Navigation path

Left navigation

Additional tools

Ευρωπαϊκή Επιτροπή - Ομιλία - [Ισχύει μόνο ό,τι λεχθεί προφορικά]

Κατάσταση της Ένωσης 2015 - Καιρός για εντιμότητα, ενότητα και αλληλεγγύη

Στρασβούργο, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Jean-Claude JUNCKER
Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

 

Κύριε πρόεδρε,

Αξιότιμα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Σήμερα είναι η πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έχω την τιμή να απευθύνομαι στο Σώμα σχετικά με την κατάσταση της Ευρωπαϊκής μας Ένωσης.

Γι’ αυτό, θα ήθελα να υπενθυμίσω την πολιτική σημασία αυτής της πολύ ιδιαίτερης –από θεσμική άποψη– στιγμής.

Η ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης προβλέπεται ρητώς στη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η συμφωνία αυτή ορίζει ότι «[κ]άθε χρόνο κατά την πρώτη σύνοδο της Ολομέλειας του Σεπτεμβρίου, διεξάγεται συζήτηση σχετικά με την κατάσταση της Ένωσης, κατά την οποία ο Πρόεδρος της Επιτροπής εκφωνεί λόγο μέσω του οποίου προβαίνει σε αποτίμηση του τρέχοντος έτους και οριοθετεί τις μελλοντικές προτεραιότητες για τα επόμενα έτη. Προς το σκοπό αυτό, παράλληλα ο Πρόεδρος της Επιτροπής κοινοποιεί γραπτώς στο Κοινοβούλιο τα κύρια στοιχεία που διαπνέουν την προετοιμασία του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής για το επόμενο έτος».

Στην ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης, ο πρόεδρος της Επιτροπής πρέπει να αποτυπώνει την τρέχουσα κατάσταση της Ευρωπαϊκής μας Ένωσης και να ορίζει τις προτεραιότητες του μελλοντικού έργου.

Επιπλέον, κηρύσσει την έναρξη της διοργανικής διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην κατάρτιση του νέου προγράμματος εργασιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον επόμενο χρόνο.

Σήμερα το πρωί, από κοινού με τον κ. FransTimmermans, τον πρώτο αντιπρόεδρό μου, έστειλα επιστολή στους προέδρους και των δύο συνιστωσών του ευρωπαϊκού νομοθέτη: στον πρόεδρο, κ. MartinSchulz, και στον πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου, κ. XavierBettel, ο οποίος ασκεί επί του παρόντος την εκ περιτροπής Προεδρία του Συμβουλίου. Στην εν λόγω επιστολή παρουσιάζονται λεπτομερώς οι πολυάριθμες δράσεις που σκοπεύει να αναλάβει η Επιτροπή από σήμερα έως το τέλος του 2016, μέσω νομοθετικών και άλλων πρωτοβουλιών. Προτείνουμε ένα φιλόδοξο, στοχοθετημένο και εντατικό νομοθετικό πρόγραμμα, το οποίο θα απαιτήσει τη στενή και αποτελεσματική συνεργασία της Επιτροπής, του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Δεν θα υπεισέλθω τώρα στις λεπτομέρειες του νομοθετικού μας προγράμματος· αυτές θα τις εξετάσουμε στο πλαίσιο του διαρθρωμένου διαλόγου που θα πραγματοποιήσουμε τις προσεχείς εβδομάδες με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αισθάνομαι όμως ότι σήμερα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για όλα αυτά.

Είμαι ο πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής ο οποίος ορίστηκε και εξελέγη με βάση το αποτέλεσμα των εκλογών για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον Μάιο του 2014.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ήμουν κύριος υποψήφιος, Spitzenkandidat, γεγονός που μου έδωσε την ευκαιρία να έχω εντονότερα πολιτικά χαρακτηριστικά ως πρόεδρος.

Ο συγκεκριμένος πολιτικός ρόλος προβλέπεται από τις Συνθήκες, κάτι που αξιοποίησαν τα κράτη μέλη, καθιστώντας την Επιτροπή τον μοχλό προώθησης του γενικού συμφέροντος της Ένωσης. Όμως τα χρόνια της κρίσης αποδυνάμωσαν αυτή την αντίληψη.

Γι’ αυτό ακριβώς, τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, ενώπιον αυτού του Σώματος, δήλωσα ότι θέλω να ηγηθώ μιας πολιτικής Επιτροπής. Μιας έντονα πολιτικής Επιτροπής.

Ο λόγος για τον οποίο έκανα αυτή τη δήλωση δεν είναι επειδή πιστεύω ότι μπορούμε και πρέπει να πολιτικοποιούμε τα πάντα.

Το είπα επειδή πιστεύω ότι οι τεράστιες προκλήσεις με τις οποίες έρχεται σήμερα αντιμέτωπη η Ευρώπη –τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο εξωτερικό της– μας αφήνουν μόνο μία επιλογή: να τις αντιμετωπίσουμε με ιδιαίτερα πολιτική θεώρηση, με βαθιά πολιτικό τρόπο και έχοντας διαρκώς στο μυαλό μας τις πολιτικές συνέπειες των αποφάσεών μας.

Τα πρόσφατα γεγονότα επιβεβαίωσαν ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ακολουθηθεί πολιτική προσέγγιση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν είναι ώρα να συνεχίσουμε ατάραχα τις εργασίες μας σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Δεν είναι ώρα να τσεκάρουμε λίστες ή να ελέγξουμε αν κάποια συγκεκριμένη τομεακή πρωτοβουλία μνημονεύεται τελικά στην ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης.

Δεν είναι ώρα να μετρήσουμε πόσες φορές αναφέρονται στην ομιλία αυτή οι λέξεις κοινωνικός, οικονομικός ή βιώσιμος.

Αντιθέτως, είναι ώρα για εντιμότητα.

Είναι ώρα να μιλήσουμε ειλικρινά για τα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Γιατί η Ευρωπαϊκή μας Ένωση δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση.

 

Δεν υπάρχει αρκετή Ευρώπη σ’ αυτή την Ένωση.

Και δεν υπάρχει αρκετή Ένωση σ’ αυτή την Ένωση.

 

Αυτό πρέπει να το αλλάξουμε. Και πρέπει να το αλλάξουμε τώρα.

 

 

Η προσφυγική κρίση: η επιτακτική ανάγκη να ενεργήσουμε ως Ενωση

Ό,τι κι αν λένε τα προγράμματα εργασιών ή τα νομοθετικά προγράμματα, η απόλυτη προτεραιότητα σήμερα είναι και πρέπει να είναι η αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης.

Από την αρχή του έτους, έχουν καταφέρει να φτάσουν στην Ευρώπη σχεδόν 500.000 άτομα. Στη συντριπτική πλειονότητά τους είναι άτομα που προσπαθούν να γλυτώσουν από τον πόλεμο στη Συρία, από τον τρόμο που σκορπίζει το Ισλαμικό Κράτος στη Λιβύη ή από τη δικτατορία στην Ερυθραία. Τα κράτη μέλη που πλήττονται εντονότερα είναι η Ελλάδα, με περισσότερους από 213.000 πρόσφυγες, η Ουγγαρία, με περισσότερους από 145.000, και η Ιταλία, με περισσότερους από 115.000.

Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Για ορισμένους, μάλιστα, είναι τρομακτικοί.

Τώρα όμως δεν είναι ώρα να φοβηθούμε. Είναι ώρα να αναλάβουμε θαρραλέα, αποφασιστική και συντονισμένη δράση στο επίπεδο τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμικών οργάνων της όσο και όλων των κρατών μελών.

Πρωτίστως, είναι ζήτημα ανθρωπισμού και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Για την Ευρώπη, μάλιστα, είναι επίσης ζήτημα ιστορικής δικαιοσύνης.

Εμείς οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να θυμόμαστε καλά ότι η Ευρώπη είναι μια ήπειρος όπου σχεδόν ο καθένας έχει υπάρξει πρόσφυγας κάποια στιγμή στη ζωή του. Η κοινή ιστορία μας έχει σημαδευτεί από εκατομμύρια Ευρωπαίους που εγκατέλειψαν τη χώρα τους στην προσπάθειά τους να γλυτώσουν από θρησκευτικές ή πολιτικές διώξεις, από πολέμους, από δικτατορίες ή από την καταπίεση.

Οι Ουγενότοι εγκατέλειψαν τη Γαλλία τον 17ο αιώνα.

Οι Εβραίοι, οι Σίντι, οι Ρομά και πολλοί άλλοι εγκατέλειψαν τη Γερμανία κατά τη διάρκεια της ναζιστικής θηριωδίας των δεκαετιών του 1930 και του 1940.

Οι ισπανοί δημοκράτες κατέφυγαν σε καταυλισμούς προσφύγων στη Νότια Γαλλία στο τέλος της δεκαετίας του 1930, μετά την ήττα τους στον εμφύλιο πόλεμο.

Οι ούγγροι επαναστάτες κατέφυγαν στην Αυστρία μετά τη συντριβή της εξέγερσής τους κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος από τα σοβιετικά τανκς το 1956.

Οι Τσέχοι και οι Σλοβάκοι αναζήτησαν καταφύγιο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μετά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας το 1968.

Εκατοντάδες και χιλιάδες άτομα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μετά τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους.

Μήπως ξεχάσαμε πως υπάρχει λόγος που οι McDonald που ζουν στις ΗΠΑ είναι περισσότεροι από όσους υπάρχουν στη Σκωτία;

Πως υπάρχει λόγος που οι O’Neill και οι Murphy στις ΗΠΑ υπερβαίνουν κατά πολύ τους αντίστοιχους στην Ιρλανδία;

Άραγε ξεχάσαμε ότι 20 εκατομμύρια άτομα πολωνικής καταγωγής ζουν εκτός Πολωνίας, ως απόρροια της πολιτικής και οικονομικής μετανάστευσης μετά τις πολλές μετακινήσεις συνόρων, τις εκτοπίσεις και τις επανεγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια της συχνά οδυνηρής ιστορίας της Πολωνίας;

Μήπως αλήθεια ξεχάσαμε ότι μετά την ολοκληρωτική καταστροφή που επέφερε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, υπήρχαν στην Ευρώπη 60 εκατομμύρια πρόσφυγες; Ότι ως αποτέλεσμα αυτής της τρομερής ευρωπαϊκής εμπειρίας, θεσπίστηκε ένα παγκόσμιο σύστημα προστασίας –η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων–, το οποίο παρείχε καταφύγιο σε όσους περνούσαν τα τείχη της Ευρώπης για να ξεφύγουν από τον πόλεμο και την καταπίεση του ολοκληρωτισμού;

Εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να ξέρουμε και δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τους λόγους για τους οποίους έχουν τόσο μεγάλη σημασία η παροχή προστασίας και ο σεβασμός του θεμελιώδους δικαιώματος του ασύλου.

Έχω πει κατά το παρελθόν ότι υπερβολικά σπάνια νιώθουμε περήφανοι για την ευρωπαϊκή κληρονομιά μας και το ευρωπαϊκό μας εγχείρημα.

Κι όμως, παρά τα εύθραυστα επιτεύγματά μας και όσα εμείς οι ίδιοι αντιλαμβανόμαστε ως αδυναμίες, σήμερα η Ευρώπη είναι εκείνη που επιζητείται ως τόπος καταφυγής και προστασίας.

Σήμερα η Ευρώπη είναι εκείνη που λειτουργεί ως φάρος ελπίδας, που αντιπροσωπεύει μια όαση σταθερότητας στα μάτια των ανδρών και των γυναικών από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας κάνει περήφανους και όχι κάτι που θα πρέπει να μας τρομάζει.

Η Ευρώπη, παρά τις πολλές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της, αποτελεί σήμερα με διαφορά την πλουσιότερη και σταθερότερη ήπειρο στον κόσμο.

Έχουμε τα μέσα να βοηθήσουμε αυτούς που προσπαθούν να γλυτώσουν από τον πόλεμο, τη φρίκη και την καταπίεση.

