις αντιπρόσωποι), καθώς και ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κλήθηκαν ως παρατηρητές.
Οι υποψήφιες προς προσχώρηση χώρες είχαν τη δυνατότητα πλήρους συμμετοχής στις αποφάσεις, χωρίς ωστόσο να μπορούν να εμποδίσουν την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των κρατών μελών. Ύστερα από την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης με τις δέκα υποψήφιες χώρες, οι παρατηρητές τους καθίστανται πλήρη μέλη.

Οι εργασίες της Συνέλευσης διεξήχθησαν με την καθοδήγηση Προεδρείου αποτελούμενου από τον Πρόεδρο της Συνέλευσης, τους Αντιπροέδρους, δύο αντιπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (κ.κ. Mendez de Vigo και Klaus Hδnsch), δύο αντιπροσώπους της Επιτροπής (κ.κ. Barnier και Vittorino), δύο αντιπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων και από τους αντιπροσώπους της ισπανικής, δανικής και ελληνικής κυβέρνησης (τις χώρες που ασκούσαν την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης).
Το Προεδρείο συνερχόταν τακτικά, συνήθως δύο φορές πριν από κάθε σύνοδο της ολομέλειας της Συνέλευσης και μία φορά μεταξύ δύο συνόδων, και διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στην κατάρτιση των σχεδίων της ημερήσιας διάταξης των συνόδων της ολομέλειας και στην εποπτεία των δραστηριοτήτων.

Τέλος, η Συνέλευση επικουρήθηκε από έναν Γραμματέα που κατήρτιζε κυρίως τα έγγραφα εργασίας της Συνέλευσης, τα έγγραφα προβληματισμού και καθόριζε τη θεματολογία των συζητήσεων.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

Οι εργασίες της Συνέλευσης διεξήχθησαν σε τρεις φάσεις: φάση ακρόασης, φάση προβληματισμού και φάση κατάρτισης του κειμένου. Η Συνέλευση πραγματοποιούσε συνεδριάσεις ολομέλειας διάρκειας δύο ή τριών ημερών, μία ή δύο φορές τον μήνα στο κτίριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλες. Το Προεδρείο συνεδρίαζε μεταξύ των συνεδριάσεων της ολομέλειας για την προετοιμασία τους και την κατάρτιση, κατά την τελική φάση, των θεμάτων σχετικά με τα οποία υπήρχε ενδεχόμενο επίτευξης συμφωνίας στο πλαίσιο της Συνέλευσης.

Οι εργασίες της Συνέλευσης άρχισαν με μια φάση ακρόασης που χαρακτηριζόταν από πολυάριθμες επαφές με την κοινωνία των πολιτών. Η Συνέλευση σήμανε την εκκίνηση μιας ευρείας διευρωπαϊκής συζήτησης σε πολλά επίπεδα:

Η Συνέλευση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή των νέων. Διοργανώθηκε μια Συνέλευση των Νέων που επέτρεψε στους τελευταίους να παρουσιάσουν το δικό τους όραμα για την Ευρώπη. Αυτή συνεδρίασε από τις 10 έως τις 12 Ιουλίου 2002 και υπέβαλε τις προτάσεις της στο Προεδρείο. Συγκροτήθηκαν επίσης ομάδες επαφής για τη δημιουργία ενός σημείου συνάντησης και διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών σχετικά με θέματα όπως το περιβάλλον, ο πολιτισμός, οι περιφέρειες κλπ.

Η πρώτη συνεδρίαση της ολομέλειας της Συνέλευσης ήταν αφιερωμένη κυρίως στη συγκεκριμένη οργάνωση της φάσης ακρόασης και στον καθορισμό της μεθόδου εργασίας της Συνέλευσης. Σύμφωνα με τη μέθοδο εργασίας που συμφωνήθηκε, η Συνέλευση έπρεπε να επιτύχει συμφωνία σχετικά με τις προτάσεις που είχε καταρτίσει χωρίς να καταστεί αναγκαία η προσφυγή σε ψηφοφορία, ακόμη και για την τελική έκδοση του κειμένου. Αυτό θα καθιστούσε δυνατή την αποφυγή, κατά το πέρας των εργασιών, της υποβολής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κειμένου επιλογών.

