Έκδοση εκτύπωσης | Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Τι νέα; | Διερεύνηση | Επικοινωνία | Ευρετήριο | Γλωσσάριο | Πληροφορίες για τον παρόντα δικτυακό τόπο
Οι ργασίες της ΔΚΔ του 2003/2004 Προσπεράστε την επιλογή της γλώσσας και πηγαίνετε κατευθείαν στον κατάλογο των δελτίων σύνοψης (πλήκτρο πρόσβασης=1)
EUROPA > Σύνοψη της νομοθεσίας > Η διακυβερνητική διάσκεψη 2003/2004

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ >

Αρχεία   Αρχεία   Αρχεία   Αρχεία

Η διακυβερνητική διάσκεψη 2003/2004


Θεσμικά θέματα


Η σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Οι συνθέσεις των Συμβουλίων και η προεδρία τους
Η λήψη αποφάσεων στο Συμβούλιο
Το Νομοθετικό Συμβούλιο
Η σύνθεση της Επιτροπής
Ο ρόλος του υπουργού Εξωτερικών της Ένωσης
Το πεδίο εφαρμογής της ειδικής πλειοψηφίας και οι μεταβατικές ρήτρες

Με την ανάγνωση του τελικού κειμένου που εγκρίθηκε στις 18 Ιουνίου 2004, βεβαιώνεται ότι η Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ) ακολούθησε ευρέως τις προτάσεις της Συνέλευσης και επιβεβαίωσε τις προσπάθειες ανανέωσης και αποσαφήνισης του θεσμικού πλαισίου που αυτή προτείνει.
Πρέπει ωστόσο να επισημανθούν ορισμένες τροποποιήσεις.
Σε θεσμικό επίπεδο, οι κυριότερες διατάξεις που απορρέουν από τη Συνέλευση τροποποιήθηκαν, ειδικότερα, όσον αφορά τη σύνθεση της Επιτροπής , τις λεπτομέρειες ψηφοφορίας στο Συμβούλιο , το πεδίο εφαρμογής της ειδικής πλειοψηφίας και τον ελάχιστο αριθμό εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο .

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Οι προτάσεις της Συνέλευσης

Η Συνέλευση πρότεινε τον καθορισμό των εδρών σε 736, αυξάνοντας κατά τέσσερις έδρες τον αριθμό που είχε καθοριστεί με τη Συνθήκη της Νίκαιας . Επιπλέον, πρότεινε να θεσπιστεί κανόνας κατανομής που να διευκρινίζει ότι η εκπροσώπηση των πολιτών ακολουθεί φθίνον αναλογικό σύστημα, με ελάχιστο όριο τεσσάρων εδρών ανά κράτος μέλος.

Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ΔΚΔ

Για τις μικρές χώρες, το ελάχιστο όριο εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι βασικό στοιχείο δεδομένου ότι συνδέεται άμεσα με τη δημογραφική τους αντιπροσωπευτικότητα. Για το λόγο αυτό πολλές ζήτησαν υψηλότερο ελάχιστο όριο εδρών από εκείνο που προβλεπόταν από τη Συνέλευση.
Μια άτυπη συμφωνία διεφάνη σχετικά γρήγορα όσον αφορά την αύξηση του ελάχιστου ορίου εδρών. Κατά τη σύσκεψη της Νάπολης προτάθηκε να αυξηθεί το ελάχιστο όριο των εδρών σε 5 και να επανεξεταστεί ο αριθμός των βουλευτών άνω του 736. Η συζήτηση για τους αριθμούς αυτούς, αν και χωρίς ιδιαίτερες διαμάχες, συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και μπόρεσε να καταλήξει σε συμβιβασμό μόνο κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης και 18ης Ιουνίου 2004 με το οποίο ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της ΔΚΔ.

Οι διατάξεις του Συντάγματος

Η ΔΚΔ αποφάσισε να αυξήσει τον μέγιστο αριθμό εδρών σε 750. Κάθε κράτος θα δικαιούται το ελάχιστο 6 και το ανώτερο 96 έδρες.
Όπως προτείνεται από τη Συνέλευση, ο οριστικός αριθμός εδρών που χορηγείται σε κάθε κράτος μέλος, με βάση το φθίνον αναλογικό σύστημα, θα αποφασιστεί πριν από τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2009 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ομοφωνία.