Ξέρω ότι πολλοί θα πουν τώρα ότι, καλά όλα αυτά, αλλά η Ευρώπη δεν μπορεί να τους δεχτεί όλους.

Όντως, η Ευρώπη δεν μπορεί να στεγάσει όλη τη δυστυχία του κόσμου. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς και ας βάλουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση.

Ασφαλώς και ο αριθμός προσφύγων που εισέρχεται αυτή την περίοδο στην Ευρώπη είναι σημαντικός και πρωτόγνωρος. Ωστόσο, εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μόλις το 0,11% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ. Στον Λίβανο, οι πρόσφυγες αντιπροσωπεύουν το 25% του πληθυσμού. Κι αυτό σε μια χώρα όπου οι κάτοικοί της έχουν μόνο το ένα πέμπτο του πλούτου που απολαμβάνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ας είμαστε επίσης σαφείς και έντιμοι με τους πολίτες μας, οι οποίοι συχνά ανησυχούν: όσο θα υπάρχει πόλεμος στη Συρία και τρόμος στη Λιβύη, η προσφυγική κρίση δεν πρόκειται να περάσει έτσι απλά.

Μπορούμε να ορθώνουμε τείχη, μπορούμε να χτίζουμε φράχτες, αλλά ας φανταστούμε για μια στιγμή ότι ήμασταν εμείς στη θέση τους, ότι κρατούσαμε το δικό μας παιδί στην αγκαλιά μας, ότι ο κόσμος που ξέραμε γκρεμιζόταν γύρω μας. Δεν υπάρχει ποσό που δεν θα πληρώναμε, δεν υπάρχει τείχος που δεν θα περνούσαμε, δεν υπάρχει θάλασσα που δεν θα διασχίζαμε, δεν υπάρχει σύνορο που δεν θα διανύαμε, προκειμένου να ξεφύγουμε από τον πόλεμο ή τη βαρβαρότητα του λεγόμενου «Ισλαμικού Κράτους».

Επομένως, είναι πλέον καιρός να δράσουμε με σκοπό τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Τις τελευταίες εβδομάδες εκτοξεύθηκαν πολλές κατηγορίες. Τα κράτη μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για ανεπαρκείς ή εσφαλμένες ενέργειες. Και πολύ συχνά, οι εθνικές πρωτεύουσες υπέδειξαν ως υπεύθυνες τις Βρυξέλλες.

Θα μπορούσαμε να είχαμε θυμώσει όλοι μ’ αυτό το παιχνίδι των αλληλοκατηγοριών. Αλλά αναρωτιέμαι ποιον θα εξυπηρετούσε κάτι τέτοιο. Ο θυμός δεν βοηθάει κανέναν. Και συχνά η προσπάθεια να ενοχοποιηθούν κάποιοι μαρτυρεί απλώς ότι οι πολιτικοί βρίσκονται σε σύγχυση υπό το βάρος απροσδόκητων γεγονότων.

Αντ’ αυτού, θα πρέπει καλύτερα να θυμίσουμε όσα συμφωνήσαμε ότι μπορούν να βοηθήσουν στην παρούσα κατάσταση. Είναι καιρός να εξετάσουμε τις λύσεις που βρίσκονται στο τραπέζι και να κινηθούμε γρήγορα προς τα εμπρός.

Δεν ξεκινάμε από μηδενική βάση. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Επιτροπή κατέθεσε με επιμονή νομοθετικές πράξεις επί νομοθετικών πράξεων, επιδιώκοντας να οικοδομήσει ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, με τη σειρά τους, έθεσαν σε ισχύ τη σχετική νομοθεσία, επίσης σταδιακά. Η τελευταία νομοθετική πράξη τέθηκε σε ισχύ μόλις τον Ιούλιο του 2015.

Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη έχουμε πλέον κοινά πρότυπα για τον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε τους αιτούντες άσυλο, με γνώμονα την αξιοπρέπειά τους, και για τον τρόπο διεκπεραίωσης των σχετικών αιτήσεών τους, και έχουμε κοινά κριτήρια που εφαρμόζονται από τα ανεξάρτητα συστήματα δικαιοσύνης μας, προκειμένου να αποφανθούν αν κάποιος δικαιούται να λάβει διεθνή προστασία.

Όμως αυτά τα πρότυπα πρέπει να εφαρμόζονται και να τηρούνται στην πράξη. Και αυτό σαφώς δεν ισχύει ακόμα· μπορούμε να το διαπιστώσουμε καθημερινά στην τηλεόραση. Πριν από το καλοκαίρι, η Επιτροπή αναγκάστηκε να κινήσει μια πρώτη δέσμη 32 διαδικασιών επί παραβάσει, για να υπενθυμίσει στα κράτη μέλη τις δεσμεύσεις που είχαν προηγουμένως συμφωνήσει να υλοποιήσουν. Μια δεύτερη δέσμη τέτοιων διαδικασιών θα κινηθεί τις προσεχείς μέρες. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία πρέπει να εφαρμόζεται από όλα τα κράτη μέλη –αυτό εξυπακούεται σε μια Ένωση που διέπεται από το κράτος δικαίου.

Οι κοινοί κανόνες για την παροχή ασύλου είναι σημαντικοί, αλλά δεν είναι επαρκείς για την αντιμετώπιση της παρούσας προσφυγικής κρίσης. Αυτό υποστήριξαν φέτος την άνοιξη η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Τον Μάιο η Επιτροπή παρουσίασε το ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό πρόγραμμα δράσης για τη μετανάστευση. Θα ήταν, λοιπόν, ανέντιμο να ισχυριστούμε ότι δεν έχει γίνει τίποτα από τότε.

Τριπλασιάσαμε τη θαλάσσια παρουσία μας. Έκτοτε, έχουν σωθεί περισσότερες από 122.000 ζωές. Κάθε ζωή που χάνεται συνιστά αδικαιολόγητη απώλεια, αλλά οι ζωές που έχουν διασωθεί είναι πολύ περισσότερες από εκείνες που θα χάνονταν διαφορετικά – αυξήθηκαν κατά 250%. 29 κράτη μέλη και συνδεδεμένες χώρες Σένγκεν– συμμετέχουν στις κοινές επιχειρήσεις που διεξάγονται, υπό τον συντονισμό του Frontex, στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Ουγγαρία. 102 προσκεκλημένοι υπάλληλοι από 20 χώρες, 31 πλοία, 3 ελικόπτερα, 4 αεροσκάφη σταθερών πτερυγίων, 8 περιπολικά, 6 οχήματα με ανιχνευτές θερμότητας και 4 επιβατηγά οχήματα –αυτό είναι ένα πρώτο μέτρο έμπρακτης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, παρότι θα πρέπει να γίνουν περισσότερες ενέργειες.

Εντείναμε τις προσπάθειές μας για την αντιμετώπιση των λαθρεμπόρων και την εξάρθρωση των δικτύων παράνομης διακίνησης ανθρώπων. Είναι πλέον δυσκολότερο να προσεγγίσουν τις ακτές μας φθηνά σκάφη, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να διακινδυνεύουν τη ζωή τους λιγότερα άτομα σε ετοιμόρροπα και μη αξιόπλοα σκάφη. Κατά συνέπεια, ο αριθμός διελεύσεων μέσω της Κεντρικής Μεσογείου σταθεροποιήθηκε σε περίπου 115.000 αφίξεις κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, αριθμός που είναι ίδιος με τα περσινά επίπεδα. Τώρα πρέπει να επιτύχουμε ανάλογη σταθεροποίηση όσον αφορά τη βαλκανική οδό διέλευσης, η οποία είναι σαφές ότι παραμελήθηκε από όλους τους αρμοδίους για τη χάραξη πολιτικής.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επίσης ο μεγαλύτερος χορηγός των παγκόσμιων προσπαθειών που καταβάλλονται για την ελάφρυνση της συριακής προσφυγικής κρίσης. Περίπου 4 δισεκατ. ευρώ έχουν διατεθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη σε παροχή ανθρωπιστικής, αναπτυξιακής, οικονομικής και σταθεροποιητικής βοήθειας στους Σύριους που παραμένουν στη χώρα τους και στους πρόσφυγες και τις κοινότητες υποδοχής τους στις γειτονικές χώρες, δηλ. τον Λίβανο, την Ιορδανία, το Ιράκ, την Τουρκία και την Αίγυπτο. Μάλιστα, σήμερα εγκαινιάσαμε δύο νέα προγράμματα για την παροχή σχολικής εκπαίδευσης και επισιτιστικής ασφάλειας σε 240.000 σύριους πρόσφυγες στην Τουρκία.

Έχουμε αναλάβει από κοινού τη δέσμευση για μετεγκατάσταση περισσότερων από 22.000 ατόμων με προέλευση εκτός Ευρώπης το επόμενο έτος, κάτι που αποδεικνύει την αλληλεγγύη μας προς τους γείτονές μας. Ασφαλώς, η κίνηση αυτή είναι πολύ ταπεινή σε σύγκριση με τις ηράκλειες προσπάθειες που καταβάλλουν η Τουρκία, η Ιορδανία και ο Λίβανος, χώρες που φιλοξενούν περισσότερους από 4 εκατομμύρια σύριους πρόσφυγες. Με κάνει να αναθαρρώ το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη εμφανίζονται πρόθυμα να εντείνουν τις ευρωπαϊκές μας προσπάθειες όσον αφορά τη μετεγκατάσταση προσφύγων. Αυτό θα μας επιτρέψει να υποβάλουμε πολύ σύντομα ένα διαρθρωμένο σύστημα, ώστε να συντονίσουμε συστηματικότερα τις προσπάθειες μετεγκατάστασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το πεδίο στο οποίο σαφώς η Ευρώπη δεν παρουσιάζει ικανοποιητικές επιδόσεις είναι η από κοινού επίδειξη αλληλεγγύης έναντι των προσφύγων που έχουν φθάσει στο έδαφός μας.

Για μένα, είναι σαφές ότι τα κράτη μέλη που αποτελούν τους πρώτους σταθμούς υποδοχής των περισσότερων προσφύγων –αυτή τη στιγμή, η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ουγγαρία– δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθούν στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν αυτή την πρόκληση.

Γι’ αυτόν τον λόγο, η Επιτροπή πρότεινε ήδη τον Μάιο να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός έκτακτης ανάγκης, με στόχο τη μετεγκατάσταση από την Ιταλία και την Ελλάδα αρχικώς 40.000 ατόμων που ζητούν διεθνή προστασία.

Και γι’ αυτόν τον λόγο, προτείνουμε σήμερα έναν δεύτερο μηχανισμό έκτακτης ανάγκης, για τη μετεγκατάσταση επιπλέον 120.000 ατόμων από την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ουγγαρία.

Αυτό απαιτεί σημαντικές προσπάθειες στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Πριν από το καλοκαίρι, δεν είχαμε την υποστήριξη των κρατών μελών που προσωπικά είχα ελπίσει ότι θα είχαμε. Αλλά διαπιστώνω μια αλλαγή στάσης. Και πιστεύω ότι ήταν καιρός για μια τέτοια αλλαγή.

Καλώ τα κράτη μέλη, στο έκτακτο Συμβούλιο των Υπουργών Εσωτερικών, το οποίο θα διεξαχθεί στις 14 Σεπτεμβρίου, να εγκρίνουν τις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τη μετεγκατάσταση συνολικά 160.000 προσφύγων. Χρειαζόμαστε τώρα άμεση δράση. Δεν μπορούμε να αφήσουμε την Ιταλία, την Ελλάδα και την Ουγγαρία μόνες τους. Όπως δεν θα αφήναμε και κανένα άλλο κράτος μέλος της ΕΕ μόνο του. Γιατί, αν σήμερα άνθρωποι εγκαταλείπουν τη Συρία και τη Λιβύη, αύριο αυτό μπορεί να συμβεί κάλλιστα με την Ουκρανία.