Έπειτα από την ολοκλήρωση της φάσης ακρόασης, τα μέλη της Συνέλευσης πέρασαν στη φάση εργασίας που συνίστατο στη σαφή διατύπωση των απόψεών τους, στη συζήτηση των προτεινόμενων κειμένων και τροπολογιών και στη σταδιακή επίτευξη ενός τελικού κειμένου.
Για την προετοιμασία των συζητήσεων επί συγκεκριμένων θεμάτων, η Συνέλευση αποφάσισε τη συγκρότηση έντεκα ομάδων εργασίας που ασχολήθηκαν με τα εξής θέματα:

Οι εν λόγω ομάδες εργασίας, των οποίων οι συζητήσεις ήταν ανοικτές προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέλη της Συνέλευσης, ήταν επιφορτισμένες με την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας επί των διαφόρων προτάσεων και την υποβολή των αποτελεσμάτων των συζητήσεών τους στη Συνέλευση που αποφάσιζε επί των λεπτομερειών που δεν είχαν ρυθμιστεί. Από το δεύτερο εξάμηνο του 2002, η Συνέλευση πέρασε σε φάση συγκεκριμένης μελέτης των διαφόρων προτάσεων. Οι συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στους κόλπους της έπρεπε να επιτρέψουν τον καθορισμό των σημείων επί των οποίων ήταν πιθανή η επίτευξη συμφωνίας και των προτάσεων σχετικά με τις οποίες δεν θα ήταν δυνατή η επίτευξη της συμφωνίας των μελών της.

Τον Οκτώβριο του 2002, ο Πρόεδρος της Επιτροπής παρουσίασε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελών τη δομή του συνταγματικού κειμένου υπό τη μορφή προσχεδίου. Συνεχίστηκαν οι συζητήσεις επί των διαφόρων θεμάτων, κυρίως δε επί της θεσμικής μεταρρύθμισης και επί των αποτελεσμάτων των ομάδων εργασίας, ενώ το Προεδρείο προετοίμαζε την πρώτη έκδοση των άρθρων του Μέρους Ι της μελλοντικής Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης.

Τον Φεβρουάριο του 2003, η Συνέλευση πέρασε στην τελική φάση των εργασιών: εκπόνηση άρθρων, συζήτηση επί των τροπολογιών και επιδίωξη συμβιβασμού. Κατά τη διάρκεια κάθε συνεδρίασης ολομέλειας, το Προεδρείο πρότεινε νέα άρθρα τα οποία στη συνέχεια συζητούσε η Συνέλευση. Το Προεδρείο ενσωμάτωνε στο κείμενο τις προτάσεις σχετικά με τις οποίες επιτυγχανόταν συμφωνία. Σταδιακά το σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης άρχιζε να παίρνει μορφή.

Δεδομένου του αριθμού των τροπολογιών και του περιορισμένου χρόνου, καθίστατο ολοένα σαφέστερο ότι δεν θα ήταν δυνατή η ολοκλήρωση των εργασιών της Συνέλευσης εγκαίρως για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης τον Ιούνιο του 2003. Συνεπώς, η Συνέλευση εστίασε τις προσπάθειές της στην ολοκλήρωση του Μέρους Ι και ΙΙ του κειμένου και στην επίτευξη συμβιβασμού σχετικά με τη θεσμική μεταρρύθμιση της Ένωσης. Η τελική έκδοση των δύο πρώτων μερών υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την 20ή Ιουνίου 2003.

