Navigation path

Left navigation

Additional tools

Ευρωπαϊκη Επιτροπη

[Check Against Delivery]

José Manuel Durão Barroso

Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Αποχαιρετιστήρια ομιλία του Προέδρου Barroso

Σύνοδος ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Στρασβούργο, 21 Οκτωβρίου 2014

Κύριε Πρόεδρε, αξιότιμοι βουλευτές,

Επιτρέψτε μου, κατ’ αρχάς, να σας ευχαριστήσω για τη δυνατότητα που μου δίνετε να απευθυνθώ για τελευταία φορά στο Κοινοβούλιο. Όντως, φτάσαμε στο τέλος της δεύτερης θητείας μου ως Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και χαίρομαι που είμαι εδώ με εσάς και τους συναδέλφους μου για τον απολογισμό. Και, επειδή πρόκειται για τη δεύτερη θητεία μου, θα αναφερθώ στα τελευταία δέκα χρόνια.

Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τα συναισθήματά μου, τις σκέψεις μου για τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση ανταποκρίθηκε σε αυτούς τους τόσο δύσκολους καιρούς και ποιες θεωρώ ότι είναι οι κυριότερες προκλήσεις για το μέλλον.

Πιστεύω ότι θα συμφωνήσετε πως επρόκειτο για μια έκτακτη και δύσκολη περίοδο. Δέκα χρόνια κρίσης και αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτήν. Δεν ήταν μόνο η κρίση που αφορούσε το εθνικό χρέος, μη ξεχνάμε ότι στην αρχή της θητείας μου είχαμε να αντιμετωπίσουμε θεσμική κρίση, αφού δύο από τα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψαν, ύστερα από δημοψηφίσματα, την Συνταγματική Συνθήκη. Είχαμε λοιπόν μία θεσμική κρίση, μία κρίση εθνικού χρέους και οικονομικού χαρακτήρα και, πλέον, μία οξεία γεωπολιτική κρίση, ως αποτέλεσμα της διένεξης ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία.

Η θεσμική κρίση επιλύθηκε τελικά με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Είναι αλήθεια ότι τότε, πολλοί έλεγαν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μπορούσε να διαμορφώσει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο. Και, όντως, υπήρξαν στιγμές ασάφειας και αμφιβολιών. Βασικά όμως, καταφέραμε και διατηρήσαμε το μεγαλύτερο μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των νέων στοιχείων της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία επικυρώθηκε απ’ όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σήμερα δείχνουν να ξεχνούν ότι την έχουν επικυρώσει.

Πιο πρόσφατα - και αφήνω για το τέλος τα οικονομικά ζητήματα, διότι τα έχουμε ακόμη μπροστά μας - είχαμε τη σοβαρή πρόκληση και απειλή για τη σταθερότητά μας στην Ευρώπη, με την απαράδεκτη συμπεριφορά της Ρωσίας έναντι της Ουκρανίας. Και λάβαμε μία θέση αρχής. Προσφέραμε στην Ουκρανία μία συμφωνία σύνδεσης και μία εμπορική συμφωνία και χαίρομαι που, παρά τις δυσκολίες, η Ουκρανία συνυπέγραψε και επικύρωσε την συμφωνία σύνδεσης. Και θέλω να συγχαρώ το Κοινοβούλιο, διότι, την ίδια ώρα που η βουλή της Ουκρανίας επικύρωνε την συμφωνία, το ίδιο κάνατε και εσείς, στέλνοντας ένα μήνυμα ελπίδας στην Ουκρανία, ως μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας εθνών.

Τώρα που τα λέω αυτά, η κρίση δεν έχει ακόμη επιλυθεί, το γνωρίζουμε. Μπορούμε όμως να είμαστε υπερήφανοι, διότι τηρήσαμε μία στάση αρχής, διότι καταδικάσαμε με τον πιο εμφατικό τρόπο τις ενέργειες της Ρωσίας και διότι επικυρώθηκε η συμφωνία σύνδεσης, όχι μόνο με την Ουκρανία αλλά και με τη Γεωργία και τη Μολδαβία. Διότι πιστεύω ότι έχουμε μια υποχρέωση απέναντι στις χώρες αυτές, οι οποίες προσβλέπουν στην Ευρώπη με τη θέληση και την ελπίδα να μοιραστούν μαζί μας τις ίδιες αξίες.

Είμαστε ακόμη σε στάδιο διαμεσολάβησης και, σήμερα, υπάρχει η σύσκεψη για θέματα ενέργειας, με τη διαμεσολάβηση της Επιτροπής, με τη ρωσική και την ουκρανική κυβέρνηση, ώστε να βρεθεί πολιτική λύση. Για το σκοπό αυτό εργαζόμαστε. Είναι προς όφελος όλων των μερών να υπάρξει πολιτική συμφωνία, μία όμως συμφωνία που να σέβεται τις αρχές του διεθνούς δικαίου, μία πολιτική συμφωνία που να σέβεται το δικαίωμα μιας γειτονικής χώρας να αποφασίσει για το μέλλον της και μία συμφωνία που να σέβεται την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της χώρας αυτής. Πρέπει λοιπόν να είμαστε περήφανοι για την παρέμβασή μας σε αυτήν τη δύσκολη γεωπολιτική κρίση.

Είχαμε, ακόμη, την οικονομική κρίση και την κρίση εθνικού χρέους. Η αλήθεια είναι ότι η κρίση δεν δημιουργήθηκε στην Ευρώπη. Όμως, γεγονός είναι ότι, επειδή δεν ήμασταν προετοιμασμένοι, επειδή η ευρωζώνη δεν διέθετε τους μηχανισμούς, η κρίση αυτή μας έπληξε καίρια - όχι μόνο από οικονομικής άποψης αλλά και κοινωνικά και πολιτικά. Θεωρώ ότι η κρίση αυτή ήταν, μάλλον, η μεγαλύτερη από την έναρξη της ευρωπαϊκής διαδικασίας ολοκλήρωσης, τη δεκαετία του ’50 του περασμένου αιώνα, έως σήμερα. Ας δούμε τώρα τα πράγματα προοπτικά.