Αρχή της σελίδας

ΟΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥΣ

Οι προτάσεις της Συνέλευσης

Το σχέδιο συνταγματικής συνθήκης προέβλεπε ότι την προεδρία όλων των συνθέσεων του Συμβουλίου Υπουργών θα ασκούσαν οι εκπρόσωποι των κρατών μελών βάσει συστήματος ισότιμης εναλλαγής, για διάρκεια ενός έτους τουλάχιστον, με εξαίρεση το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών την προεδρία του οποίου θα συνέχιζε να ασκεί ο υπουργός Εξωτερικών της Ένωσης.
Η Συνέλευση δεν καθόρισε τις λεπτομέρειες αυτού του συστήματος εναλλαγής αλλά πρότεινε να καθοριστούν με ευρωπαϊκή απόφαση, που εγκρίνεται με ομοφωνία από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτικές και γεωγραφικές ισορροπίες και την πολυμορφία των κρατών μελών.

Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ΔΚΔ

Επιτεύχθηκε γρήγορα συναίνεση όσον αφορά τη γενική αρχή της εναλλαγής της προεδρίας των συμβουλίων υπουργών και της συλλογικής προεδρίας.
Πολλοί ήσαν ωστόσο οι δισταγμοί όσον αφορά τον καθορισμό των λεπτομερειών αυτής της φόρμουλας: πραγματοποιήθηκαν πολλές σχολαστικές συζητήσεις, στο πλαίσιο της Ιρλανδικής Προεδρίας για τον αριθμό των χωρών (3 ή 4) και τη διάρκεια (από 6 μήνες έως 2 έτη).

Οι διατάξεις του Συντάγματος

Η ΔΚΔ απομακρύνθηκε από τις προτάσεις της Συνέλευσης, επιλέγοντας την αρχή της προεδρίας ανά ομάδα κρατών για τις συνθέσεις του Συμβουλίου (με εξαίρεση το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων υπό την προεδρία του υπουργού Εξωτερικών).
Το κείμενο του Συντάγματος περιορίζεται ωστόσο στην πρόβλεψη ενός συστήματος ισότιμης εναλλαγής μεταξύ των κρατών μελών, οι όροι του οποίου θα διευκρινίζονται με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ειλημμένη με ειδική πλειοψηφία. Η ΔΚΔ εντούτοις συμφώνησε για ένα σχέδιο απόφασης που θα εγκριθεί αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος και το οποίο προβλέπει το ακόλουθο σύστημα προεδρίας ανά ομάδα (« team-pesidency »): τρία κράτη μέλη για περίοδο 18 μηνών έτσι ώστε κάθε κράτος μέλος να προεδρεύει σε όλες τις συνθέσεις για περίοδο έξι μηνών, επικουρούμενο από τα δύο άλλα κράτη και με βάση ένα κοινό πρόγραμμα. Οι δύο αυτές «αντιπροεδρίες» αναμένεται να εξασφαλίσουν καλύτερη συνέχεια της δράσης της προεδρίας η οποία θα αποκτήσει εκ των πραγμάτων πιο συλλογικό χαρακτήρα.

Αρχή της σελίδας

Η ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Οι προτάσεις της Συνέλευσης

Η Συνέλευση, πρότεινε, μετά το πέρας των εργασιών της, ένα εντελώς νέο σύστημα ειδικής πλειοψηφίας που καταργεί το τρέχον σύστημα (κατανομή ψήφων στα κράτη μέλη και καθορισμός κατωφλίου ειδικής πλειοψηφίας). Η πρόταση αυτή αποσκοπούσε στην αντικατάσταση του ισχύοντος συστήματος από ένα σύστημα διπλής πλειοψηφίας: 50% των κρατών μελών και 60% του πληθυσμού της Ένωσης. Η Συνέλευση προέβλεπε την εφαρμογή του νέου αυτού συστήματος από το 2009.

Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ΔΚΔ

Ο ορισμός της ειδικής πλειοψηφίας για τη λήψη αποφάσεων στο Συμβούλιο ήταν το δυσκολότερο προς ρύθμιση θέμα για τη ΔΚΔ και παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων το κύριο αδιέξοδο.
Ορισμένα κράτη αντιτάχθηκαν στη λύση που πρότεινε η Συνέλευση, ιδίως η Πολωνία και η Ισπανία.
Ο δύο αυτές χώρες, από την αρχή των διαπραγματεύσεων, τάχθηκαν ένθερμα υπέρ της στάθμισης των ψήφων ανά χώρα όπως είχε καθοριστεί το 2000 στη Νίκαια . Ουδεμία ήθελε να εγκαταλείψει τα προνόμια που είχε αποκτήσει τότε, δεδομένου ότι έτσι αποκτούσαν περισσότερη βαρύτητα από το πραγματικό μέγεθος του πληθυσμού τους (27 ψήφοι έναντι 29 για τις χώρες με μεγαλύτερο πληθυσμό).
Η Ιταλική Προεδρία δεν διατύπωσε συγκεκριμένες προτάσεις μέχρι τη λήξη της. Ωστόσο, πρότεινε πολλές επιλογές οι οποίες δοκιμάστηκαν άτυπα στις αντιπροσωπείες:

Καμία από τις επιλογές αυτές δεν έγινε αποδεκτή από όλους και η διαφωνία συνεχίστηκε και μετά την ανάληψη της Ιρλανδικής Προεδρίας.
Η τελευταία, μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μαρτίου , έκρινε ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία με βάση την αρχή της διπλής πλειοψηφίας.
Δεδομένου ότι η αρχή αυτή είναι εκ των πραγμάτων κεκτημένη, τα ποσοστά που καθορίζουν την πλειοψηφία έπρεπε να ικανοποιούν όλες τις αντιπροσωπείες.
Το θέμα αυτό παρέμεινε στο επίκεντρο των συζητήσεων μέχρι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου. Υπήρξαν εκ νέου άτυπες συζητήσεις για τα διάφορα κατώφλια χωρίς πρόταση της προεδρίας. Οι προτάσεις ήσαν πολλές: ορισμένα κράτη επιθυμούσαν αντιστοιχία μεταξύ των αριθμών που αντιπροσώπευαν τον πληθυσμό και το κράτος (π.χ., 55/55 ή 60/60) ενώ άλλα πρότειναν η διαφορά στους αριθμούς να μην υπερβαίνει το 10% σε σχέση με τις προτάσεις της Συνέλευσης. Τέλος, άλλα κράτη ήθελαν να συμπεριλάβουν τις ακόλουθες ειδικές ρήτρες για να διευκολύνουν την επίτευξη συμβιβασμού:

Την παραμονή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου , η Προεδρία δημοσίευσε τις προτάσεις της, βασισμένες στα όρια του 55% των κρατών μελών και του 65% του πληθυσμού. Επικαλέστηκε επίσης τη δυνατότητα να συμπεριληφθούν ειδικές ρήτρες, ιδίως όσον αφορά τον ελάχιστο αριθμό κρατών μελών που απαιτούνται για μειοψηφία αρνησικυρίας, και τη ρήτρα των Ιωαννίνων. Ο υπολογισμός των αποχών ως αρνητικών ψήφων εγκαταλείφθηκε.
Μόνο μετά το πέρας έντονων συζητήσεων μεταξύ των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων επιτεύχθηκε τελικώς συναίνεση.