Μην υποτιμάτε τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης. Μην υποτιμάτε την επιταγή που μας καλεί να αναλάβουμε δράση. Ο χειμώνας πλησιάζει –σκεφθείτε τις οικογένειες που κοιμούνται σε πάρκα και σιδηροδρομικούς σταθμούς στη Βουδαπέστη, σε σκηνές στο Traiskirchen, ή στις ακτές της Κω. Τι θ’ απογίνουν τις κρύες νύχτες του χειμώνα;

Ασφαλώς, η μετεγκατάσταση από μόνη της δεν θα λύσει το πρόβλημα. Είναι αλήθεια ότι πρέπει επίσης να διακρίνουμε ασφαλέστερα αυτούς που έχουν σαφώς ανάγκη διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό να λάβουν θετική απάντηση στην αίτηση ασύλου που θα υποβάλουν, από εκείνους που εγκαταλείπουν τη χώρα τους για άλλους λόγους, οι οποίοι δεν καλύπτονται από το δικαίωμα ασύλου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σήμερα η Επιτροπή προτείνει κοινό κατάλογο της ΕΕ με τις ασφαλείς χώρες καταγωγής. Αυτός ο κατάλογος θα δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιταχύνουν τις διαδικασίες ασύλου για τους υπηκόους των χωρών οι οποίες θεωρούνται κατά τεκμήριο ασφαλείς. Κατά την άποψή μας, αυτό το τεκμήριο ασφάλειας πρέπει να εφαρμόζεται βεβαίως για όλες τις χώρες που, σύμφωνα με την ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, πληρούν τα βασικά κριτήρια της Κοπεγχάγης για ένταξή τους στην ΕΕ –δηλ. σέβονται τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται και για τις άλλες δυνητικά υποψήφιες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, με βάση την πρόοδο που έχουν επιτύχει προς την απόκτηση του καθεστώτος υποψήφιας χώρας.

Γνωρίζω, βέβαια, ότι ο κατάλογος ασφαλών χωρών συνιστά μόνο μια διαδικαστική απλούστευση. Δεν μπορεί να άρει το θεμελιώδες δικαίωμα των αιτούντων άσυλο από την Αλβανία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, το Κοσσυφοπέδιο, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και την Τουρκία. Αλλά επιτρέπει στις εθνικές αρχές να εστιάζονται στους πρόσφυγες που συγκεντρώνουν τις περισσότερες πιθανότητες να τους χορηγηθεί άσυλο, κυρίως στους πρόσφυγες από τη Συρία. Μάλιστα, αυτή η εστίαση είναι απαραίτητη υπό τις παρούσες συνθήκες.

Πιστεύω επίσης ότι, πέρα από τις άμεσες ενέργειες που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της τρέχουσας έκτακτης ανάγκης, είναι καιρός να προετοιμάσουμε μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο διεκπεραιώνουμε τις αιτήσεις ασύλου –και κυρίως στο σύστημα του Δουβλίνου, το οποίο απαιτεί την εξέταση των αιτήσεων ασύλου στην πρώτη χώρα εισόδου.

Χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη στην πολιτική μας ασύλου. Χρειαζόμαστε περισσότερη Ένωση στην πολιτική μας για τους πρόσφυγες.

Η πραγματική ευρωπαϊκή πολιτική για τους πρόσφυγες και το άσυλο απαιτεί τόσο η πολιτική μας προσέγγιση όσο και οι κανόνες μας να διαπνέονται από αλληλεγγύη. Γι’ αυτόν τον λόγο, σήμερα, η Επιτροπή προτείνει επίσης έναν μόνιμο μηχανισμό μετεγκατάστασης, ο οποίος θα μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε ταχύτερα τις καταστάσεις κρίσεων στο μέλλον.

Η κοινή πολιτική για τους πρόσφυγες και το άσυλο απαιτεί την περαιτέρω προσέγγιση των πολιτικών ασύλου μετά τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επανεξετάσουν τις πολιτικές τους σε θέματα στήριξης, ένταξης και αποτροπής των αποκλεισμών. Η Επιτροπή είναι έτοιμη να διερευνήσει πώς μπορούν τα ευρωπαϊκά ταμεία να υποστηρίξουν αυτές τις προσπάθειες. Τάσσομαι σθεναρά υπέρ της δυνατότητας των αιτούντων άσυλο να εργάζονται και να κερδίζουν τα προς το ζην όσο οι αιτήσεις τους θα διεκπεραιώνονται.

Η κοινή πολιτική για τους πρόσφυγες και το άσυλο απαιτεί επίσης εντονότερες κοινές προσπάθειες για τη διασφάλιση των εξωτερικών μας συνόρων. Ευτυχώς, έχουμε καταργήσει τους συνοριακούς ελέγχους μεταξύ των κρατών μελών του χώρου Σένγκεν, ώστε να εξασφαλίσουμε την ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων, εξέχον σύμβολο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Όμως η άλλη όψη του νομίσματος της ελεύθερης κυκλοφορίας είναι ότι πρέπει να συνεργαζόμαστε στενότερα για τη διαχείριση των εξωτερικών μας συνόρων. Αυτό περιμένουν από εμάς οι πολίτες. Όπως είπε η Επιτροπή τον Μάιο, και όπως είχα πει κι εγώ κατά την προεκλογική μου εκστρατεία: Πρέπει να ενισχύσουμε σημαντικά τον οργανισμό Frontex και να τον καταστήσουμε ένα πλήρως λειτουργικό ευρωπαϊκό σύστημα συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής. Ασφαλώς και είναι εφικτό, αλλά θα κοστίσει χρήματα. Η Επιτροπή πιστεύει ότι τα χρήματα αυτά θα αποτελέσουν καλή επένδυση. Γι’ αυτό θα προτείνουμε, πριν από το τέλος του έτους, φιλόδοξα βήματα με σκοπό τη δημιουργία του ευρωπαϊκού συστήματος συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής.

Η πραγματικά ενιαία ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική συνεπάγεται επίσης ότι θα πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο δημιουργίας νόμιμων μεταναστευτικών διόδων. Ας είμαστε σαφείς: αυτό δεν πρόκειται να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της τρέχουσας προσφυγικής κρίσης. Αλλά, αν ανοιχθούν περισσότερες, ασφαλείς και ελεγχόμενες δίοδοι στην Ευρώπη, μπορούμε να διαχειριστούμε τη μετανάστευση αποτελεσματικότερα και να κάνουμε λιγότερο ελκυστική την παράνομη δραστηριότητα των διακινητών ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε μια γηράσκουσα ήπειρος σε δημογραφικό μαρασμό. Θα έχουμε ανάγκη από δεξιότητες. Με την πάροδο του χρόνου, η μετανάστευση θα πρέπει να μεταβληθεί από ένα πρόβλημα που απαιτεί λύση σε έναν άρτια διαχειριζόμενο πόρο. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα υποβάλει στις αρχές του 2016 μια ολοκληρωμένη δέσμη μέτρων για τη μετανάστευση.

Η λύση θα είναι βιώσιμη μόνο αν αντιμετωπίσουμε τις γενεσιουργούς αιτίες, τους λόγους που προκαλούν σήμερα αυτή τη σημαντική προσφυγική κρίση. Η ευρωπαϊκή εξωτερική μας πολιτική πρέπει να είναι πιο σθεναρή. Δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να είμαστε αδαείς ή διχασμένοι μπροστά στους πολέμους ή την αστάθεια στην ίδια τη γειτονιά μας.

Στη Λιβύη, η ΕΕ και τα κράτη μέλη μας πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους και να συνεργαστούν με τους εθνικούς εταίρους, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης εθνικής συμφωνίας σύντομα. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να βοηθήσουμε μια τέτοια κυβέρνηση, με κάθε διαθέσιμο ενωσιακό μέσο, ώστε να εξασφαλίσει τη ασφάλεια και την παροχή υπηρεσιών στον πληθυσμό αμέσως μόλις αναλάβει τα καθήκοντά της. Η αναπτυξιακή και ανθρωπιστική στήριξη που προσφέρει η ΕΕ θα πρέπει να είναι άμεση και συνολική.

Θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι εισερχόμαστε στο πέμπτο έτος της συριακής κρίσης, χωρίς ορατό τέλος. Μέχρι στιγμής, η διεθνής κοινότητα έχει απογοητεύσει τον συριακό λαό. Η Ευρώπη έχει απογοητεύσει τον συριακό λαό.

Σήμερα καλώ για μια ευρωπαϊκή διπλωματική επίθεση με σκοπό την αντιμετώπιση των κρίσεων στη Συρία και τη Λιβύη. Όταν πρόκειται για θέματα εξωτερικής πολιτικής, έχουμε ανάγκη από μια ισχυρότερη Ευρώπη. Και είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος που η κ. FedericaMogherini, η αποφασισμένη μας Ύπατη Εκπρόσωπος, έχει προετοιμάσει το έδαφος για μια τέτοια πρωτοβουλία με τη διπλωματική της επιτυχία στις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Και, επίσης, που είναι έτοιμη να συνεργαστεί στενά με τα κράτη μέλη μας για την ειρήνη και τη σταθερότητα στη Συρία και τη Λιβύη.

Για να διευκολυνθεί το έργο της Federica, η Επιτροπή προτείνει σήμερα τη δημιουργία ενός καταπιστευματικού ταμείου έκτακτης ανάγκης, με αρχικό κεφάλαιο 1,8 δισ. ευρώ από τους κοινούς μας χρηματοπιστωτικούς πόρους, με σκοπό την αντιμετώπιση των κρίσεων στο Σαχέλ και στη Λίμνη Τσαντ, στο Κέρας της Αφρικής και στη Βόρεια Αφρική. Θέλουμε να συμβάλουμε στην επίτευξη διαρκούς σταθερότητας –π.χ. δημιουργώντας ευκαιρίες απασχόλησης στις τοπικές κοινότητες– και, με τον τρόπο αυτό, να θεραπεύσουμε τις γενεσιουργούς αιτίες της αποσταθεροποίησης, του εκτοπισμού και της παράνομης μετανάστευσης. Περιμένω από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ να συμμετάσχουν στην προσπάθεια και να ενστερνιστούν τις φιλοδοξίες μας.

Δεν θέλω να δημιουργήσω ψευδαισθήσεις, ισχυριζόμενος ότι η προσφυγική κρίση θα τελειώσει σύντομα. Δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά η άρνηση αγκυροβόλησης σκαφών, ο εμπρησμός προσφυγικών καταυλισμών, η εθελοτυφλία μπροστά στους φτωχούς και τους ανήμπορους: αυτό δεν είναι Ευρώπη.

Ευρώπη είναι ο φούρναρης στην Κω που δίνει δωρεάν ψωμί σε πεινασμένες και εξουθενωμένες ψυχές. Ευρώπη είναι οι φοιτητές στο Μόναχο και στο Passau που φέρνουν ρούχα για τους νεοαφιχθέντες πρόσφυγες στον σιδηροδρομικό σταθμό. Ευρώπη είναι ο αστυνομικός στην Αυστρία που υποδέχεται εξαντλημένους πρόσφυγες που μόλις έχουν περάσει τα σύνορα. Αυτή είναι η Ευρώπη στην οποία εγώ θέλω να ζω.

Η κρίση είναι αδυσώπητη και ο δρόμος παραμένει μακρύς. Βασίζομαι σ’ εσάς, σ’ αυτό το Σώμα, και σε όλα τα κράτη μέλη για να επιδείξουμε ευρωπαϊκό σθένος στα μελλοντικά μας βήματα, σύμφωνα με τις κοινές μας αξίες και την ιστορία μας.

 

Μια νέα αρχή για την Ελλάδα, για την ευρωζώνη και την ευρωπαϊκή οικονομία

Κύριε πρόεδρε, αξιότιμα μέλη,

Είπα ότι σήμερα θέλω να μιλήσω για τα μεγάλα θέματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης πρέπει να αναφερθεί στην κατάσταση της Ελλάδας, καθώς και στα ευρύτερα διδάγματα που αντλήσαμε από το πέμπτο έτος της ελληνικής κρίσης, ο αντίκτυπος της οποίας εξακολουθεί να γίνεται αισθητός στην ευρωζώνη, καθώς και στο σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας και κοινωνίας.

