Έκδοση εκτύπωσης | Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Τι νέα; | Διερεύνηση | Επικοινωνία | Ευρετήριο | Γλωσσάριο | Πληροφορίες για τον παρόντα δικτυακό τόπο
Σύνταγμα της Ευρώπης Προσπεράστε την επιλογή της γλώσσας και πηγαίνετε κατευθείαν στον κατάλογο των δελτίων σύνοψης (πλήκτρο πρόσβασης=1)
EUROPA > Σύνοψη της νομοθεσίας > Πολιτικές της Ένωσης

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ >

Πολιτικές της Ένωσης


Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις


Εισαγωγή
Σύνορα, άσυλο και μετανάστευση
Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις
Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις
Αστυνομική συνεργασία
Καταπολέμηση της απάτης
Απαγόρευση των διακρίσεων, ιθαγένεια και ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων
Τα πρωτόκολλα
Πίνακας ανακεφαλαίωσης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης επιφέρει σημαντικές θετικές αλλαγές στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, κυρίως την εξάλειψη του τρίτου πυλώνα και τη σχεδόν πλήρη γενίκευση της κοινοτικής μεθόδου. Σε σχέση με το σχέδιο που υπέβαλε η Συνέλευση , η Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ) προέβη σε μικρές και μεμονωμένες τροποποιήσεις.

Οι υπάρχουσες διατάξεις συγκεντρώνονται σε ένα ενιαίο κεφάλαιο (το Κεφάλαιο IV του Τίτλου III του Μέρους III). Ο γενικός ορισμός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης περιέχεται στα άρθρα I-42 και III-257 της συνθήκης: «Η Ένωση προσφέρει στους πολίτες της έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα». Το άρθρο I-42 διαχωρίζει τους σχετικούς τομείς δράσεις της Ένωσης, δηλαδή τον νομοθετικό τομέα και την επιχειρησιακή συνεργασία (αυτή η τελευταία εμπίπτει στο πεδίο της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων).

Το άρθρο III-257 αναφέρεται στις εξής αρχές:

Επιπλέον, υπό το φως των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Θαμπερέ, θεωρήθηκε κατάλληλη η προσθήκη της αναφοράς της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, συγκεκριμένα σε αστικές υποθέσεις.

Ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων διευκρινίζεται στα άρθρα I-42 και III-259. Στο σημερινό σύστημα, τα εθνικά κοινοβούλια συμμετέχουν στην έγκριση των ισχυόντων κανόνων μέσω της κύρωσης των συμβάσεων από τα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι αυτό το νομικό μέσο δεν περιλαμβάνεται πλέον στο Σύνταγμα, στο εξής τρία μέτρα επιτρέπουν στα κοινοβούλια να συνεχίζουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς τον έλεγχο της εφαρμογής αυτής της πολιτικής:

  1. προσφυγή σε «μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης» στον τομέα της επικουρικότητας, ο οποίος μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή από το ένα τέταρτο των εθνικών κοινοβουλίων·
  2. συμμετοχή στον πολιτικό έλεγχο της Ευρωπόλ και στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust, γεγονός που αποτελεί καινοτομία·
  3. πληροφόρηση σχετικά με το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα ου μηχανισμού αμοιβαίας αξιολόγησης («αξιολόγηση από ομότιμους»), σε συνεργασία με την Επιτροπή.

Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο III-260) προβλέπει την εφαρμογή ενός μηχανισμού που εφαρμόζεται με επιτυχία τα τελευταία χρόνια. Επιτρέπει την παρακολούθηση της συγκεκριμένης εφαρμογής στο επιχειρησιακό επίπεδο των πολιτικών της Ένωσης από τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές, ευνοώντας παράλληλα την αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των κρατών μελών.

Ακόμα, στο μέλλον τα εθνικά κοινοβούλια θα ενημερώνονται πάντα σχετικά με τις εργασίες της επιτροπής για την εσωτερική ασφάλεια, η οποία ως ένα βαθμό είναι ο διάδοχος μιας επιτροπής συντονισμού ονομαζόμενης « επιτροπή 36» σύμφωνα με τον αριθμό του άρθρου της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (συνθήκη ΕΕ) που τη θέσπισε. Πράγματι, το άρθρο III-261 προβλέπει τον αναπροσδιορισμό της αποστολής της: η νέα αυτή μόνιμη επιτροπή, που προς το παρόν έχει ως καθήκον να συμβάλει στην προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, στο εξής θα εργάζεται αποκλειστικά για την προώθηση και την ενίσχυση της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών σε θέματα αστυνομίας και εσωτερικής ασφάλειας.