Κατά την τελευταία συνεδρίαση της ολομέλειας τον Ιούλιο του 2003, υπολειπόταν η συζήτηση των Μερών III και IV του σχεδίου του Συντάγματος. Συζητήθηκαν επίσης ορισμένες τροπολογίες σχετικά με τις πολιτικές της Ένωσης και κυρίως σχετικά με την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία και ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο, το οποίο υποβλήθηκε στην ιταλική Προεδρία στη Ρώμη την 18η Ιουλίου 2003.
Έπειτα από δεκαεπτά μήνες εργασιών και συζητήσεων, η Συνέλευση είχε εκπληρώσει το καθήκον της και είχε προτείνει στους πολίτες της Ένωσης ένα σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ


Η Συνέλευση επέτυχε συμφωνία σχετικά με το σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης. Πρόκειται για ένα ενιαίο έγγραφο που δεν περιέχει επιλογές. Το τελικό αυτό σχέδιο εκπονήθηκε για να αντικαταστήσει, μέσω μιας νέας θεσμικής συνθήκης, τις συνθήκες 50 ετών.

Το σχέδιο της συνθήκης Συντάγματος αποτελείται από τέσσερα μέρη. Έπειτα από έναν προοίμιο θεσμικού χαρακτήρα σχετικά με την ιστορία και τις κληρονομιές της Ευρώπης, καθώς και με τη βούληση για την ένωσή της, το Μέρος Ι είναι αφιερωμένο στις θεσμικές αρχές, τους στόχους και τις διατάξεις που διέπουν η νέα Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Μέρος Ι, αποτελούμενο από εννέα τίτλους, περιέχει:

Το Μέρος II του σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης περιλαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα. Το μέρος αυτό αποτελείται από επτά τίτλους των οποίων προηγείται ένα προοίμιο:

Το Μέρος III αποτελείται από τις διατάξεις που αφορούν στις πολιτικές και τη λειτουργία της Ένωσης. Σε αυτό το μέρος περιλαμβάνονται οι εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές της Ένωσης, παραδείγματος χάρη οι διατάξεις που αφορούν την εσωτερική αγορά, την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς και η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και οι διατάξεις σχετικά με τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων. Το τρίτο αυτό μέρος αποτελείται επίσης από επτά τίτλους:

Το Μέρος IV περιλαμβάνει τις γενικές και τελικές διατάξεις του σχεδίου του Συντάγματος, κυρίως τη θέση σε ισχύ, τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και την κατάργηση των προηγούμενων Συνθηκών.

Η Συνέλευση προτείνει την προσάρτηση στη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης πέντε πρωτοκόλλων και τριών δηλώσεων, συγκεκριμένα:

[ Αρχή της σελίδας ]

ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ

Στα πλαίσια της επιθυμίας για σαφήνεια, οι κύριες καινοτομίες που εισάγει το σχέδιο του Συντάγματος ενσωματώθηκαν σε τέσσερα κεφάλαια. Στη συνέχει παρατίθενται συνοπτικά.

Οι θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης

Τα θεσμικά όργανα

Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

Πολιτικές της Ένωσης

[ Αρχή της σελίδας ]

ΟΙ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ

Το κείμενο που υπέβαλε η Συνέλευση αποτελεί σχέδιο που πρέπει να αποτελέσει τη βάση για τις εργασίες της ΔΔ, που είναι η μόνη που μπορεί να λάβει οριστικές αποφάσεις σχετικά με το περιεχόμενο της μελλοντικής Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ένωσης.