Από την αρχή του έτους, οι συνομιλίες για την Ελλάδα δοκίμασαν κάθε ικμάδα της υπομονής μας. Πολύς χρόνος και μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης χάθηκαν. Γέφυρες κόπηκαν. Ειπώθηκαν λόγια που δεν μπορούν εύκολα να ανακληθούν.

Είδαμε πολιτική επιδειξιομανία, διαπληκτισμούς και εκατέρωθεν προσβολές να εκτοξεύονται απερίσκεπτα.

Υπερβολικά συχνά, είδαμε ανθρώπους να πιστεύουν ότι μπορούν να επιβάλουν τη γνώμη τους, χωρίς να εξετάζουν τη διαφορετική άποψη του άλλου.

Είδαμε δημοκρατίες στην ευρωζώνη να αντιπαρατάσσονται. Η ανάκαμψη και η δημιουργία θέσεων εργασίας που είχαν διαπιστωθεί τον προηγούμενο χρόνο στην Ελλάδα χάθηκαν μέσα σ’ αυτούς τους μήνες.

Όλοι, από κοινού, είδαμε με τα μάτια μας την άβυσσο.

Και, για μια ακόμα φορά, μόνο όταν βρεθήκαμε στο χείλος αυτής της αβύσσου, καταφέραμε να δούμε την ευρύτερη εικόνα και να αρθούμε στο ύψος των ευθυνών μας.

Στο τέλος, επιτεύχθηκε συμφωνία, αναλήφθηκαν και εφαρμόστηκαν δεσμεύσεις. Η εμπιστοσύνη άρχισε να κερδίζεται και πάλι, αν και παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.

Δεν είμαι περήφανος για κάθε πτυχή των αποτελεσμάτων που σημειώθηκαν. Ωστόσο, είμαι περήφανος για τις ομάδες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι οποίες εργάστηκαν νυχθημερόν μέχρι τα τέλη Αυγούστου, ακατάπαυστα, για να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ διαμετρικά αντίθετων απόψεων και να βρουν λύσεις προς το συμφέρον της Ευρώπης και του ελληνικού λαού.

Ξέρω ότι δεν ήταν όλοι χαρούμενοι με τις ενέργειες της Επιτροπής.

Πολλοί έλληνες πολιτικοί δεν ήταν χαρούμενοι που επιμείναμε στην αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, ιδίως όσον αφορά το μη βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα και το άδικο φορολογικό καθεστώς.

Πολλοί άλλοι ευρωπαίοι πολιτικοί αδυνατούσαν να καταλάβουν γιατί η Επιτροπή συνέχιζε τις διαπραγματεύσεις. Ορισμένοι δεν καταλάβαιναν γιατί δεν αφήναμε απλώς όλες τις συνομιλίες στους τεχνοκράτες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Γιατί μερικές φορές επίσης μιλήσαμε για την κοινωνική διάσταση των δεσμεύσεων του προγράμματος και γιατί τις τροποποιήσαμε συνυπολογίζοντας τις επιπτώσεις στα πλέον ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Ή γιατί εγώ προσωπικά τόλμησα να επαναλάβω, ξανά και ξανά, ότι το ευρώ και η συμμετοχή στο ευρώ νοούνται ως αμετάκλητα.

 

Κύριε πρόεδρε, αξιότιμα μέλη,

Η εντολή της Επιτροπής στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με μια χώρα που βρίσκεται σε πρόγραμμα, όπως η Ελλάδα, έχει απόλυτα σαφή βάση: η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εκείνη που καλεί την Επιτροπή να προάγει το κοινό συμφέρον της Ένωσης και να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου. Το ίδιο αυτό δίκαιο περιλαμβάνει τη ρήτρα της Συνθήκης, που έχει συμφωνηθεί από όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή στο ευρώ χαρακτηρίζεται αμετάκλητη.

Στον βαθμό που τα κράτη μέλη δεν έχουν τροποποιήσει τις Συνθήκες, φρονώ ότι η Επιτροπή και όλα τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν σαφή εντολή και καθήκον να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να προασπίσουν την ακεραιότητα της ευρωζώνης.

Στην Επιτροπή ανατέθηκε επίσης ρητώς από τη Συνθήκη για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), η οποία έχει κυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη προγράμματος με τα κράτη μέλη. Επιτελούμε το καθήκον αυτό σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και, όπου είναι δυνατόν, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αλλά έχουμε σαφή εντολή να το πράττουμε.

Όταν οι Συνθήκες αναφέρονται στην Επιτροπή, αντιλαμβάνομαι ότι ως Επιτροπή νοείται το θεσμικό όργανο το οποίο τελεί υπό την πολιτική ηγεσία του Προέδρου και του Σώματος των Επιτρόπων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν άφησα να διεξαχθούν οι συνομιλίες για την Ελλάδα μόνο με τους τεχνοκράτες της Επιτροπής, παρά την τεράστια εμπειρογνωμοσύνη τους και το δύσκολο έργο που επιτελούν. Αλλά μιλούσα προσωπικά με τους εμπειρογνώμονές μας σε τακτική βάση, συχνά πολλές φορές την ημέρα, για να τους κατευθύνω ή για να προσαρμόσω τις εργασίες τους. Μερίμνησα επίσης ώστε, κάθε εβδομάδα, να εξετάζεται η πορεία των συνομιλιών με την Ελλάδα διεξοδικά και υπό σαφώς πολιτικό πρίσμα στις συνεδριάσεις του Σώματος των Επιτρόπων.

Γιατί δεν είναι τεχνικό το ζήτημα της αύξησης του ΦΠΑ όχι μόνο στα εστιατόρια αλλά και στα συσκευασμένα τρόφιμα. Είναι ζήτημα πολιτικό και κοινωνικό.

Δεν είναι τεχνικό αλλά βαθιά πολιτικό ζήτημα το αν θα αυξηθεί ο ΦΠΑ στα φάρμακα σε μια χώρα όπου το 30% του πληθυσμού δεν καλύπτεται πλέον από το δημόσιο σύστημα υγείας λόγω της κρίσης. Ή αν θα περικοπούν, αντ’ αυτού, οι στρατιωτικές δαπάνες –σε μια χώρα που εξακολουθεί να διατηρεί μία από τις υψηλότερες θέσεις στην ΕΕ στο θέμα των στρατιωτικών δαπανών.

Ασφαλώς και δεν είναι τεχνικό ζήτημα αν θα μειωθούν οι συντάξεις των φτωχότερων στρωμάτων μιας κοινωνίας ή ο κατώτατος μισθός· ή αν, αντ’ αυτού, θα επιβληθεί φόρος στους έλληνες πλοιοκτήτες.

Βέβαια, οι αριθμοί αυτού που σήμερα αποτελεί πλέον το τρίτο ελληνικό πρόγραμμα έπρεπε, στο τέλος, να «βγαίνουν». Αλλά καταφέραμε να το επιτύχουμε, μεριμνώντας για την κοινωνική δικαιοσύνη. Διάβασα πολύ προσεκτικά την έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τρόϊκα. Ελπίζω να διαπιστώνετε ότι αντλήσαμε διδάγματα από την έκθεση αυτή και ότι, για πρώτη φορά, εκπονήσαμε αξιολόγηση των κοινωνικών επιπτώσεων του προγράμματος. Αν και παραδέχομαι ανοιχτά ότι, στο πλαίσιο αυτών των διαπραγματεύσεων, η Επιτροπή χρειάστηκε και να συμβιβαστεί μερικές φορές.

Αυτό που έχει σημασία για μένα είναι ότι, στο τέλος, μπόρεσε να βρεθεί ένας συμβιβασμός, ο οποίος συμφωνήθηκε και από τα 19 κράτη μέλη της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Έπειτα από εβδομάδες συνομιλιών, δειλών βημάτων προς τα εμπρός, επανειλημμένων καθυστερήσεων, πολλών στιγμών κορύφωσης και, συχνά, μιας γερής δόσης δράματος, καταφέραμε να υπογράψουμε, στις 19 Αυγούστου, το νέο πρόγραμμα στήριξης της σταθερότητας για την Ελλάδα.

Τώρα που το νέο πρόγραμμα έχει τεθεί σε εφαρμογή, θέλω να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή, για την Ελλάδα και για την ευρωζώνη στο σύνολό της.

Ας είμαστε απόλυτα ειλικρινείς: τώρα μόλις ξεκινά ένα νέο και μακρύ ταξίδι.

Για την Ελλάδα, το κλειδί στην όλη υπόθεση πλέον είναι να εφαρμόσει το πρόγραμμα που συμφωνήθηκε. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να υπάρξει ευρύς πολιτικός ενστερνισμός.

Προτού υπογραφεί η τελική συμφωνία, δέχθηκα στο γραφείο μου τους αρχηγούς όλων των παραδοσιακών ελληνικών πολιτικών ομάδων. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα στηρίξουν τη συμφωνία, και έδωσαν μια πρώτη απόδειξη της δέσμευσής τους, όταν υπερψήφισαν το νέο πρόγραμμα και τις πρώτες τρεις δέσμες μεταρρυθμίσεων στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Περιμένω ότι θα τηρήσουν τον λόγο τους και ότι θα υλοποιήσουν τη συμφωνία – όποιος κι αν είναι στην κυβέρνηση. Η ευρεία στήριξη και η έγκαιρη υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων είναι αυτό που έχει ανάγκη η Ελλάδα, ώστε να επιστρέψει η εμπιστοσύνη τόσο μεταξύ του ελληνικού λαού όσο και στην ελληνική οικονομία.

Το πρόγραμμα είναι ένα στοιχείο, αλλά δεν αρκεί για να επαναφέρει την Ελλάδα στον δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης. Η Επιτροπή θα στηρίξει την Ελλάδα, ώστε να εξασφαλίσει ότι θα υλοποιηθούν οι μεταρρυθμίσεις. Και θα βοηθήσουμε την Ελλάδα να καταρτίσει αναπτυξιακή στρατηγική που θα αποτελεί «ιδιοκτησία» της Ελλάδας και θα εφαρμόζεται από την Ελλάδα.

Από τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης μέχρι την ανεξαρτησία της φορολογικής αρχής, η Επιτροπή θα παρέχει εξειδικευμένη τεχνική υποστήριξη, μαζί με τη βοήθεια των ευρωπαίων και διεθνών εταίρων. Αυτό θα είναι το βασικό καθήκον της νέας Υπηρεσίας Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων, την οποία δημιούργησα τον Ιούλιο.

Στις 15 Ιουλίου η Επιτροπή υπέβαλε επίσης πρόταση για τη μείωση της εθνικής συγχρηματοδότησης στην Ελλάδα και την προκαταβολική χρηματοδότηση των επενδυτικών έργων που αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας: πρόκειται για αναπτυξιακό πακέτο ύψους 35 δισ. ευρώ. Αυτό επείγει για την ανάκαμψη έπειτα από μήνες χρηματοοικονομικής συμπίεσης. Πρόκειται για χρήματα που θα διοχετευθούν στην ελληνική πραγματική οικονομία, τα οποία θα αξιοποιήσουν οι επιχειρήσεις και οι αρχές για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις και προσλήψεις.

Η Επιτροπή εργάστηκε σε καθημερινή βάση για μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου να υποβάλει αυτήν την πρόταση. Τα εθνικά κοινοβούλια συνεδρίασαν αρκετές φορές καθ’ όλον τον Αύγουστο. Γι’ αυτό, ευελπιστώ ότι και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα κάνει ό,τι του αναλογεί, σύμφωνα με τις προηγούμενες δεσμεύσεις. Το πρόγραμμά μας για την ανάπτυξη στην Ελλάδα βρίσκεται στο τραπέζι αυτού του Σώματος εδώ και δύο μήνες. Αν εγκριθεί, θα χρειαστούν αρκετές ακόμα εβδομάδες μέχρι να φτάσει το πρώτο ευρώ στην πραγματική οικονομία της Ελλάδας.