Αυτή η έννοια της εσωτερικής ασφάλειας αποτελεί χαρακτηριστικό του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ενώ στο Μέρος I του Συντάγματος η ΔΚΔ χρησιμοποιεί την έννοια της «εσωτερικής ασφάλειας», η οποία είναι ευρύτερη και λιγότερο συγκεκριμένη, όσον αφορά την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών.

Η διοικητική συνεργασία (μη επιχειρησιακή) των αρμοδίων υπηρεσιών εξασφαλίζεται από το άρθρο III-263, το οποίο δεν επιφέρει καμία αλλαγή στο τρέχον άρθρο 66 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (συνθήκη ΕΚ) που προβλέπει, δυνάμει της συνθήκης της Νίκαιας, ότι τα μέτρα συνεργασίας λαμβάνονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία.

Σχετικά με τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, η συνταγματική συνθήκη εξαλείφει τους περιορισμούς και τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 68 της συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 35 της συνθήκης ΕΕ, επιτρέποντάς του ιδίως να αποφαίνεται σχετικά με τις παραβιάσεις των κρατών μελών στον συγκεκριμένο τομέα. Ωστόσο, οι εξαιρέσεις που συνδέονται με τον έλεγχο της εγκυρότητας και της αναλογικότητας των επιχειρησιακών δράσεων της αστυνομίας, την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας που προβλέπονται από το άρθρο 35, παράγραφος 5 της συνθήκης ΕΕ, επιβεβαιώνονται στο άρθρο III-377.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Στο Σύνταγμα, οι πολιτικές σχετικά με τους ελέγχους των συνόρων, το άσυλο και τη μετανάστευση γίνονται κοινές πολιτικές. Οι διατάξεις που αφορούν τους τομείς αυτούς δεν διαφέρουν σε σχέση με εκείνες που πρότειναν τα μέλη της Συνέλευσης.

Η νέα συνθήκη καθορίζει ως γενικό κανόνα στον εν λόγω τομέα την αρχή της αλληλεγγύης και τη δίκαιη κατανομή ευθυνών, μεταξύ άλλων και στο οικονομικό επίπεδο (άρθρο III-268), ενώ ο Τίτλος IV της συνθήκης ΕΚ δεν προβλέπει την αρχή του «καταμερισμού του βάρους» παρά μόνο για την υποδοχή των μεταναστών και εκτοπισμένων προσώπων σε περιπτώσεις μαζικής συρροής.

Όσον αφορά τις διαδικασίες, η Επιτροπή διαθέτει εφεξής το μονοπώλιο του δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας (όπως προβλεπόταν ήδη από τη συνθήκη του ¶μστερνταμ από την 1η Μαΐου 2004). Ωστόσο, το κείμενο του Συντάγματος καταργεί τη ρήτρα (άρθρο 67 της συνθήκης ΕΚ) βάσει της οποίας η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει τις αιτήσεις που προέρχονται από κάποιο κράτος μέλος.

Όλα τα μέτρα θεσπίζονται με νόμο ή νόμο-πλαίσιο και δια της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, εκτός των κατεπειγόντων μέτρων σε περίπτωση αιφνίδιας συρροής σχετικά με τα οποία θεσπίζονται έπειτα από διαβούλευση μόνο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η ειδική πλειοψηφία επεκτείνεται σε όλους τους τομείς των εν λόγω πολιτικών, γεγονός που αποτελεί νέα πρόοδο συγκριτικά με τις διαδικαστικές τροποποιήσεις που είχε εισαγάγει η συνθήκη της Νίκαιας. Αντιθέτως με τη συνθήκη ΕΚ, η νέα συνταγματική συνθήκη καθορίζει τις αρχές που θα ακολουθούνται για κάθε μία από τις πολιτικές σε αυτόν τον τομέα.