Αξιότιμοι βουλευτές,

Ας θυμηθούμε ποια ήταν η κυρίαρχη άποψη των περισσότερων οικονομικών και δημοσιονομικών αναλυτών, ακόμη και πολλών χωρών εντός και εκτός Ευρώπης για το τι πρόκειται να συμβεί: όλοι προδίκαζαν την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη και, βέβαια, ότι η έξοδος αυτή θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις σε άλλες χώρες, ένα φαινόμενο ντόμινο που είχαμε δει σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Να μη ξεχνάμε όμως ότι και η Ισπανία και η Ιταλία υφίσταντο πολύ ισχυρές πιέσεις. Κατευθυνόμασταν στην άβυσσο. Θυμάμαι καλά τις συζητήσεις στο πλαίσιο της G20 στις Κάννες το 2011. Θυμάμαι τους αναλυτές να προβλέπουν, σχεδόν ομόφωνα, την έξοδο της Ελλάδας και ότι οι μισοί από αυτούς προέβλεπαν και την κατάρρευση του ευρώ. Και τι συνέβη; Όχι μόνο δεν υπήρξε έξοδος από την ευρωζώνη, αλλά πρόκειται να καλωσορίσουμε το 19ο μέλος της, την Λιθουανία, την 1η Ιανουαρίου 2015. Και όχι μόνο δεν είχαμε αποχώρηση της Ελλάδας, αντίθετα, η ευρωζώνη διευρύνθηκε, όπως διευρύνθηκε και η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα. Αυτό είναι ένα στοιχείο που έχει υποτιμηθεί στις αναλύσεις.

Θα θυμάστε ότι το 2004, τη χρονιά που είχα τη χαρά και την τιμή να αναλάβω την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ήμασταν 15 κράτη μέλη. Σήμερα είμαστε 28 χώρες. Δηλαδή, στη διάρκεια αυτής της κρίσης σχεδόν διπλασιάσαμε τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει καλύτερη απόδειξη για την ανθεκτικότητα και την ικανότητα προσαρμογής της Ένωσης; Το γεγονός ότι μπορέσαμε να παραμείνουμε ενωμένοι και ανοιχτοί κατά τη διάρκεια της κρίσης επιβεβαιώνει την εξαιρετική ανθεκτικότητα και την ισχύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που δεν πρέπει να υποτιμάται.

Ξέρω ότι, για κάποιους, αυτά δεν λένε και πολλά. Καταβάλλουν προσπάθειες να εξιδανικεύσουν το παρελθόν· ονειρεύονται μια κλειστή Ευρώπη· νομίζουν ότι η Ευρώπη ήταν καλύτερα όταν η μισή βρισκόταν κάτω από ολοκληρωτικά, κομμουνιστικά καθεστώτα. Εγώ δεν το πιστεύω. Πιστεύω ότι η σημερινή Ευρώπη είναι καλύτερη απ’ όταν η μισή βρισκόταν υπό κομμουνιστικό καθεστώς. Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπόρεσε, κατά τη διάρκεια της κρίσης, να διευρυνθεί, να εδραιωθεί και να ενώσει σχεδόν όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο γύρω από τις αξίες της ειρήνης, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι είναι μεγάλο επίτευγμα για το οποίο πρέπει να είμαστε περήφανοι και όχι να ντρεπόμαστε, όπως κάνουν κάποιοι.

Πιστεύω λοιπόν ότι αυτό είναι ακόμη ένας λόγος υπερηφάνειας. Πολλοί προέβλεπαν, όπως θα θυμάστε όσοι παρακολουθούσατε τότε τις εξελίξεις, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με 25 ή 27 ή 28 μέλη, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπλοκαριζόταν. Στην πραγματικότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπλοκαρίστηκε από τη διεύρυνση· αντίθετα, μερικές φορές ήταν πιο δύσκολο να επιτύχουμε τον συγκερασμό ορισμένων ιδρυτικών κρατών απ’ ό,τι και τις 28 χώρες της Ένωσης.

Πιστεύω λοιπόν ότι πρέπει να είμαστε περήφανοι, συλλογικά, και γι’ αυτό, διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπόρεσε να παραμείνει ενωμένη και ανοιχτή κατά τη διάρκεια της κρίσης. Και όταν λέω ανοιχτή, το εννοώ από κάθε άποψη, και σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, όταν προωθήσαμε την προδραστική ατζέντα για το κλίμα, ύστερα από την αποτυχία του Γύρου της Ντόχα για την ανάπτυξη και των εμπορικών διαπραγματεύσεων της Ντόχα. Και, από την άποψη αυτή, είμαστε πρωτοπόροι, διότι πιστεύω ότι το εμπόριο μπορεί να αποτελέσει ένα από τα καλύτερα μέσα για να υποστηριχθεί η ανάπτυξη παγκόσμια αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ή με την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καλέσει και να πείσει τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να διοργανώσει την πρώτη σύσκεψη των αρχηγών των κρατών και κυβερνήσεων της G20, διότι αυτός ήταν ένας τρόπος για την ανάπτυξη μιας παγκόσμιας συνεργατικής προσέγγισης και για να αποφευχθεί η επιστροφή στον αποτρόπαιο και καταστροφικό προστατευτισμό. Κάτι δελεαστικό σε εποχές κρίσης. Μπορέσαμε λοιπόν όχι μόνο να κρατήσουμε την Ευρώπη ενωμένη και να τη διευρύνουμε, αλλά και ανοιχτή προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Σήμερα όμως, είμαστε περισσότερο ισχυροί ή πιο αδύναμοι; Ξέρω ότι οι πιο επικριτικοί θα πουν ότι είμαστε πιο αδύναμοι. Είμαστε όμως;