Σας καλώ να ακολουθήσετε το παράδειγμα του Συμβουλίου, το οποίο θα δώσει την έγκρισή του γι’ αυτό το αναπτυξιακό πρόγραμμα μέχρι το τέλος αυτού του μήνα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να είναι τουλάχιστον εξίσου γρήγορο με το Συμβούλιο στο θέμα αυτό.

 

Δήλωσα ότι θα ήθελα το νέο πρόγραμμα να αποτελέσει μια νέα αρχή όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την ευρωζώνη στο σύνολό της, επειδή έχουμε να αντλήσουμε σημαντικά διδάγματα από την κρίση που μας κατατρύχει τόσο καιρό.

Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση είναι απολύτως σαφής: περισσότεροι από 23 εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να είναι άνεργοι σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ περισσότεροι από τους μισούς από αυτούς είναι χωρίς δουλειά πάνω από ένα χρόνο. Μόνο στη ζώνη του ευρώ, βρίσκονται χωρίς δουλειά πάνω από 17,5 εκατομμύρια άνθρωποι. Η ανάκαμψή μας εμποδίζεται από την παγκόσμια αβεβαιότητα. Το δημόσιο χρέος στην ΕΕ ξεπέρασε το 88% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, ενώ στη ζώνη του ευρώ βρίσκεται σχεδόν στο 93%.

Η κρίση δεν τελείωσε. Κάνει μόνο μια ανάπαυλα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται τίποτα. Οι αριθμοί για την ανεργία βελτιώνονται, το ΑΕΠ αυξάνεται με τους υψηλότερους ρυθμούς εδώ και χρόνια, ενώ η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων έχει ανακάμψει σημαντικά. Πολλά κράτη μέλη που είχαν πληγεί σοβαρά από την κρίση —όπως η Λετονία, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία— και έλαβαν ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική στήριξη αναπτύσσονται πλέον σταθερά και εξυγιαίνουν τις οικονομίες τους.

Το γεγονός αυτό αποτελεί πρόοδο, αλλά η ανάκαμψη είναι πολύ βραδεία, πολύ επισφαλής και πολύ εξαρτημένη από τους εξωτερικούς μας εταίρους.

Το σοβαρότερο στοιχείο είναι ότι η κρίση δημιούργησε πολύ μεγαλύτερες διαφορές στην ευρωζώνη και στην ΕΕ συνολικά. Έπληξε τις αναπτυξιακές μας δυνατότητες. Ενίσχυσε τη μακροπρόθεσμη τάση αύξησης των ανισοτήτων. Όλα αυτά τα στοιχεία έσπειραν την αμφισβήτηση για την κοινωνική πρόοδο, για την αξία της αλλαγής και για τα πλεονεκτήματα του γεγονότος ότι ανήκουμε σε ένα κοινό σύνολο.

Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι να ξαναδημιουργήσουμε μια διαδικασία σύγκλισης, τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και μέσα στις κοινωνίες, με άξονα την παραγωγικότητα, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Χρειαζόμαστε πιο πολλή Ένωση στην Ευρώπη μας.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για την Επιτροπή μου ειδικότερα, αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, επένδυση στις πηγές απασχόλησης και ανάπτυξης της Ευρώπης, και ιδίως στην ενιαία μας αγορά· και, δεύτερον, ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής μας ένωσης για τη δημιουργία των όρων για ανάκαμψη διαρκείας. Δραστηριοποιούμαστε και στα δύο μέτωπα.

Μαζί με σας και με τα κράτη μέλη συγκεντρώσαμε 315 δισεκατομμύρια ευρώ για το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη, με ένα νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ).

Σε λιγότερο από ένα χρόνο από τη στιγμή που ανακοίνωσα το σχέδιο αυτό, ορισμένα από τα πρώτα έργα είναι έτοιμα να ξεκινήσουν:

40.000 νοικοκυριά σε όλη τη Γαλλία θα πληρώσουν μικρότερους λογαριασμούς για ενέργεια, ενώ θα δημιουργηθούν 6.000 θέσεις εργασίας χάρη στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, την οποία χρηματοδότησε το Ταμείο Επενδύσεων.

Στα νοσηλευτικά κέντρα της Βαρκελώνης θα προσφέρονται καλύτερες θεραπευτικές μέθοδοι στους ασθενείς χάρη σε νέες θεραπείες με βάση το πλάσμα, οι οποίες χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Επενδύσεων.

Στο Limerick και σε άλλα μέρη της Ιρλανδίας θα βελτιωθεί η πρόσβαση των οικογενειών στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και στις κοινωνικές υπηρεσίες χάρη στα δεκατέσσερα νέα κέντρα πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Αυτά είναι μόνο η αρχή· θα ακολουθήσουν πολλά ακόμη σχέδια σαν κι αυτά.

Παράλληλα με την ανάπτυξη του επενδυτικού μας σχεδίου, αναβαθμίζουμε την ενιαία αγορά μας, ώστε να δημιουργήσουμε περισσότερες ευκαιρίες για ιδιώτες και επιχειρήσεις και στα 28 κράτη μέλη της Ένωσης. Χάρη σε έργα της Επιτροπής όπως η Ψηφιακή Ενιαία Αγορά, η Ένωση των Κεφαλαιαγορών και η Ενεργειακή Ένωση, μειώνουμε τα εμπόδια στις διασυνοριακές δραστηριότητες και, στην κλίμακα της ηπείρου μας, τονώνουμε την καινοτομία, διασυνδέουμε τους ταλαντούχους ανθρώπους και προσφέρουμε μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων και υπηρεσιών.

Ωστόσο, οι προσπάθειές μας να ευημερήσουμε θα αποτύχουν αν δεν πάρουμε υπόψη μας αυτό το σκληρό μάθημα: δεν έχουμε πείσει ακόμη τους πολίτες της Ευρώπης και του κόσμου ότι η Ένωσή μας δεν έχει σκοπό μόνο να επιβιώσει αλλά και να προοδεύσει και να ευημερήσει.

Ας μην κοροϊδευόμαστε: η συλλογική μας ανικανότητα να δώσουμε μια γρήγορη και ξεκάθαρη απάντηση στην ελληνική κρίση τους τελευταίους μήνες μάς αποδυνάμωσε όλους. Έπληξε την εμπιστοσύνη στο κοινό μας νόμισμα και τη φήμη της Ευρώπης διεθνώς.

Δεν υπάρχει ευνοϊκός άνεμος για εκείνον που δεν έχει συγκεκριμένο προορισμό —πρέπει να ξέρουμε πού πάμε.

Αυτή είναι η ουσία της έκθεσης που υπέβαλα τον Ιούνιο μαζί με τους άλλους προέδρους των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων για την ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

Για μένα ήταν αυτονόητο να συμπεριλάβω τον πρόεδρο κ. Schulz στο σημαντικό αυτό έργο. Στο κάτω κάτω, το Κοινοβούλιο είναι η καρδιά της δημοκρατίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ακριβώς τα εθνικά κοινοβούλια είναι η καρδιά της δημοκρατίας στο εθνικό επίπεδο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι και πρέπει να παραμείνει το Κοινοβούλιο της ευρωζώνης. Με την ιδιότητα του συννομοθέτη το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τις νέες πρωτοβουλίες που θα προτείνει τους επόμενους μήνες η Επιτροπής για την εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής μας ένωσης. Γι’ αυτό, χαίρομαι που, για πρώτη φορά, συγγράψαμε όχι μια «έκθεση των τεσσάρων προέδρων» αλλά μια «έκθεση των πέντε προέδρων».

Παρά τους μήνες των μεταμεσονύχτιων συζητήσεων για την εξεύρεση συμφωνίας με την Ελλάδα, συγγράψαμε την έκθεση αυτή τον Μάιο και τον Ιούνιο με σκοπό να χαράξουμε πορεία για ένα καλύτερο μέλλον. Οι πέντε πρόεδροι των μεγαλύτερων θεσμικών οργάνων της ΕΕ συμφωνήσαμε για έναν χάρτη πορείας που προσδοκούμε ότι θα μας βοηθήσει να σταθεροποιήσουμε σε υγιή βάση την ευρωζώνη έως τις αρχές του 2017· στη συνέχεια, με βάση τη νέα σύγκλιση των οικονομιών μας, θα επιτύχουμε ουσιαστικότερες μεταρρυθμίσεις και θα προχωρήσουμε όπου μπορούμε, από την ανθεκτικότητα στην κρίση σε νέες προοπτικές ανάπτυξης.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η έκθεση των πέντε προέδρων προκάλεσε ζωηρές συζητήσεις πανευρωπαϊκά. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση του ευρώ. Άλλοι υποστηρίζουν πως χρειαζόμαστε περισσότερη πειθαρχία και τήρηση των κανόνων. Συμφωνώ και με τις δύο απόψεις: χρειαζόμαστε συλλογική ευθύνη, μεγαλύτερη αίσθηση του κοινού καλού και απόλυτη τήρηση και εφαρμογή των όσων έχουν συμφωνηθεί συλλογικά. Ωστόσο δεν συμφωνώ ότι αυτό θα σήμαινε δημιουργία περισσότερων θεσμικών οργάνων ή λειτουργία του ευρώ στον αυτόματο πιλότο, σαν να μπορούσαν τα νέα όργανα ή οι μαγικοί κανόνες να δώσουν περισσότερα ή καλύτερα αποτελέσματα.

Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε ένα κοινό νόμισμα μόνο με κανόνες και στατιστικές. Χρειαζόμαστε μια διαρκή πολιτική αξιολόγηση, στην οποία θα βασιζόμαστε για τις νέες μας επιλογές στους τομείς της οικονομικής, της δημοσιονομικής και της κοινωνικής πολιτικής.

Η έκθεση των πέντε Προέδρων περιλαμβάνει ένα πλήρες πρόγραμμα εργασιών για τα επόμενα χρόνια και θέλω να προχωρήσουμε γρήγορα σε όλα τα μέτωπα —για την οικονομική, τη χρηματοπιστωτική, τη δημοσιονομική και την πολιτική Ένωση. Ορισμένες προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στην ευρωζώνη, ενώ άλλες θα πρέπει να απευθύνονται και στα 28 κράτη μέλη, λόγω της στενής τους σχέσης με την ενιαία μας αγορά.

Επιτρέψτε μου να επισημάνω πέντε τομείς στους οποίους η Επιτροπή θα υποβάλει σύντομα φιλόδοξες προτάσεις και στους οποίους περιμένουμε να σημειωθεί πρόοδος ήδη από το φθινόπωρο.

Πρώτον:Οι πέντε πρόεδροι συμφωνήσαμε ότι χρειαζόμαστε ένα κοινό σύστημα που να διασφαλίζει ότι οι τραπεζικές καταθέσεις των πολιτών προστατεύονται πάντα ως το όριο των 100.000 ευρώ ανά άτομο και ανά λογαριασμό. Αυτό είναι το κομμάτι που λείπει από την τραπεζική μας ένωση.

Σήμερα, υπάρχουν τέτοια συστήματα προστασίας, αλλά είναι όλα εθνικά. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι ένα πιο ευρωπαϊκό σύστημα, που να μη συνδέεται με τα κρατικά ταμεία, ώστε οι πολίτες να είναι απολύτως σίγουροι ότι οι καταθέσεις τους είναι ασφαλείς.

Όλοι είδαμε τι συνέβη στην Ελλάδα το καλοκαίρι: Οι πολίτες απέσυραν τις καταθέσεις τους —πράγμα κατανοητό— επειδή δεν είχαν ούτε πίστη ούτε εμπιστοσύνη στην ικανότητα του κράτους να υποστηρίξει το τραπεζικό του σύστημα. Αυτό πρέπει να αλλάξει.

Χρειάζεται επειγόντως ένα συλλογικότερο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, γι’ αυτό η Επιτροπή θα υποβάλει νομοθετική πρόταση που θα κινείται προς την κατεύθυνση αυτή πριν από το τέλος του έτους.