Οι διατάξεις της Συνέλευσης

Όπως προτάθηκε από τη Συνέλευση , το Συμβούλιο θα αποφασίζει από την 1η Νοεμβρίου 2009, με βάση τη διπλή πλειοψηφία, των κρατών μελών και των πληθυσμών, που αποτελεί έκφραση της διπλής νομιμότητας της Ένωσης.
Η αρχή της διπλής πλειοψηφίας, η οποία αμφισβητήθηκε εντόνως κατά τις συζητήσεις, διατηρείται επομένως αλλά με προσαρμογή των ορίων και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.
Η ΔΚΔ αποφάσισε την αύξηση των ορίων: η ειδική πλειοψηφία επιτυγχάνεται όταν συγκεντρώνει το 55% των κρατών μελών αντιπροσωπεύοντας το 65% του πληθυσμού. Επιπλέον, στα νέα αυτά όρια έρχονται να προστεθούν δύο στοιχεία τα οποία η Συνέλευση δεν είχε προτείνει:

Αρχή της σελίδας

ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Οι προτάσεις της Συνέλευσης

Το σχέδιο συνταγματικής συνθήκης πρότεινε αναδιοργάνωση των εργασιών των διαφόρων συνθέσεων του Συμβουλίου Υπουργών και καθιέρωσε δύο συνθέσεις:
το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και Νομοθετικού Έργου και το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων.
Η σύσταση του Νομοθετικού Συμβουλίου στο πλαίσιο του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων αντιπροσώπευε μια σημαντική καινοτομία που προέβαλε τη νομοθετική εξουσία του Συμβουλίου Υπουργών.

Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ΔΚΔ

Μόνο δύο αντιπροσωπείες τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης ενιαίου Νομοθετικού Συμβουλίου, έτσι ώστε ελήφθη γρήγορα η απόφαση κατάργησής του.

Οι διατάξεις του Συντάγματος

Ένας από τους πρώτους συμβιβασμούς της Ιταλικής Προεδρίας αφορούσε την κατάργηση του ενιαίου Νομοθετικού Συμβουλίου και την επαναφορά όλων των ειδικευμένων συνόδων του Συμβουλίου. Με την κατάργηση αυτή, το κείμενο του Συντάγματος επανέρχεται στην ισχύουσα κατάσταση: οι νομοθετικές λειτουργίες κατανέμονται σε κάθε μία σύνθεση του Συμβουλίου. Ωστόσο, το κείμενο του Συντάγματος επαναλαμβάνει την πρόταση που διατύπωσε η Συνέλευση σύμφωνα με την οποία κάθε σύνοδος να αποτελείται από ένα νομοθετικό μέρος, ανοικτό στο κοινό και που να κοινοποιείται, και από ένα μη νομοθετικό μέρος όπου οι συσκέψεις θα παρέμεναν κεκλεισμένων των θυρών.

Αρχή της σελίδας

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Οι προτάσεις της Συνέλευσης

Η Συνέλευση πρότεινε μια αρκετά πρωτότυπη λύση που περιελάμβανε ένα συλλογικό όργανο με περιορισμένο αριθμό μελών (15 μέλη) από την 1η Νοεμβρίου 2009, στο οποίο θα προστίθεντο Επίτροποι χωρίς δικαίωμα ψήφου από τα κράτη μέλη που δεν έχουν εθνικό εκπρόσωπο στο πλαίσιο του εν λόγω οργάνου. Θα έπρεπε να καθιερωθεί ένα σύστημα ισότιμης εναλλαγής μεταξύ των δύο ομάδων επιτρόπων.
Στο πλαίσιο αυτό, ευρωπαίοι Επίτροποι με και χωρίς δικαίωμα ψήφου έπρεπε επομένως να εργάζονται από κοινού χωρίς να καθορίζονται επακριβώς τα αντίστοιχα καθήκοντά τους.

Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ΔΚΔ

Η Ιταλική Προεδρία, μέσω του ερωτηματολογίου που διένειμε στις αντιπροσωπείες από τον Οκτώβριο του 2003 , προσπάθησε να αποσαφηνίσει τον ρόλο των Επιτρόπων χωρίς δικαίωμα ψήφου. Παρά τις προσπάθειες απλούστευσης, η περίπλοκη αυτή μέθοδος εγκαταλείφθηκε από την Ιρλανδική Προεδρία υπέρ μιας μεθόδου εμπνευσμένης από τη συνθήκη της Νίκαιας που προβλέπει έναν Επίτροπο ανά χώρα.