Όταν ξεκίνησε η κρίση δεν διαθέταμε σχεδόν κανένα μηχανισμό για την αντιμετώπισή της. Αντιμετωπίζαμε, όπως λεγόταν τότε, μια πρωτόγνωρη κρίση. Επίσης, δεν διαθέταμε μηχανισμούς για να βοηθήσουμε, για παράδειγμα, τις χώρες που αντιμετώπιζαν την άμεση απειλή χρεωκοπίας. Έκτοτε πολλά έγιναν. Συλλογικά, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, και πάντοτε με την ισχυρή υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δημιουργήσαμε ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης. Διαθέτουμε πλέον ένα πολύ πιο ενισχυμένο σύστημα διακυβέρνησης σε σχέση με πριν, με πρωτόγνωρες εξουσίες για τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, ενώ καταβάλαμε κάθε προσπάθεια για να διατηρήσουμε την κοινοτική μέθοδο στο επίκεντρο της ολοκλήρωσής μας. Για παράδειγμα, η Επιτροπή διαθέτει σήμερα περισσότερες εξουσίες όσον αφορά τη διακυβέρνηση της ευρωζώνης απ’ ότι πριν από την κρίση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει σήμερα τη δυνατότητα άμεσης εποπτείας των ευρωπαϊκών τραπεζών, κάτι που παλιότερα θεωρείτο αδύνατο και το οποίο πριν από την κρίση ήταν αδιανόητο. Θυμάμαι επίσης όταν συζητούσαμε σχετικά με την τραπεζική ένωση, όταν σε κάποια συνέντευξη ανέφερα ότι χρειαζόμαστε την τραπεζική ένωση και στη συνέχεια έλαβα τηλεφωνήματα από διάφορες πρωτεύουσες με το ερώτημα «Γιατί μιλάς για τραπεζική ένωση; Κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στις Συνθήκες». Και απαντούσα, «Ναι, δεν αναφέρεται στις Συνθήκες αλλά τη χρειαζόμαστε αν θέλουμε να επιτύχουμε το στόχο των Συνθηκών, δηλαδή σταθερότητα και ανάπτυξη». Και σήμερα έχουμε την τραπεζική ένωση.

Αξιότιμοι βουλευτές,

Αν δούμε τα πράγματα προοπτικά και αναλογιστούμε πού ήμασταν δέκα χρόνια πριν και πού είμαστε τώρα, μπορούμε να πούμε, με πλήρη επίγνωση της κατάστασης, ότι η Ευρώπη σήμερα, ιδιαίτερα στην ευρωζώνη, είναι πιο ολοκληρωμένη και με αυξημένες αρμοδιότητες και ότι διαθέτουμε, μέσω της κοινοτικής μεθόδου, περισσότερους τρόπους αντιμετώπισης κρίσεων, κυρίως στην ευρωζώνη. Όχι μόνο στο σύστημα διακυβέρνησης στην τραπεζική ένωση αλλά και στη νομοθεσία σχετικά με τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τη ρύθμιση και την εποπτεία του χρηματοοικονομικού συστήματος.

Έχουμε καταθέσει περίπου 40 νέες νομοθετικές πράξεις, οι οποίες εγκρίθηκαν όλες από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Και θέλω να σας ευχαριστήσω και πάλι, διότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στήριξε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στη δημόσια συζήτηση και τάχθηκε υπέρ μιας πιο φιλόδοξης προσέγγισης όσον αφορά την Ευρώπη. Μπορώ λοιπόν να πω ότι σήμερα είμαστε πιο ισχυροί, διότι διαθέτουμε ένα πιο ολοκληρωμένο σύστημα διακυβέρνησης, διότι διαθέτουμε τη νομοθεσία για την αντιμετώπιση καταχρήσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές και διότι διαθέτουμε ένα πολύ σαφέστερο σύστημα εποπτείας και ρύθμισης. Πιστεύω λοιπόν ότι είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι σε σχέση με πριν για την αντιμετώπιση κρίσεων, σε περίπτωση που αντιμετωπίσουμε στο μέλλον κάποια παρόμοια κρίση.

Βέβαια, θα πείτε ότι υπάρχουν ακόμη πολλές δυσκολίες. Υπάρχουν, και θα αναφερθώ σε αυτές, όσον αφορά τις προοπτικές ανάπτυξης, όμως σας παρακαλώ να μη ξεχνάτε πού βρισκόμασταν. Ήμασταν στα πρόθυρα της αδυναμίας πληρωμής ή, για να το πω πιο απόλυτα, της χρεωκοπίας ορισμένων κρατών μελών. Και δείτε πού βρισκόμαστε τώρα. Από τις χώρες που υποχρεώθηκαν να ζητήσουν την εφαρμογή προγραμμάτων προσαρμογής, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία βγήκαν από αυτά με επιτυχία. Η Ιρλανδία είναι πλέον μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες χώρες στην Ευρώπη. Και όλες οι άλλες χώρες που βρίσκονταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης είναι πλέον σε πολύ πιο σταθερή κατάσταση. Η Ισπανία, η οποία είχε ζητήσει την εφαρμογή προγράμματος για τις τράπεζες, βελτιώθηκε επίσης. Οπότε, μόνο δύο χώρες απ’ όλες, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που είχαν εφαρμόσει επίσης προγράμματα προσαρμογής, ακόμη και αν δεν ανήκαν ακόμη στην ευρωζώνη, μόνο δύο χώρες λοιπόν βρίσκονται ακόμη στο στάδιο υλοποίησης των προγραμμάτων προσαρμογής.

Ο μέσος όρος των ελλειμμάτων σήμερα στην ευρωζώνη είναι 2,5%. Πολύ μικρότερος από τις ΗΠΑ ή την Ιαπωνία. Επομένως, από άποψη σταθερότητας, είμαστε πολύ καλύτερα σε σχέση με πριν. Και, με την ευκαιρία, να αναφέρω ότι η ευρωζώνη διαθέτει εμπορικό πλεόνασμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, γενικά, θα έχει πλεόνασμα στα αγαθά, τις υπηρεσίες και, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, στη γεωργία.