Ασφαλώς γνωρίζω ότι δεν υπάρχει ακόμη συναίνεση επ’ αυτού. Γνωρίζω όμως επίσης ότι πολλοί από σας συμμερίζεστε απόλυτα την πεποίθησή μου ότι είναι ανάγκη να προχωρήσουμε. Στους πιο σκεπτικιστές έχω να πω τα εξής: η Επιτροπή έχει πλήρη συνείδηση ότι τα κράτη μέλη ξεκινούν από διαφορετικά σημεία αφετηρίας. Ορισμένα έχουν αναπτύξει και χρηματοδοτήσει ικανοποιητικά τα εθνικά τους συστήματα εγγύησης καταθέσεων. Άλλα δημιουργούν τώρα τέτοια συστήματα. Αυτές τις διαφορές πρέπει να τις λάβουμε υπόψη. Γι’ αυτόν τον λόγο, η έκθεση των πέντε προέδρων δεν υποστηρίζει την πλήρη αμοιβαιοποίηση αλλά μια νέα προσέγγιση μέσω ενός συστήματος αντασφάλισης. Θα παρουσιάσουμε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτό τις επόμενες εβδομάδες.

Δεύτερον: Χρειαζόμαστε ισχυρότερη εκπροσώπηση της ευρωζώνης στην παγκόσμια σκηνή. Πώς είναι δυνατόν η ευρωζώνη, με το δεύτερο μεγαλύτερο νόμισμα παγκοσμίως, να μην μπορεί ακόμη να μιλήσει με μία φωνή για τα οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων;

Φανταστείτε για μια στιγμή πως συμμετέχετε στις καθημερινές εργασίες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Γνωρίζουμε καλά πόσο σημαντικό είναι το ΔΝΤ. Ωστόσο, αντί να μιλούν με μια φωνή, ως ευρωζώνη, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο πρέπει να συμφωνήσουν για το τι θα ψηφίσουν με την Αρμενία και με το Ισραήλ· η δε Ισπανία βρίσκεται στην ίδια περιφέρεια με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Πώς γίνεται εμείς οι Ευρωπαίοι να είμαστε, συλλογικά, οι μεγαλύτεροι μέτοχοι διεθνών ιδρυμάτων όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα και να εξακολουθούμε να ενεργούμε τελικά ως μειοψηφία;

Πώς γίνεται να δημιουργείται στην Ασία μια νέα, στρατηγικά σημαντική, Επενδυτική Τράπεζα Υποδομών και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αντί να συντονίζουν τις προσπάθειές τους, να επιδίδονται σε αγώνα δρόμου για το ποια πρώτη θα γίνει μέλος;

Πρέπει να ενηλικιωθούμε και να θέσουμε τα κοινά μας συμφέρονται πριν από τα εθνικά. Για μένα, ο πρόεδρος της Ευρωομάδας θα πρέπει να είναι ο φυσικός εκπρόσωπος της ευρωζώνης στα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως το ΔΝΤ.

Τρίτον: Χρειαζόμαστε ένα αποτελεσματικότερο και δημοκρατικότερο σύστημα οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας. Θέλω το Κοινοβούλιο αυτό, τα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και οι κοινωνικοί εταίροι σε όλα τα επίπεδα να είναι βασικοί παράγοντες αυτής της διαδικασίας. Θέλω επίσης να εκφράζονται πρώτα και καλύτερα τα συμφέροντα της ευρωζώνης συνολικά τόσο στην ενωσιακή όσο και στις εθνικές πολιτικές: επισημαίνω ότι το συμφέρον του συνόλου δεν είναι απλώς το άθροισμα των συμφερόντων των μερών του. Αυτό εκφράζεται στις προτάσεις μας για τον εξορθολογισμό και την περαιτέρω ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών.

Στο μέλλον, δεν επιθυμώ πλέον οι συστάσεις μας για τον οικονομικό προσανατολισμό της ευρωζώνης στο σύνολό της να είναι κενά λόγια. Επιθυμώ οι συστάσεις μας να δίνουν πραγματικό προσανατολισμό, κυρίως όσον αφορά τον δημοσιονομικό προσανατολισμό της ευρωζώνης.

Τέταρτον: Πρέπει να καταστήσουμε δικαιότερες τις φορολογικές μας πολιτικές. Ο στόχος αυτός απαιτεί περισσότερη διαφάνεια και ισότητα, για πολίτες και επιχειρήσεις. Υποβάλαμε ένα Σχέδιο Δράσης τον Ιούνιο, του οποίου η ουσία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η χώρα στην οποία πραγματοποιεί τα κέρδη της μια εταιρεία πρέπει να είναι επίσης η χώρα φορολόγησης της εταιρείας.

Βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η εργασία μας για μια κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών. Η απλούστευση αυτή θα καταστήσει δυσκολότερη τη φοροαποφυγή.

Εργαζόμαστε επίσης εντατικά με το Συμβούλιο για τη σύναψη συμφωνίας σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για τις φορολογικές συμφωνίες (taxrulings) έως το τέλος του έτους.

Ταυτοχρόνως, αναμένουμε ότι οι έρευνές μας στα διάφορα εθνικά συστήματα θα αποδώσουν καρπούς πολύ σύντομα.

Τέλος, καταβάλλουμε σκληρές προσπάθειες για να πείσουμε τα κράτη μέλη να εγκρίνουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών έως το τέλος του έτους.

Χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη, χρειαζόμαστε περισσότερη Ένωση και χρειαζόμαστε περισσότερη δικαιοσύνη στη φορολογική μας πολιτική.

Πέμπτον: πρέπει να επισπεύσουμε τις εργασίες για τη δημιουργία μιας δίκαιης και αληθινά πανευρωπαϊκής αγοράς εργασίας. Δικαιοσύνη στο πλαίσιο αυτό σημαίνει προώθηση και διαφύλαξη της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών ως θεμελιώδους δικαιώματος της Ένωσής μας, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τα κρούσματα καταχρήσεων και τους κινδύνους κοινωνικού ντάμπινγκ.

Η κινητικότητα στον τομέα της εργασίας είναι ευπρόσδεκτη και αναγκαία για να ευημερήσει η ευρωζώνη και η ενιαία αγορά. Αλλά η κινητικότητα αυτή πρέπει να βασίζεται σε σαφείς κανόνες και αρχές. Η θεμελιώδης αρχή θα πρέπει να είναι η διασφάλιση της ίδιας αμοιβής για την ίδια εργασία στον ίδιο τόπο.

Στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών, θα ήθελα να δημιουργηθεί ένας ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων, ο οποίος να λαμβάνει υπόψη τις μεταβαλλόμενες πραγματικότητες στις κοινωνίες της Ευρώπης και στον κόσμο εργασίας. Και ο οποίος μπορεί να χρησιμεύσει ως πυξίδα για την ανανεωμένη σύγκλιση εντός της ευρωζώνης.

Αυτός ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων θα πρέπει να συμπληρώνει όσα έχουμε ήδη πετύχει από κοινού όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων στην ΕΕ. Ευελπιστώ να διαδραματίσουν οι κοινωνικοί εταίροι κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αυτή. Πιστεύω ότι είναι σωστό που δρομολογούμε αυτή την πρωτοβουλία στο πλαίσιο της ευρωζώνης, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα και σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ να συμμετάσχουν στην προσπάθεια αυτή, αν το επιθυμούν.

Όπως αναφέρεται και στην έκθεση των πέντε Προέδρων, θα χρειαστεί επίσης να διερευνήσουμε ουσιαστικότερα θέματα όσον αφορά την ευρωζώνη. Η Επιτροπή θα υποβάλει λευκή βίβλο σχετικά με το θέμα αυτό την άνοιξη του 2017.

Ναι, κάποια στιγμή θα χρειαστεί να δημιουργήσουμε ένα Ταμείο της ευρωζώνης, το οποίο θα λογοδοτεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και πιστεύω ότι θα πρέπει να βασίζεται στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας που δημιουργήσαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης, ο οποίος, με ένα δυνητικό πιστωτικό όγκο ύψους 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, διαθέτει δυναμικότητα εξίσου σημαντική με εκείνη του ΔΝΤ. Ο ΕΜΣ θα αναλάβει σταδιακά μια ευρύτερη μακροοικονομική λειτουργία σταθεροποίησης με στόχο την καλύτερη αντιμετώπιση κρίσεων οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε εθνικό μόνο επίπεδο. Θα προετοιμάσουμε το έδαφος για να επιτευχθεί αυτό κατά το δεύτερο ήμισυ της παρούσας θητείας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι δυναμικό εγχείρημα. Ένα εγχείρημα στην υπηρεσία των λαών της. Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Όλοι αποκομίζουμε περισσότερα από αυτά που προσφέρουμε. Πρόκειται για ένα συνολικό εγχείρημα. Αποτελεί επίσης μήνυμα για τους εταίρους μας στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο απασχολεί ιδιαίτερα τις σκέψεις μου, όταν αναλογίζομαι τις μεγάλες πολιτικές προκλήσεις των επόμενων μηνών.

 

Μια δίκαιη συμφωνία για τη Βρετανία

Από την ανάληψη των καθηκόντων μου τα πράγματα έχουν καταστεί σαφέστερα όσον αφορά τη Βρετανία: πριν από το τέλος του 2017 θα πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα σχετικά με το αν η Βρετανία θα παραμείνει στην Ένωση ή όχι. Η απόφαση αυτή ανήκει βεβαίως στους ψηφοφόρους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αλλά δεν θα ήταν ούτε ειλικρινές ούτε ρεαλιστικό να πούμε ότι η απόφαση αυτή δεν είναι στρατηγικής σημασίας για ολόκληρη την Ένωση.

Προσωπικά, πάντα έλεγα ότι θέλω το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και ότι θέλω να συνεργαστώ με τη βρετανική κυβέρνηση για την εξεύρεση μιας δίκαιης λύσης για τη Βρετανία.

Οι Βρετανοί θέτουν θεμελιώδη ερωτήματα προς την ΕΕ και για την ΕΕ, όπως αν η ΕΕ προσφέρει ευημερία στους πολίτες της. Αν η δράση της ΕΕ επικεντρώνεται σε θέματα στα οποία μπορεί να δράσει αποτελεσματικά. Αν η ΕΕ είναι ανοικτή προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία η ΕΕ έχει απαντήσεις, και όχι μόνο για το Ηνωμένο Βασίλειο. Και τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ θέλουν μια σύγχρονη ΕΕ που να έχει επίκεντρο το όφελος των πολιτών της. Όλοι συμφωνούμε ότι η ΕΕ πρέπει να προσαρμοστεί και να αλλάξει λόγω των μεγάλων προκλήσεων και της κρίσης που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ολοκληρώνουμε την ενιαία αγορά, μειώνουμε τη γραφειοκρατία, βελτιώνουμε το επενδυτικό κλίμα για τις μικρές επιχειρήσεις.

Αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο δημιουργούμε την ψηφιακή ενιαία αγορά –για να εξασφαλίσουμε ότι ο τόπος στον οποίο βρίσκεστε στην ΕΕ δεν επηρεάζει την τιμή που πληρώνετε για να νοικιάσετε ένα αυτοκίνητο μέσω διαδικτύου. Εκσυγχρονίζουμε τους κανόνες της ΕΕ περί πνευματικής ιδιοκτησίας, για να αυξηθεί η πρόσβαση των πολιτών σε πολιτιστικό περιεχόμενο μέσω του διαδικτύου και παράλληλα να διασφαλιστεί η δίκαιη αμοιβή των δημιουργών. Και μόλις πριν από δύο μήνες, η ΕΕ συμφώνησε να καταργήσει τα τέλη περιαγωγής από το καλοκαίρι του 2017, κάτι που ζητούσαν πολλοί τουρίστες και ταξιδιώτες, κυρίως από τη Βρετανία, εδώ και χρόνια.

Αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο διαπραγματευόμαστε εμπορικές συμφωνίες με ηγετικά κράτη, όπως τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων. Αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο ανοίγουμε τις αγορές και εξαλείφουμε τα εμπόδια για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους στα 28 κράτη μέλη της ΕΕ.