Έλεγχος προσώπων στα σύνορα

Το άρθρο 62 της συνθήκης ΕΚ αντικαθίσταται από το άρθρο III-265. Υπογραμμίζονται τρεις κύριες αλλαγές :

¶συλο

Έχοντας εγκαταλειφθεί η αναφορά ελάχιστων κανόνων, το άρθρο III-266 του Συντάγματος ενσωματώνει την έννοια ενός «κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου» που περιλαμβάνει για τους υπηκόους τρίτων χωρών:

Όσον αφορά τα εκτοπισμένα πρόσωπα σε περίπτωση μαζικής συρροής, η Ένωση δεν αναγνωρίζει ενιαίο καθεστώς, αλλά μόνον τη δυνατότητα δημιουργίας κοινού συστήματος προσωρινής προστασίας στα πλαίσια της τήρησης των διατάξεων της Σύμβασης της Γενεύης.

Η σπουδαιότητα της εξωτερικής πτυχής της πολιτικής ασύλου εκφράζεται στη διάταξη που επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων για την εταιρική σχέση και συνεργασία με τρίτες χώρες για τη διαχείριση της συρροής των προσώπων που αιτούνται ασύλου ή επικουρικής ή προσωρινής προστασίας.

Μετανάστευση

Η κοινή πολιτική όσον αφορά τη μετανάστευση (άρθρο III-267) περιλαμβάνει την αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, τη δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στα κράτη μέλη, καθώς και πρόληψη και καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας ανθρώπων (κυρίως γυναικών και παιδιών).

Το Σύνταγμα παγιώνει την εξέλιξη που εισήγαγε η συνθήκη του ¶μστερνταμ , αναφέροντας μια διάταξη που εκχωρεί ρητές εξουσίες στην Ένωση ώστε να συνάπτει συμφωνίες για την επανεισδοχή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.
Οι σημαντικότερες καινοτομίες αφορούν τους παρανόμως διαμένοντες υπηκόους: στο εξής, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα ενθάρρυνσης και στήριξης για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών, αποκλειόμενης οποιασδήποτε εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών (ακριβώς όπως ισχύει και στην περίπτωση της πρόληψης του εγκλήματος).

Από την άλλη, το άρθρο III-267 αποτελεί σαφώς τη νομική βάση για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων χωρών. Ωστόσο, τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητά τους να καθορίζουν τον όγκο των εισερχόμενων υπηκόων τρίτων χωρών, με σκοπό την εργασία. Η συγκεκριμένη παράγραφος είναι ιδιαίτερης σημασίας διότι, παρότι δεν επηρεάζει την πρόσβαση στην αγορά εργασίας των υπηκόων που είναι ήδη εγκατεστημένοι σε κάποιο κράτος μέλος, ούτε τις εισόδους για άλλους λόγους (συγκεκριμένα τις περιπτώσεις επανένωσης οικογενειών και σπουδών), αποτελεί μια σημαντική επιφύλαξη υπέρ της εθνικής αρμοδιότητας όσον αφορά τον κοινό καθορισμό της πολιτικής για τη μετανάστευση.

Τέλος, δεν επέρχεται καμία αλλαγή στην καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και την πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων που περιλαμβάνονται ήδη στο άρθρο 63 της συνθήκης ΕΚ, εκτός από το εδάφιο που αφορά την εμπορία ανθρώπων.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Όπως στο άρθρο 65 της τρέχουσας συνθήκης ΕΚ, η δικαστική συνεργασία περιορίζει τις αστικές υποθέσεις, πάντα «στο μέτρο που είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».

Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών και εξωδικαστικών αποφάσεων συμπεριλήφθηκε στη συνταγματική συνθήκη ως ο θεμέλιος λίθος στον οποίο στηρίζεται η δικαστική συνεργασία στον τομέα αυτόν. Η αναφορά που γίνεται στα «μέτρα προσέγγισης» είναι επίσης πολύ σημαντική διότι διευρύνεται ο κατάλογος των τομέων στους οποίους η Ένωση μπορεί να θεσπίσει αυτά τα μέτρα, περιλαμβανομένων εκείνων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου πρόσβασης στη δικαιοσύνη, στην εξάλειψη των εμποδίων στην ομαλή διεξαγωγή των αστικών δικών, την ανάπτυξη εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, και την υποστήριξη της κατάρτισης των δικαστών και του προσωπικού των δικαστηρίων.