Το αναφέρω διότι πολύ συχνά ακούγεται η άποψη από ορισμένες πολιτικές πτέρυγες ότι με την παγκοσμιοποίηση ζημιωνόμαστε. Αυτό δεν ισχύει. Βέβαια, ορισμένες χώρες της Ένωσης χάνουν αυτή τη μάχη, όμως, κατά μέσο όρο, μπορούμε να πούμε ότι η Ευρώπη κερδίζει την παγκόσμια μάχη από πλευράς ανταγωνιστικότητας, ιδίως όσον αφορά το εμπόριο και τις επενδύσεις.

Ασφαλώς, η ανάπτυξη είναι ακόμη σε αργούς ρυθμούς. Είμαι της άποψης ότι δεν μπορούμε να πούμε ότι ξεπεράσαμε εντελώς την κρίση, διότι οι απειλές παραμένουν, όμως έχουμε κερδίσει τη μάχη για τη σταθερότητα. Σήμερα, κανείς στον κόσμο δεν θα στοιχημάτιζε στο τέλος του ευρώ. Το ευρώ απέδειξε ότι είναι ένα πολύ ισχυρό, αξιόπιστο και, όντως, σταθερό νόμισμα. Όμως είναι αλήθεια ότι η ανάπτυξή μας είναι ακόμη αργή και σαφώς κάτω από τις προσδοκίες.

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε για την ανάπτυξη; Αυτό είναι το καίριο ζήτημα. Και εδώ θα κάνω και πάλι μια υπενθύμιση. Γνωρίζω ότι πολλές φορές, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κυρίως, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρουσιάζεται ως επικεντρωμένη αποκλειστικά στη λιτότητα. Αυτό όμως είναι γελοίο.

Συστηματικά ακολουθούσαμε τρεις γραμμές: φυσικά, δημοσιονομική σταθερότητα για τις χώρες που δέχονται την πίεση των αγορών. Θα ήταν εντελώς ανεύθυνο αν οι χώρες αυτές δεν εφάρμοζαν ένα αυστηρό πρόγραμμα για να διορθώσουν τη δημοσιονομική τους κατάσταση. Όμως, πάντοτε επισημαίναμε, με την ίδια έμφαση - και ίσως κάποιοι δεν ήθελαν να το ακούσουν - την ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, για ανταγωνιστικότητα. Διότι είναι αλήθεια ότι, ακόμη και πριν από την κρίση, η ανάπτυξη υπολειπόταν των δυνατοτήτων μας και ότι υπήρχε έλλειψη ανταγωνιστικότητας σε ορισμένες από τις χώρες μας. Γι αυτό και χρειαζόμασταν πιο φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Ζητούσαμε όμως και επενδύσεις. Πάντα έλεγα ότι χρειαζόμαστε περισσότερες επενδύσεις, τόσο δημόσιες όσο και ιδιωτικές. Οι ιδιωτικές επενδύσεις θα έρχονται όσο περισσότερο εμείς δείχνουμε ότι διαθέτουμε ανταγωνιστικές οικονομίες που να προσελκύουν ιδιωτικές επενδύσεις. Χαίρομαι που, οι περισσότερες χώρες, σίγουρα με διαφορετικό ρυθμό, εφαρμόζουν πλέον φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες πριν από την κρίση θα φάνταζαν εντελώς αδύνατες.

Η αλήθεια είναι, αν θέλουμε να κάνουμε μια ειλικρινή ανάλυση, ότι οι χώρες που πλήγηκαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης ήταν ακριβώς αυτές που είχαν απωλέσει την ανταγωνιστικότητά τους, από πλευράς κόστους, πριν από την κρίση. Και οι μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσαν, για παράδειγμα, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα είναι εντυπωσιακές.

Εκτός από την πολιτική σταθερότητα και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις επισημαίναμε πάντοτε την ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις. Τόσο ιδιωτικές όσο και δημόσιες. Θα θυμάστε τη συζήτηση για το ΠΔΠ. Ο πρόεδρος Schultz τη θυμάται σίγουρα. Ήμασταν μαζί σε πολλές συσκέψεις, ζητώντας από τα κράτη μέλη να καταβάλλουν περισσότερες προσπάθειες όσον αφορά τις επενδύσεις. Σε ευρωπαϊκό δε επίπεδο, ο σημαντικότερος μηχανισμός που διαθέτουμε για τις επενδύσεις είναι το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο ανέρχεται, περίπου, σε ένα τρισεκατομμύριο ευρώ.

Αν λοιπόν δεν υπήρξαν πιο φιλόδοξες επενδύσεις, αυτό δεν οφειλόταν στην έλλειψη θέλησης της Επιτροπής ή του Κοινοβουλίου. Οφειλόταν στην αντίθεση ορισμένων κυβερνήσεων. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Θέλουμε στέρεες, στοχευμένες επενδύσεις για την ανάπτυξη. Όχι μόνο μέσω του ΠΔΠ. Θυμηθείτε τις προτάσεις που παρουσίασα, για παράδειγμα στις ομιλίες μου εδώ για την κατάσταση στην Ένωση. Την αύξηση του κεφαλαίου, που επιτέλους συμφωνήθηκε, για την ΕΤΕπ. Τα ομόλογα έργων που αποδέχτηκαν τα κράτη μέλη, μόνο όμως ως πιλοτική φάση ομολόγων έργων. Τον μηχανισμό που δημιουργήσαμε για τις ΜΜΕ με δάνεια από την ΕΤΕπ και πόρους από τα διαρθρωτικά ταμεία, από τον προϋπολογισμό μας. Δυστυχώς, μόνο δύο χώρες ήθελαν να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο.

Ή, για παράδειγμα, το πρόγραμμα για τη νεολαία, την Ευρωπαϊκή Εγγύηση για τη Νεολαία, που προτείναμε και με το οποίο συμφώνησαν τα κράτη μέλη. Τώρα όμως, με την πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων, μόνο δύο χώρες δέχτηκαν να καταρτίσουν ειδικό πρόγραμμα για την απασχόληση των νέων.