Αποτελεί προσωπική μου δέσμευση να επιτύχω τη βελτίωση του τρόπου με τον οποίο συνεργάζεται η Ένωση με τα εθνικά κοινοβούλια. Στις επιστολές ανάθεσης καθηκόντων για όλα τα μέλη της Επιτροπής μου ανέλαβα τη δέσμευση να διαβουλεύομαι πιο στενά με τα εθνικά κοινοβούλια. Είμαι πεπεισμένος ότι η ενίσχυση της σχέσης μας με τα εθνικά κοινοβούλια θα συσφίξει τις σχέσεις της Ένωσης με τους λαούς που υπηρετεί. Αυτή είναι μια φιλοδοξία την οποία γνωρίζω καλά ότι τη συμμερίζεται και ο πρωθυπουργός DavidCameron. Είμαι βέβαιος ότι θα μπορέσουμε να βρούμε μια κοινή απάντηση.

Πριν από ένα χρόνο, κατά την εκστρατεία μου για την προεδρία της Επιτροπής, υποσχέθηκα ότι, ως Πρόεδρος, θα προσπαθούσα να επιτύχω μια δίκαιη συμφωνία για τη Βρετανία. Μια συμφωνία που να είναι δίκαιη για τη Βρετανία. Αλλά και που να είναι επίσης δίκαιη για τα 27 άλλα κράτη μέλη.

Θέλω να διασφαλίσω ότι θα διατηρήσουμε την ακεραιότητα και των τεσσάρων ελευθεριών μας της ενιαίας αγοράς και ταυτόχρονα ότι θα βρούμε τρόπους που θα επιτρέψουν την περαιτέρω ολοκλήρωση της ευρωζώνης, ώστε να ενισχυθεί η Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Για να είναι η συμφωνία δίκαιη για το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα τμήμα της θα πρέπει να αναγνωρίζει την πραγματικότητα ότι δεν συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη σε όλους τους τομείς πολιτικής της ΕΕ. Ειδικά πρωτόκολλα ορίζουν τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου π.χ. σε σχέση με το ευρώ και με τον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων. Για να είναι δίκαιη απέναντι στα άλλα κράτη μέλη, δεν πρέπει οι επιλογές του Ηνωμένου Βασιλείου να τα εμποδίζουν από την περαιτέρω ενοποίηση όπου το κρίνουν σκόπιμο.

Θα επιδιώξω μια δίκαιη συμφωνία για τη Βρετανία. Και θα το κάνω για έναν και μόνο λόγο: επειδή πιστεύω ότι είναι καλύτερα για την ΕΕ με τη Βρετανία μέσα σ’ αυτήν και ότι είναι καλύτερα για τη Βρετανία να είναι μέσα στην ΕΕ.

Σε θεμελιώδεις τομείς μπορούμε να επιτύχουμε πολύ περισσότερα αν δράσουμε συλλογικά από όσα θα μπορούσαμε να επιτύχουμε ο καθένας μόνος του. Αυτό ισχύει ιδίως για τις τεράστιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και στις οποίες θα αναφερθώ στο επόμενο μέρος της ομιλίας.

 

Ενωμένοι στο πλευρό της Ουκρανίας

Η Ευρώπη είναι ένα μικρό μέρος του κόσμου. Αν έχουμε κάτι να προσφέρουμε, είναι οι γνώσεις μας και η ηγεσία.

Περίπου πριν από έναν αιώνα, το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε στην Ευρώπη· σήμερα το ποσοστό αυτό είναι το ένα ένατο· τον επόμενο αιώνα θα είναι το ένα εικοστό πέμπτο.

Πιστεύω ότι μπορούμε και οφείλουμε να διαδραματίσουμε τον ρόλο μας στην παγκόσμια σκηνή· όχι για να ικανοποιήσουμε τη φιλαρέσκειά μας, αλλά επειδή έχουμε κάτι να προσφέρουμε. Μπορούμε να δείξουμε στον κόσμο πόση δύναμη δίνει η ενότητα και πόσο συμφέρει, από στρατηγική άποψη, η από κοινού δράση. Ποτέ πριν δεν υπήρξε περίοδος με πιο επείγουσα και επιτακτική ανάγκη για να γίνει αυτό.

Αυτή τη στιγμή έχουμε πάνω από 40 ενεργές συρράξεις παγκοσμίως. Τη στιγμή που μαίνονται οι συγκρούσεις, χωρίζονται οικογένειες και μετατρέπονται τα σπίτια σε ερείπια, δεν μπορώ να σταθώ μπροστά σας, σχεδόν 60 χρόνια από τη γέννηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να σας μιλήσω για ειρήνη. Γιατί δεν επικρατεί ειρήνη στον κόσμο.

Αν θέλουμε να προωθήσουμε την ειρήνη στον κόσμο, θα χρειαστούμε περισσότερη Ευρώπη και περισσότερη Ένωση στην εξωτερική πολιτική μας. Αυτό το χρειαζόμαστε κατεπειγόντως για την Ουκρανία.

Η πρόκληση να βοηθήσουμε την Ουκρανία να επιβιώσει, να προβεί σε μεταρρυθμίσεις και να ευημερήσει αποτελεί ευρωπαϊκή πρόκληση. Σε τελική ανάλυση, το ουκρανικό όραμα, το όραμα της πλατείας Maidan, είναι ευρωπαϊκό: η ζωή σε μια σύγχρονη χώρα, με σταθερή οικονομία, σε υγιές και δίκαιο πολιτικό σύστημα.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δώδεκα μηνών, γνώρισα καλύτερα τον πρόεδρο Poroshenko, σε μια σύνοδο κορυφής, σε δείπνο στο σπίτι του, σε πολλές συνεδριάσεις και αμέτρητα τηλεφωνήματα. Άρχισε ήδη τον μετασχηματισμό της χώρας του. Αγωνίζεται για την ειρήνη. Αξίζει την υποστήριξή μας.

Έχουμε κάνει ήδη πολλά, χορηγώντας δάνειο ύψους 3,41 δισεκατομμυρίων ευρώ για τρία προγράμματα μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής, προσφέροντας βοήθεια για την επίτευξη συμφωνίας που θα εξασφαλίσει τον εφοδιασμό της Ουκρανίας με φυσικό αέριο για τον χειμώνα και παρέχοντας συμβουλές σχετικά με τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος. Η ΕΕ και τα όλα τα κράτη μέλη της πρέπει να συνεισφέρουν, αν θέλουμε να πετύχουμε.

Θα πρέπει επίσης να διαφυλάξουμε την ενότητά μας.

Χρειαζόμαστε ενότητα, όταν πρόκειται για την ασφάλεια των ανατολικών κρατών μελών μας, ιδίως των χωρών της Βαλτικής. Η ασφάλεια και τα σύνορα των κρατών μελών της ΕΕ είναι αδιαπραγμάτευτα. Θέλω αυτό να γίνει κατανοητό με μεγάλη σαφήνεια στη Μόσχα.

Χρειαζόμαστε περισσότερη ενότητα, όταν πρόκειται για την επιβολή κυρώσεων. Οι κυρώσεις που επέβαλε η ΕΕ στη Ρωσία έχουν κόστος για τις οικονομίες μας και επιπτώσεις για σημαντικούς τομείς, όπως η γεωργία. Αλλά οι κυρώσεις αποτελούν ισχυρό μέσο για την αντιμετώπιση των επιθετικών συμπεριφορών και της παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Αποτελούν πολιτική που πρέπει να διατηρηθεί μέχρι να επιτευχθεί πλήρης συμμόρφωση με τις συμφωνίες του Minsk. Πρέπει να κρατήσουμε το σθένος μας και να διαφυλάξουμε την ενότητά μας.

Αλλά πρέπει επίσης να συνεχίσουμε την προσπάθεια για την εξεύρεση λύσεων.

Μίλησα με τον Πρόεδρο Putin στο Brisbane στη συνεδρίαση της G20, σε μια διμερή συνάντηση που κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Θυμηθήκαμε πόσα χρόνια γνωριζόμαστε και πόσο άλλαξαν οι καιροί. Το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσίας μετατράπηκε σε υποψία και δυσπιστία.

Η ΕΕ πρέπει να δείξει στη Ρωσία το κόστος της αντιπαράθεσης, αλλά πρέπει επίσης να καταστήσει σαφές ότι είναι πρόθυμη να αναλάβει ευθύνες.

Δεν θέλω μια Ευρώπη που στέκεται στο περιθώριο της ιστορίας. Θέλω μια Ευρώπη που ηγείται. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση σταθεί ενωμένη, μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο.

 

Οι ηγέτες ενωμένοι για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής

Ένα παράδειγμα του ηγετικού ρόλου της Ευρώπης είναι η δράση μας στον τομέα της κλιματικής αλλαγής.

Στην Ευρώπη όλοι γνωρίζουμε ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια μεγάλη πρόκληση παγκοσμίως –κι αυτό το γνωρίζουμε εδώ και καιρό.

Ο πλανήτης μας –η ατμόσφαιρα και η κλιματική του σταθερότητα– δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον τρόπο με τον οποίο τον χρησιμοποιεί ο άνθρωπος.

Ορισμένα μέρη του κόσμου ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους, δημιουργώντας «χρέος άνθρακα» και διαιωνίζοντάς το. Όπως γνωρίζουμε από την οικονομία και τη διαχείριση κρίσεων, το να ζούμε πάνω από τις δυνατότητές μας δεν είναι βιώσιμη συμπεριφορά.

Η φύση θα μας αναγκάσει να πληρώσουμε τον λογαριασμό αρκετά σύντομα. Σε ορισμένα μέρη του κόσμου, η κλιματική αλλαγή αλλάζει τις αιτίες των συγκρούσεων –ο έλεγχος ενός φράγματος ή μιας λίμνης μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική σημασία από ένα διυλιστήριο πετρελαίου.

Η κλιματική αλλαγή είναι μάλιστα μία από τις βασικές αιτίες του νέου μεταναστευτικού φαινομένου. Οι κλιματικοί πρόσφυγες θα αποτελέσουν μια νέα πρόκληση, αν δεν δράσουμε γρήγορα.

Σε 90 ημέρες θα πραγματοποιηθεί παγκόσμια διάσκεψη στο Παρίσι για να υπάρξει συμφωνία για δράση ώστε να επιτευχθεί ο στόχος να μην ανέβει παγκοσμίως η θερμοκρασία περισσότερους από 2 βαθμούς Κελσίου. Η ΕΕ είναι σε καλό δρόμο και ανέλαβε σαφή δέσμευση τον Μάρτιο: δεσμευτική μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 40% σε όλους τους τομείς της οικονομίας έως το 2030, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Αυτή είναι η πιο φιλόδοξη δέσμευση που έχει αναληφθεί μέχρι σήμερα.

Ακολουθούν και άλλοι, ορισμένοι διστακτικά.

Θα είμαι σαφής προς τους διεθνείς εταίρους μας: η ΕΕ δεν θα υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία. Η προτεραιότητά μου, η προτεραιότητα της Ευρώπης, είναι να συναφθεί μια φιλόδοξη, ισχυρή και δεσμευτική συμφωνία για το κλίμα παγκοσμίως.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή μου και εγώ αφιερώσαμε ένα μέρος του πρώτου έτους της θητείας μας για να προσελκύσουμε υποστήριξη για μια φιλόδοξη συμφωνία στο Παρίσι. Τον περασμένο Μάιο ήμουν στο Τόκιο, όπου ζήτησα από τον πρωθυπουργό Abe να συνεργαστούμε για να εξασφαλίσουμε ότι το Παρίσι θα είναι αντάξιος διάδοχος του Κιότο.

Τον Ιούνιο, στη σύνοδο κορυφής G7, οι ηγέτες συμφώνησαν να αναπτύξουν μακρόπνοες στρατηγικές χαμηλών εκπομπών άνθρακα και να εγκαταλείψουν τα ορυκτά καύσιμα μέχρι το τέλος του αιώνα.