Όπως αποφασίστηκε από τη συνθήκη της Νίκαιας, όλα τα νομοθετικά μέτρα θα διέπονται από τη διαδικασία ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία και τη διαδικασία συναπόφασης, εκτός των πτυχών που άπτονται του οικογενειακού δικαίου με διασυνοριακές επιπτώσεις για τις οποίες διατηρείται η ομοφωνία.

Ωστόσο, στο Σύνταγμα εκτιμάται αναγκαία η προσθήκη παραγράφου στο άρθρο III-269, η οποία να επιτρέπει στο Συμβούλιο των Υπουργών, που αποφασίζει με ομοφωνία, να καθιστά εφαρμοστέα τη συνήθη νομοθετική διαδικασία σε συγκεκριμένες πτυχές του οικογενειακού δικαίου. Αυτή η ειδική μεταβατική ρήτρα θα επιτρέψει να αποφευχθεί η ανάγκη τροποποίησης του Συντάγματος.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Έπειτα από την κατάργηση του τρίτου πυλώνα, η πανοπλία των πράξεων που χρησιμοποιούνται προς το παρόν (κοινές θέσεις, αποφάσεις, αποφάσεις-πλαίσια, συμβάσεις) θα εξαλειφθεί και θα αντικατασταθεί από τους νόμους και τους νόμους-πλαίσια που θεσπίζονται μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας (από κοινού νομοθεσία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Υπουργών και τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου), εκτός από τα θέματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (βλ. στη συνέχεια).

Στο σχέδιο συντάγματος, η ειδική πλειοψηφία προτεινόταν ως κανόνας σε θέματα ποινικής δικαστικής συνεργασίας και ποινικού δικαίου. Ύστερα από τις διαβουλεύσεις και για αποφευχθεί η ομόφωνη οπισθοχώρηση, η ΔΚΔ εισήγαγε τροποποίηση, η οποία λειτουργεί ως πέδη έκτακτης ανάγκης ( emergency brake ). Η εν λόγω ρήτρα προβλέπει ότι, όταν ένα κράτος μέλος εκτιμά πως ένα σχέδιο νόμου ή νόμου-πλαισίου πλήττει τις θεμελιώδεις πτυχές του ποινικού δικαστικού του συστήματος, μπορεί να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ώστε να διακόψει τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Ύστερα από συζήτηση και εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί να επιλέξει μεταξύ του να παραπέμψει το σχέδιο στο Συμβούλιο, ξεκινώντας έτσι εκ νέου τη συνήθη διαδικασία· ή να ζητήσει, είτε από την Επιτροπή είτε από την ομάδα των κρατών μελών που υπέβαλαν το σχέδιο, να υποβάλουν ένα νέο σχέδιο. Εάν ύστερα από τέσσερις μήνες αδράνειας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με το αρχικό σχέδιο ή δώδεκα μήνες συζητήσεων στο Συμβούλιο σχετικά με το νέο σχέδιο, ο νόμος ή ο νόμος-πλαίσιο δεν έχει ακόμα θεσπιστεί, ένα τρίτο των κρατών μελών μπορεί να ξεκινήσει μια ενισχυμένη συνεργασία. Η διαδικασία είναι απλουστευμένη, εφόσον η προκαταρκτική έγκριση που προβλέπεται από τους γενικούς κανόνες θεωρείται ότι χορηγείται αυτόματα.

Το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας στον τομέα αυτόν εξακολουθεί να καταμερίζεται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, αλλά η Συνέλευση ορίζει «απαρτία» για την υποβολή πρωτοβουλίας (το εν τέταρτο των κρατών μελών, ήτοι 7 χώρες σε μια διευρυμένη Ένωση των 25 ή των 27), ενώ το άρθρο 34 της συνθήκης ΕΕ προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος δύναται να ασκεί το δικαίωμα πρωτοβουλίας του. Αυτή η τροποποίηση οδηγεί στην πρόβλεψη ότι θα μειωθεί ο αριθμός πρωτοβουλιών εκ μέρους των κρατών μελών που συχνά δεν ανταποκρίνονται πράγματι στα συμφέροντα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Θεμελιώδεις αρχές, ποινική διαδικασία και ουσιαστικό ποινικό δίκαιο
Όπως και η δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, παγιώνεται στο Σύνταγμα η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις, ως εγκρίθηκε σε πολιτικό επίπεδο στο Τάμπερε. Αυτή η αρχή αποτελεί των ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, συμβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών (όπως προβλέπεται από το άρθρο I-42 της συνταγματικής συνθήκης).