Αγαπητοί συνάδελφοι, θέλω να είμαι σαφής: είμαστε υπέρ των επενδύσεων. Εύχομαι καλή επιτυχία στη νέα Επιτροπή και στον φίλο και συνάδελφο Jean-Claude Juncker, και να έχουν την υποστήριξη των κρατών μελών για ένα πιο φιλόδοξο πρόγραμμα επενδύσεων για τα επόμενα χρόνια. Πιστεύω ότι αυτό είναι πλέον δυνατόν και ότι η ευαισθητοποίηση για το θέμα αυτό είναι πολύ μεγαλύτερη. Αλλά και αυτό, δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής, η οποία συνδυάζει τη δημοσιονομική σταθερότητα με τις διαρθρωτικές αλλαγές και τις επενδύσεις και, φυσικά, όλα τα μέτρα που έχουμε λάβει όσον αφορά την τραπεζική ένωση και τη ρύθμιση και σταθερότητα του χρηματοοικονομικού τομέα.

Και το λέω αυτό με τέτοιο σθένος, διότι θεωρώ ότι τώρα, μετά από όλα όσα έχουμε κάνει, θα ήταν λάθος να σταματήσουμε, να δείξουμε μικρότερη αποφασιστικότητα, να εγκαταλείψουμε την οδό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Πιστεύω ότι έχουμε καλύψει ένα μέρος του έργου: σε γενικές γραμμές, η σταθερότητα έχει επιτευχθεί, το ίδιο και η ανάπτυξη -ακόμη και αν είναι βραδύτερη απ’ ό,τι θα επιθυμούσαμε. Τώρα, όμως, χρειάζεται αποφασιστικότητα για να ολοκληρώσουμε τις μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε η ανάπτυξη να είναι βιώσιμη και να μην τροφοδοτείται από το χρέος, το υπερβολικό δημόσιο ή ιδιωτικό χρέος -γιατί μια τέτοια ανάπτυξη είναι τεχνητή, πρόκειται για πλασματική ανάπτυξη, και στη συνέχεια, αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε να υποστούμε τις συνέπειες. Η ανάπτυξη πρέπει να είναι βιώσιμη, κάτι που πιστεύω ότι μπορεί να επιτευχθεί εάν συνεχιστεί με το ίδιο θάρρος η πορεία προς τις μεταρρυθμίσεις και την ισχυρότερη διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεν έχω στη διάθεσή μου αρκετό χρόνο για να αναφερθώ σε όλες τις άλλες πολιτικές που αναπτύξαμε όλα αυτά τα χρόνια. Θα ήθελα, όμως, απλά να επισημάνω μία ή δύο, επειδή για τις συγκεκριμένες πολιτικές θεωρώ ότι λάβαμε καίριες αποφάσεις και νομίζω ότι είναι σημαντικές.

Είμαι εξαιρετικά υπερήφανος για το γεγονός ότι το 2007, κατά την πρώτη μου θητεία στην Επιτροπή, παρουσιάσαμε το πλέον φιλόδοξο πρόγραμμα για την προστασία του κλίματος στον κόσμο. Και εξακολουθούμε να έχουμε ηγετική θέση στον κόσμο σε ό,τι αφορά το θεματολόγιο για το κλίμα.

Πράγματι, κατορθώσαμε να συνδέσουμε το θεματολόγιο για το κλίμα με το θεματολόγιο για την ενεργειακή ασφάλεια· και το αναφέρω αυτό, επειδή αυτή την εβδομάδα θα πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες μια σημαντική συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων και ελπίζω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο — όχι μόνη, φυσικά, αλλά σε συνεργασία με άλλους, διότι έχουμε ευθύνη για τον πλανήτη μας. Και αυτό ήταν ασφαλώς ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα των περασμένων ετών: ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπόρεσε να πραγματοποιήσει τα πιο σημαντικά και τολμηρά βήματα όσον αφορά την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος.

Κάτι άλλο για το οποίο θεωρώ ότι μπορούμε να είμαστε πολύ υπερήφανοι είναι ότι —παρ’ όλους τους περιορισμούς λόγω της δημοσιονομικής μας κατάστασης— έγινε δυνατό, στο πλαίσιο του ΠΔΠ, να χορηγηθούν 30% περισσότερα κονδύλια για το πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020» για την έρευνα και την τεχνολογία. Πιστεύω ότι ανοίγεται τώρα μπροστά μας μια μεγάλη ευκαιρία για να κάνουμε περισσότερα σε αυτόν τον τομέα, όπως επίσης και στον πολιτισμό, με το πρόγραμμά μας «Δημιουργική Ευρώπη».

Πράγματι, σε μερικούς τομείς, παρά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, έγινε δυνατό να αυξηθούν οι επενδύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αλλά είμαι πολύ υπερήφανος και για το γεγονός ότι, παρά τις δημοσιονομικές μας πιέσεις, ήμασταν πάντα παρόντες σε ό,τι αφορά την αναπτυξιακή βοήθεια και την πολιτική γειτονίας.

Κάθε φορά που υπήρχε μια μεγάλη τραγωδία στον κόσμο, από το τσουνάμι στην Ινδονησία έως την πρόσφατη κρίση του Έμπολα, από την κρίση των Σύριων προσφύγων έως το Νταρφούρ, είμασταν παρόντες, είμασταν από τους πρώτους. Και πιστεύω ότι εμείς οι Ευρωπαίοι, θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι και γι’ αυτό, επειδή μαζί με τα κράτη μέλη μας, εξακολουθούμε να είμαστε ο σημαντικότερος χορηγός αναπτυξιακής βοήθειας στον κόσμο. Αυτό είναι κάτι που ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στις αξίες μας και είμαι ευτυχής που παρ’ όλες τις κρίσεις δεν εγκαταλείψαμε τις υποχρεώσεις μας όσον αφορά την αναπτυξιακή συνεργασία.