Για την επίτευξη αυτού του συμβιβασμού, έπρεπε να εξαλειφθούν οι διαφορές μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών» χωρών. Πράγματι, τα κράτη με το μικρότερο πληθυσμό ήθελαν οπωσδήποτε να εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της Επιτροπής και υποστήριζαν την αρχή του ενός Επιτρόπου ανά κράτος μέλος. Το ίδιο και τα νέα κράτη μέλη που θεωρούσαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να αντικατοπτρίζει στο μέγιστο βαθμό την πολυμορφία της διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή, από την πλευρά της, είχε επίσης καταστήσει σαφές ότι για να είναι αποτελεσματική και αξιόπιστη, έπρεπε να υπολογίζει ένα πλήρες μέλος για κάθε χώρα.
Τα «μεγάλα» κράτη μέλη, από την πλευρά τους, αντιμετώπιζαν με φόβο την παραγκώνισή τους στο πλαίσιο ενός συλλογικού οργάνου αποτελούμενου από έναν Επίτροπο ανά χώρα. Επιπλέον, επέμεναν στο γεγονός ότι η διαχείριση μιας Επιτροπής με 27 μέλη ή περισσότερα θα ήταν δύσκολη.

Από τη στιγμή που μια λύση του τύπου "Νίκαια" («διατήρηση ενός Επιτρόπου ανά κράτος μέλος μέχρι μια ορισμένη ημερομηνία, στη συνέχεια μείωση του μεγέθους του Σώματος των Επιτρόπων») αποφασίστηκε άτυπα, άρχισαν οι συζητήσεις για τον καθορισμό της ημερομηνίας αυτής της μετάβασης και του αριθμού των Επιτρόπων που θα συμμετείχαν στην περιορισμένη έκδοση. Όσον αφορά την ημερομηνία μετάβασης σε μια περιορισμένη Επιτροπή συζητήθηκαν τρεις δυνατότητες: η πρόταση της Συνέλευσης για έναρξη ισχύος το 2009, η προσαρμογή το 2014 ή η εισαγωγή «ρήτρας επανεξέτασης». Όσον αφορά τον αριθμό των Επιτρόπων στην περιορισμένη μορφή, προτάθηκαν πολλές επιλογές: μείωση σε 15 ή 18 Επιτρόπους ή μείωση στα δύο τρίτα του αριθμού των κρατών μελών, που αποτελεί δυναμικό σύστημα το οποίο επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να εκπροσωπείται στις δύο από τις τρεις συνθέσεις της Επιτροπής.

Αφετέρου, ορισμένες αντιπροσωπείες επέμειναν ακόμη στην ανάγκη να μην καθοριστούν αυστηρά στη συνθήκη όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τη σύνθεση της Επιτροπής.

Οι διατάξεις του Συντάγματος

Η ΔΚΔ αποφάσισε ότι η Επιτροπή θα αποτελείται από έναν Επίτροπο από κάθε κράτος μέλος μέχρι το 2014 (και όχι πια το 2009, όπως είχε προτείνει η Συνέλευση).
Στη συνέχεια, η Επιτροπή θα μειωθεί και θα αποτελείται από έναν αριθμό Επιτρόπων που θα αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του αριθμού των κρατών μελών σύμφωνα με ένα σύστημα ισότιμης εναλλαγής.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα μπορεί να τροποποιεί τον αριθμό αυτό με ομοφωνία.

Αρχή της σελίδας

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Οι προτάσεις της Συνέλευσης

Η δημιουργία της θέσης του υπουργού Εξωτερικών είναι μία από τις κυριότερες καινοτομίες που επέφερε η Συνέλευση. Προέβλεπε ότι το νέο αυτό πρόσωπο θα ασκούσε τα καθήκοντα που προς το παρόν ασκούνται από τον ύπατο εκπρόσωπο για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, τον "κ. ΚΕΠΠΑ", και από τον Επίτροπο που είναι επιφορτισμένος με τις εξωτερικές σχέσεις. Συνεπώς, ο υπουργός Εξωτερικών θα εξαρτάται παράλληλα από την Επιτροπή και το Συμβούλιο.

Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ΔΚΔ

Η δημιουργία του αξιώματος του υπουργού Εξωτερικών συζητήθηκε επί αρκετό χρονικό διάστημα στο πλαίσιο της ΔΚΔ. Η υβριδική λειτουργία αυτής της προσωπικότητας, που θα κατέχει διπλή θέση, στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο, προκάλεσε αντιδράσεις σε πολλές αντιπροσωπείες. Επιπλέον, πολλές «μικρές» χώρες εξέφρασαν τους δισταγμούς τους όσον αφορά την ανάθεση στο νέο αυτό υπουργό της προεδρίας του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, όπως προτάθηκε από τη Συνέλευση. ¶λλα κράτη μέλη αμφισβήτησαν την ίδια τη λέξη «υπουργός» προτιμώντας τον τίτλο «γενικός γραμματέας Εξωτερικών Υποθέσεων».

Αυτοί οι κίνδυνοι οπισθοδρόμησης εξαλείφθηκαν στο τέλος της Ιταλικής Προεδρίας. Ο ρόλος του υπουργού αποτέλεσε αντικείμενο ερωτηματολογίου της προεδρίας από τον Οκτώβριο 2003 , στόχος του οποίου ήταν η αποσαφήνιση ορισμένων σημείων: ο υπουργός θα έχει δικαίωμα ψήφου σε τομείς που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του; Το καθεστώς του στο πλαίσιο της Επιτροπής τον υποβάλλει στους ίδιους κανόνες με τους συναδέλφους του σε θέματα παραίτησης;
Το καθεστώς του υπουργού αποσαφηνίστηκε σταδιακά και οι εθνικές αντιπροσωπείες συμφώνησαν μεταξύ τους να διατηρήσουν τη λειτουργία αυτή σε σχεδόν πανομοιότυπη μορφή.

Η Ιταλική Προεδρία διατύπωσε δεύτερη πρόταση όσον αφορά τη φορά αυτή τις εξουσίες που αποδίδονται στον μελλοντικό υπουργό Εξωτερικών. Πρότεινε τη δημιουργία δυνατότητας ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία όταν το Συμβούλιο αποφαίνεται επί προτάσεως του υπουργού Εξωτερικών.

Οι διατάξεις του Συντάγματος

Η μεγάλη καινοτομία που αντιπροσωπεύει η δημιουργία αξιώματος υπουργού Εξωτερικών διατηρήθηκε. Δεν εισήχθη καμία πραγματικά σημαντική σχετική τροποποίηση μετά το πέρας της ΔΚΔ. Πραγματοποιήθηκε μόνο μια προσαρμογή: σε περίπτωση πρότασης μομφής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά του Σώματος, ο υπουργός θα τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης δεδομένου ότι θα πρέπει να «παραιτηθεί από την Επιτροπή» αλλά θα μπορεί να παραμείνει στο Συμβούλιο μέχρι τη σύσταση νέας Επιτροπής.
Αφετέρου, λόγω της αντίδρασης ορισμένων αντιπροσωπειών, δεν έγινε αποδεκτή η πρόταση της Ιταλικής Προεδρίας όσον αφορά την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία.

Αρχή της σελίδας

ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ

Οι προτάσεις της Συνέλευσης

Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες της Συνέλευσης αφορά τις « μεταβατικές ρήτρες » που επιτρέπουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να αποφασίζει ομόφωνα να εφαρμόζει, σε έναν συγκεκριμένο τομέα, την ειδική πλειοψηφία ή/και τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (συναπόφαση).
Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της ειδικής πλειοψηφίας , η Συνέλευση πρότεινε την επέκτασή του με είκοσι περίπου συμπληρωματικές διατάξεις, ειδικότερα στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (ΔΕΥ).

Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ΔΚΔ

Όσον αφορά τις μεταβατικές ρήτρες, η Ιταλική Προεδρία διετύπωσε την ακόλουθη πρόταση : δεν θα είναι δυνατή η χρήση μεταβατικής ρήτρας εάν ένα από τα εθνικά κοινοβούλια προβάλλει αντίρρηση (μέθοδος « nihil obstat »). Η πρόταση αυτή καθιστά πιο δύσκολη τη χρήση μεταβατικών ρητρών σε σχέση με τη λύση της Συνέλευσης κατά την οποία τα εθνικά κοινοβούλια έπρεπε απλώς να ενημερώνονται. Η πρόταση αυτή τελικώς επιβλήθηκε, παρά την αντίθεση ορισμένων αντιπροσωπειών που ζητούσαν την αύξηση του αριθμού των εθνικών κοινοβουλίων (ένα τρίτο), έτσι ώστε η ψήφος έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να μην υπόκειται στο εν δυνάμει βέτο ενός και μόνου κοινοβουλίου.

Όσον αφορά την επέκταση της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία πέραν των προτάσεων της Συνέλευσης, ορισμένες αντιπροσωπείες φάνηκαν πολύ ευνοϊκές ενώ άλλες επιθυμούσαν οπωσδήποτε να διατηρήσουν την ομοφωνία σε ευαίσθητους τομείς (φορολογία, εξωτερική πολιτική). Ένα μέρος των κρατών μελών πρότεινε ακόμη την επιστροφή στο παλιό καθεστώς σε σχέση με τις προτάσεις της Συνέλευσης για να αποκατασταθεί το δικαίωμα αρνησικυρίας στην κοινωνική ασφάλεια ή ακόμη και στο ποινικό δίκαιο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, προτάθηκε μια διαδικασία καλούμενη «emergency brakes» (πέδηση έκτακτης ανάγκης) στους δύο αυτούς τομείς. Παρείχε τη δυνατότητα στα μέλη του Συμβουλίου να αναστέλλουν μια διαδικασία εάν το έργο προσέβαλε τις «θεμελιώδεις αρχές του δικαστικού συστήματος ή του συστήματος κοινωνικής ασφάλειας ενός κράτους μέλους».

Οι διατάξεις του Συντάγματος

Όσον αφορά τις μεταβατικές ρήτρες, το Σύνταγμα μείωσε την αποτελεσματικότητά τους με την εισαγωγή νέου όρου για την εφαρμογή τους: τη δυνατότητα που παρέχεται σε ένα και μόνο εθνικό κοινοβούλιο να εμποδίζει τη λήψη απόφασης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και τη μετάβαση στην ειδική πλειοψηφία ή/και τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

Πέρα από ορισμένες ειδικές διατάξεις, διατηρήθηκε η ομοφωνία στον τομέα της φορολογίας και εν μέρει τους τομείς της κοινωνικής πολιτικής και της ΚΕΠΠΑ. Επιπλέον, οι νόμοι που διέπουν τους ίδιους πόρους και τις δημοσιονομικές προοπτικές θα αποφασίζονται με ομοφωνία.
Επίσης, διατηρήθηκε το σύστημα της «πέδησης έκτακτης ανάγκης» στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικά θέματα και στον τομέα του συντονισμού της κοινωνικής ασφάλειας των διακινούμενων εργαζομένων. Η ΔΚΔ διατήρησε την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία στους δύο αυτούς τομείς αλλά αφήνει σε κάθε κράτος τη δυνατότητα να ζητήσει τη διοργάνωση συζήτησης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Αφετέρου, καθιερώθηκαν νέες νομικές βάσεις που θα επιτρέπουν την εφαρμογή της ειδικής πλειοψηφίας στις αρχές και στους όρους λειτουργίας των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, στη διαστημική πολιτική, στην ενέργεια και στην ανθρωπιστική βοήθεια.

[ Αρχή της σελίδας ] [ Προηγούμενη δελτίο ] [ Επόμενο δελτίο ] [ Περίληψη ]


Έκδοση εκτύπωσης | Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Τι νέα; | Διερεύνηση | Επικοινωνία | Ευρετήριο | Γλωσσάριο | Πληροφορίες για τον παρόντα δικτυακό τόπο | Αρχή σελίδας