Η συνεργασία περιλαμβάνει επίσης την προσέγγιση των νομοθεσιών χάρη στην έγκριση ελάχιστων κανόνων στους εξής τομείς:

Την ποινική διαδικασία. Μέσω του άρθρου ΙΙΙ-270, το Σύνταγμα καθιερώνει τρεις τομείς παρέμβασης:

Ύστερα από τις τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε στο σχέδιο συντάγματος η Διακυβερνητική Διάσκεψη, αυτή η προσέγγιση των ποινικών νομοθεσιών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον «κατά τον βαθμό που είναι απαραίτητο» και λαμβάνοντας υπόψη τις «διαφορές μεταξύ των νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών μελών».

Το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο. Το άρθρο III-271 προβλέπει ότι η Ένωση μπορεί να καθορίζει τα ποινικά αδικήματα και τις κυρώσεις βάσει ενός καταλόγου σοβαρών εγκλημάτων και με διασυνοριακό χαρακτήρα όπου περιλαμβάνονται δέκα τομείς: τρομοκρατία, παράνομη εμπορία ναρκωτικών, οργανωμένη εγκληματικότητα (σχετικά με την οποία το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της συνθήκης ΕΕ προβλέπει ήδη τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων), εμπορία ανθρώπων, σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών, παράνομη εμπορία όπλων, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, διαφθορά, παραχάραξη μέσων πληρωμής, εγκληματικότητα στον χώρο της πληροφορικής.

Όπως ισχύει με τον κατάλογο των ειδικών στοιχείων της ποινικής διαδικασίας, ο παραπάνω κατάλογος είναι ενδεικτικός: το Συμβούλιο των Υπουργών μπορεί, αποφασίζοντας ομόφωνα και κατόπιν έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προσδιορίσει κι άλλους τομείς εγκληματικότητας.

Επιπλέον, το Συμβούλιο μπορεί να ορίσει, επίσης με ομόφωνη γνώμη, τους ελάχιστους κανόνες σχετικά με τις συνιστώσες των ποινικών παραβάσεων και με τις εφαρμοστέες κυρώσεις (ουσιαστικό ποινικό δίκαιο), όταν η προσέγγιση των νομοθεσιών παρίσταται αναγκαία για την εξασφάλιση ότι εφαρμόζεται αποτελεσματικά μια πολιτική της Ένωσης σε τομέα που έχει ήδη καταστεί αντικείμενο μέτρων εναρμόνισης. Αυτό το κριτήριο θα επιτρέψει την κάλυψη συγκεκριμένα της καταπολέμησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, της απάτης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, της φοροαποφυγής, των περιβαλλοντικών εγκλημάτων και της παραχάραξης του ευρώ.

Πρόληψη του εγκλήματος

Το άρθρο III-272 της συνταγματικής συνθήκης αποτελεί τη νομική βάση σχετικά με την πρόληψη του εγκλήματος. Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει τη δυνατότητα να θεσπιστούν μέτρα ενθάρρυνσης και στήριξης, χωρίς τα μέτρα αυτά να συνεπάγονται προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων.

Eurojust

Το άρθρο III-273 διευρύνει και καθορίζει καλύτερα τις επιχειρησιακές αρμοδιότητες της Eurojust. Το άρθρο 31 της συνθήκης ΕΕ, η οποία τροποποιήθηκε από τη συνθήκη της Νίκαιας, προβλέπει ότι η Eurojust θα δύναται να ζητά από κάποιο κράτος μέλος την έναρξη έρευνας χωρίς αυτό το αίτημα να είναι δεσμευτικό. Ύστερα από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της ΔΔ, η συνθήκη προβλέπει εφεξής ότι η Eurojust θα μπορεί:

Οι ενέργειες της Eurojust πρέπει να σέβονται τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου .

Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

Η πρόταση της Συνέλευσης σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτέλεσε αντικείμενο σημαντικών τροποποιήσεων από τη ΔΚΔ. Το άρθρο III-274 του Συντάγματος τώρα προβλέπει ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα και ύστερα από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δύναται να συγκροτήσει Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με βάση την Eurojust, αλλά αποκλειστικά με σκοπό την καταπολέμηση των παραβάσεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Στα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα περιλαμβάνεται η έρευνα, η δίωξη και η παραπομπή στα δικαστήρια των δραστών αυτού του είδους των παραβάσεων και των συνενόχων τους.

Ωστόσο, το Σύνταγμα αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό προβλέποντας τη δυνατότητα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να επεκτείνει τις αρμοδιότητες της Εισαγγελίας όσον αφορά την καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας που ενέχει μια διακρατική διάσταση. Αυτή η απόφαση θα μπορεί να τεθεί σε ισχύ ταυτόχρονα ή ύστερα από εκείνη που θεσπίζει την Εισαγγελία και θα πρέπει να ληφθεί με ομόφωνη γνώμη, ύστερα από έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και διαβουλεύσεις με την Επιτροπή.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Όπως ισχύει με τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, η κατάργηση του τρίτου πυλώνα επηρεάζει επίσης τις διαδικασίες που προβλέπονται για την αστυνομική συνεργασία.

Οι εξουσίες της Ένωσης σχετικώς δεν έχουν εξελιχθεί πολύ από τη συνθήκη ΕΕ διότι το πεδίο εφαρμογής της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών (άρθρο III-275) είναι το ίδιο με εκείνο δυνάμει του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΕ. Οι διατάξεις που αφορούν την άσκηση επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και εκείνες που αφορούν την παρέμβαση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (άρθρο III-277) συνεχίζουν να υπόκεινται στον κανόνα της ομοφωνίας, ενώ για τα μέτρα που αφορούν στην μη επιχειρησιακή συνεργασία θα είναι επαρκής η ειδική πλειοψηφία.

Οι διατάξεις του άρθρου III-276 σχετικά με την Ευρωπόλ συνδυάζουν τις διατάξεις του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΕ. Ενισχύουν τις εξουσίες δράσης στην περίπτωση «σοβαρών εγκλημάτων που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη», επιτρέποντας την εξασφάλιση του συντονισμού, της οργάνωσης και της διεξαγωγής ερευνών από κοινού με τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Ωστόσο, κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον του άρθρου 32 της συνθήκης ΕΕ, προβλέπεται ότι όλες οι επιχειρησιακές δράσεις της Ευρωπόλ πρέπει να διεξάγονται σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές και η εφαρμογή μέτρων καταναγκαστικού χαρακτήρα εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί έλεγχο στην Ευρωπόλ με τη συνδρομή των εθνικών κοινοβουλίων. Οι πράξεις αυτές πρέπει να τηρούν τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΕΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Όσον αφορά την καταπολέμηση της απάτης, το Σύνταγμα διατηρεί στο άρθρο III-415 το λεκτικό του άρθρου 280 της συνθήκης ΕΚ. Ωστόσο, εξαλείφει το τελευταίο μέρος της παραγράφου 4 που προέβλεπε ότι «τα απαραίτητα μέτρα στους τομείς της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας δεν αφορούν την εφαρμογή του εθνικού ποινικού δικαίου ούτε την απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη». Η συγκεκριμένη αλλαγή θα επιτρέψει στην Ένωση να αποκτήσει τις απαραίτητες νομικές πράξεις στις ποινικές υποθέσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ, ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Ο Τίτλος II του τρίτου μέρους της συνταγματικής συνθήκης αφορά την «απαγόρευση των διακρίσεων και την ιθαγένεια». Υπογραμμίζονται τρεις καινοτομίες:

Μεταξύ των δικαιωμάτων που απαρτίζουν την ιθαγένεια, το άρθρο I-10 παράγραφος 2 ορίζει, όπως και το άρθρο 18 της συνθήκης ΕΚ, το δικαίωμα της ελευθερίας της κυκλοφορίας και διαμονής. Η σημαντικότερη καινοτομία της συνταγματικής συνθήκης έγκειται στο άρθρο III-125, το οποίο διευρύνει τις αρμοδιότητες της Ένωσης στους τομείς που είχε αποκλείσει η συνθήκη της Νίκαιας, ήτοι στα μέτρα σχετικά με τα διαβατήρια, τα δελτία ταυτότητας, τους τίτλους διαμονής ή κάθε άλλο εξομοιούμενο έγγραφο, καθώς και στα μέτρα σχετικά με την κοινωνική ασφάλεια ή την κοινωνική προστασία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προβλέπεται η θέσπιση νόμου με ομοφωνία και αφού ζητηθεί η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

[ Αρχή της σελίδας ]

ΤΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ

Όπως και στις συνθήκες ΕΚ και ΕΕ, οι διατάξεις που αφορούν τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης του Συντάγματος συμπληρώνονται από πολλά πρωτόκολλα, ιδίως εκείνο που αναφέρεται στο κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο ενσωματώνεται στο πλαίσιο της Ένωσης καθώς και τα πρωτόκολλα που καθορίζουν ειδικά καθεστώτα για ορισμένα κράτη μέλη (Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Δανία).

Δεδομένου ότι η Συνέλευση δεν εξέτασε τα εν λόγω πρωτόκολλα, επιφορτίστηκε η ΔΚΔ με την προσαρμογή τους στο νέο συνταγματικό πλαίσιο. Μεταξύ των καινοτομιών μπορούν να αναφερθούν οι εξής:

[ Αρχή της σελίδας ]

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

¶ρθρα Θέμα Παρατηρήσεις
I-42 Ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Νέες διατάξεις
III-124 Καταπολέμηση των διακρίσεων Σημαντικές τροποποιήσεις
III-125 Μέτρα σχετικά με το δικαίωμα της ελευθερίας της κυκλοφορίας και διαμονής -
III-126 Ιθαγένεια -
III-127 Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, παροχές κοινωνικής ασφάλισης Σημαντικές τροποποιήσεις
III-128
III-129
Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων -
[ ;; ] III-136 Ορισμός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Σημαντικές τροποποιήσεις
[ ;; ] III-160 Ρόλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου -
III-257 Ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων Νέες διατάξεις
III-258 Μηχανισμοί αξιολόγησης -
III-259 Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, παροχές κοινωνικής ασφάλισης -
III-260 Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων -
III-261 Επιχειρησιακή συνεργασία -
III-262 Μέτρα δημόσιας τάξης και εσωτερικής ασφάλειας -
III-263 Διοικητική συνεργασία στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης -
III-264 Δικαίωμα πρωτοβουλίας Σημαντικές τροποποιήσεις
III-265 Έλεγχος στα σύνορα Σημαντικές τροποποιήσεις
III-266 ¶συλο -
III-267 Μετανάστευση -
III-268 Αρχή της αλληλεγγύης Νέες διατάξεις
III-269 Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις Σημαντικές τροποποιήσεις
III-270 Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις -
III-271 Προσέγγιση των ποινικών κανόνων, αδικημάτων και κυρώσεων -
III-272 Μέτρα ενθάρρυνσης στον τομέα της πρόληψης του εγκλήματος Νέες διατάξεις
III-273 Eurojust Σημαντικές τροποποιήσεις
III-274 Ευρωπαϊκή Εισαγγελία Νέες διατάξεις
III-275 Μη επιχειρησιακή αστυνομική συνεργασία Σημαντικές τροποποιήσεις
III-276 Ευρωπόλ -
III-277 Παρέμβαση σε έδαφος άλλου κράτους μέλους -
III-377 Αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις επιχειρήσεις των αρχών επιβολής του νόμου -
III-415 Καταπολέμηση της απάτης Σημαντικές τροποποιήσεις

[ Αρχή της σελίδας ] [ Προηγούμενη σελίδα ] [ Επόμενη σελίδα ] [ Περίληψη ]


Τα εν λόγω δελτία δεν δεσμεύουν νομικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν καλύπτουν διεξοδικά όλους τους τομείς και δεν ερμηνεύουν το κείμενο του Συντάγματος.


Έκδοση εκτύπωσης | Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Τι νέα; | Διερεύνηση | Επικοινωνία | Ευρετήριο | Γλωσσάριο | Πληροφορίες για τον παρόντα δικτυακό τόπο | Αρχή σελίδας