Είπα ήδη μερικά λόγια σχετικά με το εμπόριο. Πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να διατηρήσουμε ένα φιλόδοξο εμπορικό θεματολόγιο, μια ανοικτή Ευρώπη για το ελεύθερο και θεμιτό εμπόριο. Η Επιτροπή έχει συνάψει πρωτοφανή αριθμό συμφωνιών, όπως αυτές με τη Νότια Κορέα, τη Σιγκαπούρη, την Κεντρική Αμερική —την πρώτη περιοχή με την οποία συνάψαμε συμφωνία-, το Περού, τον Ισημερινό, πρόσφατα με τον Καναδά, τη Δυτική Αφρική, την Ανατολική Αφρική και τη Μεσημβρινή Αφρική. Θα μπορούσα να αναφερθώ και σε ορισμένες άλλες συμφωνίες που βρίσκονται σε εξέλιξη, όπως με την Ιαπωνία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και σε μια επενδυτική συμφωνία με την Κίνα.

Επομένως, είμαστε ο σημαντικότερος εμπορικός συνασπισμός στον κόσμο. Είμαστε η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο.

Και το λέω αυτό, επειδή γνωρίζω ότι σήμερα είναι πολύ της μόδας η απαισιοδοξία, η ηττοπάθεια σχετικά με την Ευρώπη, αυτό που ονομάζω «απαισιοδοξία με μανδύα διανοητικής λάμψης». Πιστεύω, όμως, ότι έχουμε σημειώσει καλές επιδόσεις και θεωρώ ότι όλοι μαζί, συλλογικά, είμαστε πολύ ισχυρότεροι και μπορούμε να υπερασπιζόμαστε καλύτερα τα συμφέροντά μας και να προστατεύουμε τις αξίες μας.

Αγαπητοί συνάδελφοι -σας αποκαλώ συναδέλφους, γιατί πιστεύω ότι μπορεί κάποιες φορές να είχαμε διαφωνίες, αλλά είμαστε συνάδελφοι στο μέγα εγχείρημα που αποτελεί το ευρωπαϊκό σχέδιο-, πιστεύω ότι μπορούμε να αντλήσουμε ορισμένα πολιτικά διδάγματα.

Το ένα είναι ότι έχουμε επιδείξει μεγάλη αντοχή. Νομίζω ότι μπορούμε να πούμε ότι οι δυνάμεις της ολοκλήρωσης είναι ισχυρότερες από τις δυνάμεις της διάλυσης. Και υπήρξαν κάποιες μέρες και νύχτες, κάποιες πολύ έντονες στιγμές, όπου αναγκάστηκα να απευθύνω δραματικές εκκλήσεις σε ορισμένες πρωτεύουσες: στις πλουσιότερες χώρες, ζητώντας τους να δείξουν μεγαλύτερη αλληλεγγύη· και στις φτωχότερες χώρες, ζητώντας τους να δείξουν μεγαλύτερη υπευθυνότητα.

Μερικές φορές κινηθήκαμε πολύ διακριτικά, είναι γεγονός. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι κατά πάσα πιθανότητα πιο διακριτική από άλλους. Δεν θέλησα η Επιτροπή να αποτελέσει μέρος της κακοφωνίας μεταξύ των διαφορετικών απόψεων που εκφράζονταν στο αποκορύφωμα της κρίσης. Η κατάσταση εκείνη ήταν εξαιρετικά ευαίσθητη για την αγορά. Μπορώ όμως να σας πω, με πλήρη συνείδηση, ότι κάναμε ό,τι μπορούσε να γίνει με τα υφιστάμενα μέσα για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός του ευρώ ή για να αποφευχθεί μια διαίρεση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πολύ συχνά αναγκάστηκα να απευθυνθώ στους συναδέλφους μου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, ζητώντας τους να επιδείξουν ότι εφαρμόζουν τη δεοντολογία της ευρωπαϊκής υπευθυνότητας.

Ένα, όμως, από τα διδάγματα που αποκομίζω από όλα αυτά είναι ότι, παρόλο που τελικά έγινε δυνατό να καταλήξουμε σε αποφάσεις, ορισμένες φορές αυτό ήταν εξαιρετικά επώδυνο και δύσκολο. Αλλά και χρονοβόρο. Ελέχθη επίσης, και νομίζω ότι είναι κάτι με το οποίο μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε: η δημοκρατία είναι πιο αργή από τις αγορές.

Η Επιτροπή, και είμαι βέβαιος ότι και το Κοινοβούλιο επίσης, θα προτιμούσε οι αποφάσεις να είναι πιο τολμηρές, πιο ολοκληρωμένες, ταχύτερες. Αλλά είμαστε μία Ένωση δημοκρατικών κρατών, δεν είμαστε υπερκράτος. Και πρέπει να σεβόμαστε τις διαφορετικές ευαισθησίες.

Ένα από τα συμπεράσματα που αποκόμισα από τη δεκαετή μου πείρα είναι η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Γνωρίζω ότι μερικές φορές είναι πιο δημοφιλές να προβάλλονται ιδέες που είναι αδύνατο να εφαρμοστούν, καθώς και να ασκείται κριτική στους άλλους. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι πρέπει να συνεργαζόμαστε με διάφορα θεσμικά όργανα, ότι δεν αποτελεί λύση να αντιτάσσονται οι χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντιθέτως, πρέπει να δείξουμε στις χώρες μας ότι είναι ισχυρότερες όταν είναι μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ότι δεν αποδυναμώνουμε την εθνική τους ταυτότητα αλλά, αντίθετα, τους ζητάμε να μοιραστούν την εθνική τους κυριαρχία για να μπορέσουν να προβάλουν καλύτερα τα συμφέροντά τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Είμαι βαθιά πεπεισμένος για αυτό.

Και μιας και αποχωρώ σε μερικές ημέρες, έχω τούτο να σας πω: το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να αντληθούν αυτά τα διδάγματα, ώστε να μην επαναλάβουμε ορισμένα λάθη στο μέλλον. Παράλληλα, πιστεύω ότι μπορούμε να παραδεχτούμε ότι οι στόχοι μας δεν μπορούν να επιτευχθούν με τη σύγκρουση, αλλά με τη συνεργασία.