Οι εργασίες της ΔΔ άρχισαν την 4η Οκτωβρίου 2003 κατά τη διάρκεια συνόδου των Αρχηγών Κρατών και κυβερνήσεων στη Ρώμη. Διεξάγεται στο υψηλότερο επίπεδο δεδομένου ότι μόνον οι Υπουργοί Εξωτερικών και οι Αρχηγοί Κράτους η Κυβερνήσεως συζητούν τις προτάσεις της Συνέλευσης. Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης δεν συμμετάσχει στην ΔΔ, αλλά έχουν προσκληθεί οι παρατηρητές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Για περίοδο πλέον των δύο μηνών, οι Υπουργοί Εξωτερικών και οι Αρχηγοί Κρατών και κυβερνήσεων συνεδριάζουν τακτικά σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμβιβασμός. Κατά τις πρώτες συναντήσεις και τις λήψης θέσεων, κυριαρχούσε κάποια αβεβαιότητα διότι ορισμένες χώρες απαιτούσαν το δικαίωμα επανέναρξης της συζήτησης σχετικά με πτυχές επί των οποίων είχε επιτευχθεί συμφωνία στο πλαίσιο της Συνέλευσης. Σε περίπτωση επανέναρξης της συζήτησης επί του συνόλου του σχεδίου θα τεθεί ο κίνδυνος κάθε κυβέρνηση να επιχειρεί να επιβάλει τις εθνικές της διεκδικήσεις και να ευνοήσει την πρακτική του συστήματος αμοιβαίων εκχωρήσεων που είχε αποδειχθεί καταστρεπτικό κατά την προηγούμενη ΔΔ.
Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελών στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2003, δεν είχε καταστεί δυνατή η επίτευξη σφαιρικής συμφωνίας επί του Συντάγματος. Πράγματι, τα κράτη μέλη δεν επέτυχαν συμφωνία μεταξύ τους επί δύο θεμελιωδών ζητημάτων, ήτοι επί των μελλοντικών διαδικασιών ψηφοφορίας με πλειοψηφία στο πλαίσιο του Συμβουλίου και της σύνθεσης της Επιτροπής.
Συνεπώς, η Διακυβερνητική Διάσκεψη ζήτησε από την ιρλανδική Προεδρία να προβεί σε διαβουλεύσεις.
Μετά την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας στις 18 Ιουνίου 2004, με τη λήξη των εργασιών της ΔΚΔ, το σχέδιο Συντάγματος υποβλήθηκε στους αρχηγούς κρατών, οι οποίοι το υπέγραψαν στις 29 Οκτωβρίου 2004.

Για να τεθεί σε ισχύ η συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, έπρεπε να επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη, με βάση τους ισχύοντες συνταγματικούς κανόνες τους, δηλαδή μέσω επικύρωσης από το κοινοβούλιο ή μέσω δημοψηφίσματος.

Λόγω των δυσκολιών που συνάντησε η επικύρωση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων αποφάσισαν, στο πλαίσιο των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 16ης και 17ης Ιουνίου 2005, να δρομολογήσουν μια «περίοδο προβληματισμού» με αντικείμενο το μέλλον της Ευρώπης.

Κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21ης και 22ας Ιουνίου 2007, οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες κατέληξαν σε συμβιβασμό. Δόθηκε εντολή για τη σύγκληση μιας ΔΚΔ με σκοπό την οριστικοποίηση και την έκδοση μιας «μεταρρυθμιστικής συνθήκης» για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το τελικό κείμενο της συνθήκης στο οποίο κατέληξε η ΔΚΔ εγκρίθηκε στη διάρκεια της άτυπης συνόδου κορυφής που πραγματοποιήθηκε στη Λισσαβόνα στις 18 και 19 Οκτωβρίου. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας υπογράφηκε από τα κράτη μέλη στις 13 Δεκεμβρίου 2007.

[ Αρχή της σελίδας ] [ Επόμενο δελτίο ] [ Περιεχόμενα ]


Τα εν λόγω δελτία δεν δεσμεύουν νομικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν καλύπτουν διεξοδικά όλους τους τομείς και δεν ερμηνεύουν το κείμενο της Συνέλευσης.


Έκδοση εκτύπωσης | Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Τι νέα; | Διερεύνηση | Επικοινωνία | Ευρετήριο | Γλωσσάριο | Πληροφορίες για τον παρόντα δικτυακό τόπο | Αρχή σελίδας