Στη συνέχεια, συναντήθηκα με τον κινέζο πρωθυπουργό LiKeqiang για την προετοιμασία της διάσκεψης που θα διεξαχθεί στο Παρίσι και τη δρομολόγηση συνεργασίας για να εξασφαλίσουμε ότι οι πόλεις σήμερα σχεδιάζονται κατά τρόπον ώστε να ανταποκρίνονται στις ενεργειακές και κλιματικές ανάγκες του αύριο.

Επίσης, σε συντονισμό με την Ύπατη Εκπρόσωπο, τα μέλη της Επιτροπής έχουν καταβάλει προσπάθειες σε διπλωματικό επίπεδο για το κλίμα. Σήμερα ο επίτροπος κ. AriasCañete βρίσκεται στην Παπουασία-Νέα Γουινέα και συζητά τα σχέδια για το Παρίσι με τους ηγέτες του Φόρουμ των Νήσων του Ειρηνικού. Αν δεν γίνουν διορθωτικές ενέργειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η στάθμη των υδάτων θα ανέβει και τα νησιά αυτά θα είναι «το καναρίνι στο ανθρακωρυχείο», σύμφωνα με την παροιμία.

Ωστόσο, αν το Παρίσι αποδώσει καρπούς, η ανθρωπότητα, για πρώτη φορά, θα διαθέτει ένα διεθνές καθεστώς για την αποτελεσματική καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Το Παρίσι θα είναι η επόμενη αλλά όχι η τελευταία στάση. Υπάρχει η πορεία προς το Παρίσι· αλλά υπάρχει και η πορεία μετά το Παρίσι.

Η Επιτροπή μου θα εργαστεί για να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να είναι πρωτοπόρος στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Θα εφαρμόσουμε στην πράξη αυτά τα οποία διακηρύσσουμε.

Δεν έχουμε το μαγικό ραβδί για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Όμως η νομοθεσία μας, όπως το σύστημα εμπορίας εκπομπών ΕΕ, και οι ενέργειές μας επέτρεψαν να μειώσουμε τις εκπομπές άνθρακα διατηρώντας τη μεγέθυνση της οικονομίας.

Η προορατική πολιτική μας για το κλίμα αποδίδει επίσης καρπούς όσον αφορά την τόσο αναγκαία για μας επίτευξη των στόχων της Ενεργειακής Ένωσης: μας τοποθετεί στην πρώτη θέση παγκοσμίως στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ο οποίος σήμερα απασχολεί πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα σε όλη την ΕΕ και παράγει κύκλο εργασιών ύψους 130 δισεκατομμυρίων ευρώ, συμπεριλαμβανομένων εξαγωγών αξίας 35 δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες κατέχουν σήμερα το 40% του συνόλου των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τις ανανεώσιμες τεχνολογίες και ο ρυθμός της τεχνολογικής αλλαγής αυξάνει τις δυνατότητες του νέου παγκόσμιου εμπορίου «πράσινης» τεχνολογίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δίνεται στρατηγική έμφαση στην καινοτομία και τη διασύνδεση των αγορών μας κατά την υλοποίηση της Ενεργειακής Ένωσης.

Αυτό σας υποσχέθηκα πέρυσι, αυτό είναι και θα είναι το αποτέλεσμα των εργασιών της Επιτροπής.

Η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής δεν είναι μια μάχη που θα κερδηθεί ή θα χαθεί σε διπλωματικές συζητήσεις στις Βρυξέλλες ή στο Παρίσι. Θα κερδηθεί ή θα χαθεί επιτόπου και στις πόλεις στις οποίες οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ζουν, εργάζονται και χρησιμοποιούν περίπου το 80% της συνολικής ενέργειας που παράγεται στην Ευρώπη.

Γι’ αυτό ζήτησα από τον Πρόεδρο Schulz να φιλοξενήσει τη συνεδρίαση του Συμφώνου των Δημάρχων στο Κοινοβούλιο τον επόμενο μήνα, στην οποία θα συμμετάσχουν πάνω από 5.000 ευρωπαίοι δήμαρχοι. Έχουν όλοι υποσχεθεί να πετύχουν τον στόχο της μείωσης των εκπομπών CO2 στην ΕΕ. Ελπίζω όλα τα μέλη του Κοινοβουλίου να στηρίξουν τη δράση των κοινοτήτων και της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ευρώπη, για να στεφθεί με επιτυχία η διάσκεψη του Παρισιού και η συνέχεια που θα δοθεί σ’ αυτήν.

 

Συμπέρασμα

Κύριε Πρόεδρε, αξιότιμα μέλη,

Υπάρχουν πολλά ζητήματα που δεν ανέφερα και δεν θα μπορούσα να αναφέρω σήμερα. Για παράδειγμα, θα ήθελα να σας μιλήσω για την Κύπρο και για την ελπίδα μου, τη φιλοδοξία μου και την επιθυμία μου να δω το νησί αυτό ενωμένο τον επόμενο χρόνο. Μετά την πολύωρη συνάντησή μου με τους προέδρους Νίκο Αναστασιάδη και MustafaAkinci στην Πράσινη Γραμμή τον Ιούλιο, είμαι πεπεισμένος ότι, με το απαραίτητο όραμα και την πολιτική βούληση από τους δύο ηγέτες, αυτό είναι εφικτό κάτω από τις παρούσες συνθήκες και με τον συνεχή καλό συντονισμό των προσπαθειών του ΟΗΕ και της ΕΕ. Θα προσφέρω αμέριστη υποστήριξη και κάθε δυνατή βοήθεια για να συμβάλω στην επίτευξη αυτού του στόχου. Διότι πιστεύω ότι τα τείχη και τα συρματοπλέγματα δεν έχουν θέση σε κράτος μέλος της ΕΕ.

Δεν μίλησα για τους ευρωπαίους γεωργούς οι οποίοι διαμαρτύρονταν αυτή την εβδομάδα στις Βρυξέλλες. Συμφωνώ μαζί τους ότι κάτι δεν πάει καλά στην αγορά, όταν η τιμή ενός λίτρου γάλακτος είναι χαμηλότερη από την τιμή ενός λίτρου νερού. Αλλά δεν πιστεύω ότι μπορούμε ή πρέπει να αρχίσουμε μια «μικροδιαχείριση» της αγοράς γάλακτος από τις Βρυξέλλες. Θα πρέπει να αποζημιώσουμε τους αγρότες που πλήττονται από τις συνέπειες των κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Κι αυτός είναι ο λόγος που η Επιτροπή θέτει στο τραπέζι ένα πακέτο αλληλεγγύης ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ για τους αγρότες. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκές και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τη δομή της αγοράς. Κάτι σάπιο υπάρχει στην αγορά γάλακτος. Η εντύπωσή μου είναι ότι πρέπει να σπάσουν κάποια ολιγοπώλια λιανικής.

Έχω να πω ακόμη πολλά, όμως θίγοντας τα κύρια ζητήματα, τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο για μένα: είτε μιλάμε για την προσφυγική κρίση είτε για την οικονομία ή την εξωτερική πολιτική: μπορούμε να πετύχουμε μόνο ως Ένωση.

Ποια είναι η Ένωση που εκπροσωπεί 507 εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης; Η Ένωση δεν είναι μόνο οι Βρυξέλλες ή το Στρασβούργο. Η Ένωση είναι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Η Ένωση είναι επίσης τα κράτη μέλη. Είναι οι εθνικές κυβερνήσεις και τα εθνικά κοινοβούλια.

Αρκεί ένας από εμάς να αποτύχει και όλοι θα σκοντάψουμε.

Η Ευρώπη και η Ένωσή μας πρέπει να πετύχουν. Ενώ σε κανονικές συνθήκες είμαι υπέρμαχος της κοινοτικής μεθόδου, σε καιρό κρίσεων δεν είμαι τυπολάτρης: δεν με ενδιαφέρει πώς θα αντιμετωπίσουμε μια κρίση, είτε με διακυβερνητικές λύσεις είτε με διαδικασίες των τοπικών κοινοτήτων. Αρκεί να βρούμε μια λύση και να γίνουν τα αναγκαία προς όφελος των πολιτών της Ευρώπης.

Ωστόσο, όταν βλέπουμε τις αδυναμίες μιας μεθόδου, πρέπει να αλλάζουμε την προσέγγισή μας.

Ένα παράδειγμα είναι ο μηχανισμός μετεγκατάστασης προσφύγων που προτείναμε για την Ελλάδα και την Ιταλία τον Μάιο: η Επιτροπή πρότεινε ένα δεσμευτικό, κοινοτικό σύστημα αλληλεγγύης. Τα κράτη μέλη επέλεξαν αντ’ αυτού μια εθελοντική προσέγγιση. Το αποτέλεσμα: δεν επιτεύχθηκε ποτέ ο στόχος των 40.000. Δεν έχει γίνει ακόμα ούτε μία μετεγκατάσταση ατόμου που χρειάζεται προστασία και η Ιταλία και η Ελλάδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την κατάσταση μόνες τους. Η κατάσταση αυτή δεν είναι ικανοποιητική.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι διακυβερνητικές λύσεις, όπως το δημοσιονομικό σύμφωνο του 2011 για την ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή η συμφωνία του 2014 για τη σύσταση κοινού ταμείου εξυγίανσης τραπεζών. Σήμερα βλέπουμε ότι ούτε ένα κράτος μέλος δεν έχει εφαρμόσει πλήρως το δημοσιονομικό σύμφωνο. Και μόνο 4 από τα 19 κράτη μέλη έχουν κυρώσει τη συμφωνία για το ταμείο εξυγίανσης τραπεζών, η έναρξη του οποίου έχει προγραμματιστεί για την 1η Ιανουαρίου 2016.

Αυτά που έχουν γίνει δεν επαρκούν αν θέλουμε να ανταποκριθούμε με επιτυχία στις σημερινές, τεράστιες προκλήσεις.

Πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο εργασίας μας.

Πρέπει να είμαστε πιο γρήγοροι.

Πρέπει να είμαστε πιο Ευρωπαίοι στη μέθοδο που χρησιμοποιούμε.

Όχι γιατί θέλουμε εξουσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά γιατί χρειαζόμαστε επειγόντως καλύτερα αποτελέσματα ταχύτερα.

Χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη στην Ένωσή μας.

Χρειαζόμαστε περισσότερη Ένωση στην Ένωσή μας.

Σε όλη μου τη ζωή πίστευα στην Ευρώπη. Έχω τους λόγους μου, πολλοί από τους οποίους γνωρίζω, με ανακούφιση, ότι δεν σχετίζονται με τις σημερινές γενιές.

Όταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου, είπα ότι θέλω να ξαναχτίσω τις γέφυρες που άρχισαν να καταρρέουν. Εκεί όπου η αλληλεγγύη άρχισε να πνέει τα λοίσθια. Εκεί όπου παλιοί δαίμονες προσπαθούσαν να ξαναγυρίσουν.

Ο δρόμος μπροστά μας είναι μακρύς.

Όταν όμως, μετά από μερικές γενιές, οι άνθρωποι θα διαβάζουν γι’ αυτή τη στιγμή στα βιβλία της ιστορίας για την Ευρώπη, ας διαβάσουν ότι σταθήκαμε μαζί δείχνοντας συμπόνια και ότι ανοίξαμε τα σπίτια μας σε όσους είχαν ανάγκη την προστασία μας.

Ότι ενώσαμε τις δυνάμεις μας για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων, προστατεύοντας τις αξίες μας και επιλύοντας τις διαφορές μας.

Ότι εξασφαλίσαμε ότι οι φορολογούμενοι δεν θα ξαναπληρώσουν ποτέ ξανά την απληστία των κερδοσκόπων.

Ότι χέρι-χέρι εξασφαλίσαμε ανάπτυξη και ευημερία για τις οικονομίες μας, για τις επιχειρήσεις μας και πάνω από όλα για τα παιδιά μας.

Ας διαβάσουν ότι σφυρηλατήσαμε μια Ένωση πιο δυνατή από ποτέ.

 

Για περισσότερες πληροφορίες:

Τα κυριότερα σημεία της ομιλίας

Βίντεο της ομιλίας

Iστοσελίδα για την Κατάσταση της Ένωσης το 2015

SPEECH/15/5614


Side Bar

Videos





Photos