Τώρα που ετοιμάζομαι να παραδώσω αυτό το ιδιαίτερα δύσκολο και ενδιαφέρον έργο στον καλό μου φίλο Jean-Claude Juncker, θέλω να δηλώσω εδώ, εξ ονόματός μου και εξ ονόματος όλων των συναδέλφων μου της Επιτροπής, ότι ευχόμαστε στη νέα Επιτροπή τα καλύτερα· ότι έχουν μπροστά τους μια μεγάλη πρόκληση, αλλά ότι μπορούν να βασίζονται και στη δική μας υποστήριξη. Και είμαι βέβαιος ότι θα λάβουν υποστήριξη και από το παρόν Κοινοβούλιο.

Κύριε Πρόεδρε, οι σχέσεις δεν ήταν πάντα άριστες. Αλλά, νομίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου, ότι μπορέσαμε να σφυρηλατήσουμε μια γόνιμη σχέση μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής.

Έδωσα το παρών σε αυτό το Κοινοβούλιο περισσότερες από 100 φορές. Δεν υπήρξε ποτέ μια Επιτροπή που να εκπροσωπήθηκε τόσο συχνά στο Κοινοβούλιο, όσο κατά τις δύο θητείες μου. Καθιερώσαμε τη συνεργασία αυτή και σήμερα θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου διότι αυτό το Κοινοβούλιο, ενίοτε με πολύ ισχυρά αιτήματα, ήταν πάντα υπέρ της κοινοτικής μεθόδου, υποστήριζε πάντα τα κοινοτικά θεσμικά όργανα. Πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό για το μέλλον της Ευρώπης.

Αγαπητοί μου συνάδελφοι του ευρωπαϊκού σχεδίου,

Τα προβλήματά μας στην Ευρώπη δεν θα επιλυθούν με επανάσταση ούτε, ακόμη λιγότερο, με αντεπανάσταση. Θα επιλυθούν με τον συμβιβασμό, με τις μεταρρυθμίσεις. Εξέλιξη και μεταρρύθμιση. Θα πρέπει να κάνουμε μεταρρυθμίσεις για να προσαρμοστούμε στις νέες προκλήσεις, χωρίς όμως νέες συγκρούσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων, χωρίς συγκρούσεις κατά των χωρών μας. Και πιστεύω ότι, αν υιοθετηθεί αυτή η ιδέα της εντατικής συνεργασίας που θέτει το κοινό καλό της Ευρώπης πάνω απ’ όλα, τότε ο συνάδελφος και φίλος μου Jean-Claude Juncker και η νέα του Επιτροπή θα σημειώσουν επιτυχία, φυσικά με βάση την υποστήριξη που είμαι βέβαιος ότι θα τους προσφέρετε.

Διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια Ένωση αξιών. Αυτές τις τελευταίες ημέρες είδα πολλούς δημοσιογράφους και μια από τις ερωτήσεις τους ήταν: «ποια ήταν η πλέον συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή σας; Ποιά ήταν η καλύτερη στιγμή σας;» Θυμάμαι πολλές, παρόλο που, για να είμαι ειλικρινής, βίωσα και πολύ δύσκολες στιγμές. Μια από τις πλέον συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές μου, όμως, ήταν όταν, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με τον Martin Schulz και τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Herman Van Rompuy, παραλάβαμε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θεωρώ ότι με το βραβείο αυτό η παγκόσμια κοινότητα μας έστειλε μια ισχυρή υπενθύμιση της μεγάλης βαρύτητας που έχουμε στον κόσμο και το μήνυμα ότι η δράση μας είναι πολύ σημαντική. Ότι οι αξίες που οδήγησαν στη δημιουργία της Ένωσής μας, και ιδίως η αξία της ειρήνης, εξακολουθούν να αποτελούν την ουσία της σήμερα. Και ότι θα χρειαστεί να αγωνιστούμε γι’ αυτές.

Νομίζω λοιπόν ότι αυτή είναι η στιγμή που επιθυμώ να μοιραστώ με όλους εκείνους που, στα διάφορα θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένου αυτού του Κοινοβουλίου, εργάζονται για μια ενωμένη, ανοικτή και ισχυρότερη Ευρώπη. Τώρα που ολοκληρώνεται η θητεία μου, όπως και όλων των συναδέλφων μου στην Επιτροπή, μπορώ να σας πω ότι δεν επιτύχαμε όλα όσα θα μπορούσαμε, ή όλα όσα θα θέλαμε να έχουμε επιτύχει, αλλά πιστεύω ότι εργαστήκαμε με ευσυνειδησία, θέτοντας το συνολικό συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης πάνω από τα ειδικά συμφέροντα. Πιστεύω ότι τώρα υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια ενωμένη, ανοικτή και ισχυρότερη Ευρώπη.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Auf wiedersehen, goodbye, au revoir, adeus.

Muito οbrigado, σας ευχαριστώ πολύ.

Μετά τις δηλώσεις των μελών του Κοινοβουλίου, ο Πρόεδρος κ. Barroso έκανε την ακόλουθη τελική παρατήρηση:

Κύριε Πρόεδρε,

Θα ήθελα να απαντήσω σε ορισμένες ερωτήσεις που τέθηκαν από τους προηγούμενους ομιλητές. Κατ’ αρχάς πιστεύω ότι η απόδειξη ότι η Επιτροπή, της οποίας έχω την τιμή να προεδρεύω, οδεύει προς τη σωστή κατεύθυνση είναι ότι οι επικρίσεις προέρχονται από τα δύο άκρα της αίθουσας τα οποία, πολύ συχνά στον ίδιο τόνο, αρνούνται κατηγορηματικά τις δυσκολίες και τις τεράστιες προκλήσεις με τις οποίες βρεθήκαμε αντιμέτωποι και δεν παρουσιάζουν καμία συνεκτική απάντηση.

Είναι γεγονός είναι ότι έχουμε ίσως ζήσει τη μεγαλύτερη οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση τουλάχιστον από την έναρξη της ευρωπαϊκής μας ολοκλήρωσης, και είναι αλήθεια ότι την κρίση αυτή δεν τη δημιούργησε η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν τη δημιούργησε η Ευρώπη. Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν, ή που δεν θέλουν να καταλάβουν, ορισμένοι υπέρμαχοι της εθνικής κυριαρχίας -για να χρησιμοποιήσω την έκφρασή τους. Δεν είναι η Ευρώπη αυτή που δημιούργησε το υπερβολικό ιδιωτικό χρέος, ούτε την ανευθυνότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα -το αντίθετο μάλιστα. Όλα αυτά συνέβησαν υπό την εθνική εποπτεία ή την έλλειψη εθνικής εποπτείας. Η Ευρώπη αποτελεί την απάντηση. Αυτή τη στιγμή έχουμε ένα από τα πιο φιλόδοξα, αν όχι το πλέον φιλόδοξο στον κόσμο, σύστημα ρύθμισης και εποπτείας. Επομένως, είναι ψέμα να ακούγεται ότι η Ευρώπη είναι χειρότερη εξαιτίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για απόλυτη έλλειψη σεβασμού και για έλλειψη oρθολογισμού. Δεν είναι η Ευρώπη εκείνη που δημιούργησε τη χρηματοπιστωτική κρίση. Η κρίση γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Βεβαίως και υπήρχαν αδυναμίες στην Ευρώπη, όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν υπαίτια και πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που όλοι όσοι συμμερίζονται την ευρωπαϊκή ιδέα, είτε ανήκουν στη δεξιά, είτε στην αριστερά, είτε στο κέντρο, πρέπει να έχουν το θάρρος να παραδεχτούν. Διαφορετικά, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να ενισχύσουμε τον λαϊκισμό της άκρας αριστεράς ή της άκρας δεξιάς.

Άκουσα με προσοχή ορισμένους από εσάς που δήλωσαν ότι ο λαϊκισμός σήμερα είναι ισχυρότερος και αποδίδουν ευθύνες γι’ αυτό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αγαπητοί μου φίλοι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Είναι προφανέστατο ότι λαϊκισμός και ξενοφοβία υπάρχουν εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δείτε τί συνέβη στην Ελβετία σε βάρος των μεταναστών. Δείτε τί συνέβη στη Νορβηγία, με τον τρομοκράτη που σκότωσε ένα σωρό νέους γιατί ήταν αντίθετος με μια πολυπολιτισμική Ευρώπη. Θυμηθείτε το Τea party στις Ηνωμένες Πολιτείες. Φταίει άραγε η Ευρώπη για το Τea party στις Ηνωμένες Πολιτείες;

Αυτό που παρατηρείται σήμερα στον κόσμο είναι ένας επιθετικός λαϊκισμός, μερικές φορές με επιχειρήματα της αριστεράς, άλλες φορές με επιχειρήματα της δεξιάς -κάποιες φορές γίνεται δύσκολο να διακρίνουμε τη διαφορά. Όταν, λοιπόν, ακούμε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρόκειται για έλλειψη ορθολογισμού και πολιτικής εντιμότητας. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε ως Ευρωπαίοι είναι να δείξουμε, ακριβώς, ότι η Ευρώπη δεν είναι αυτή που δημιούργησε την κρίση, αλλά ούτε και το δημόσιο χρέος των κρατών μελών. Η Ευρώπη δεν μπορούσε να κάνει πολλά όταν ένα κράτος μέλος αλλοιώνει τους λογαριασμούς του, για παράδειγμα. Η Ευρώπη χρειάστηκε να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Η πρώτη πρωτοβουλία της δεύτερης θητείας μου στην Επιτροπή ήταν να ζητήσω από τα κράτη μέλη να μας παρέχουν μεγαλύτερη εξουσία εποπτείας των εθνικών στατιστικών, επειδή κατά την πρώτη μου θητεία στην Επιτροπή το αίτημα αυτό είχε απορριφθεί. Και δεν είχε απορριφθεί από την Ελλάδα. Η απόρριψη προερχόταν από τα μεγαλύτερα κράτη μέλη, που δεν ήθελαν να δώσουν περισσότερες αρμοδιότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επομένως, αν επιθυμούμε τον πραγματικό διάλογο, ας είμαστε σαφείς και ακριβείς ως προς τη διανοητική εντιμότητα και την πολιτική ακρίβεια.

Γι’ αυτό, αγαπητοί φίλοι, υπάρχει κάτι που θέλω να σας πω. Είναι μια βαθιά πεποίθησή μου. Η ομάδα της οποίας είχα την τιμή να προεδρεύω εργάστηκε με μεγάλη αφοσίωση, με μεγάλη ακρίβεια, προτάσσοντας το ευρωπαϊκό συμφέρον. Θέλω να σας πω κάτι, μιας και βρισκόμαστε σε μια πολιτική συνέλευση με διάφορες πολιτικές δυνάμεις, όπου την πρωτοκαθεδρία έχει πάντα η ιδέα του κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος. Στην Επιτροπή μου δεν υπήρχαν συνάδελφοι του ΕΛΚ, Σοσιαλιστές, Φιλελεύθεροι. Υπήρχαν άτομα που εργάζονται για την Ευρώπη. Ανήκω στο ΕΛΚ και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό, αλλά ως Πρόεδρος της Επιτροπής, το κόμμα μου είναι η Ευρώπη και αυτό είναι το μήνυμα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας -ιδίως με τις μεγάλες φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς. Φυσικά και πρέπει να εκφράζονται οι διαφορές, αλλά οι διαφορές αυτές δεν πρέπει να αποδυναμώνουν τα φιλοευρωπαϊκά στρατόπεδα. Δεν πρέπει να κάνουμε άλλα δώρα στην ακροδεξιά και στην ακροαριστερά. Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις πρέπει να είναι ενωμένες. Πρέπει να έχουν το θάρρος να υπερασπιστούν την Ευρώπη. Πρέπει να το πράττουν και στις πρωτεύουσες και όχι μόνο εδώ στο Στρασβούργο. Πρέπει να μπορεί να υπάρχει αυτός ο μεγάλος συνασπισμός για την Ευρώπη, διότι πιστεύω ότι έχουμε την ενέργεια που χρειάζεται για να κερδίσουμε τις μάχες του σήμερα και του αύριο.

Σας ευχαριστώ.


Side Bar