Navigation path

Left navigation

Additional tools

Eυρωπαϊκη Επιτροπη

[check against delivery]

José Manuel Durão Barroso

Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Για την Ευρώπη

Σκέψεις για το παρόν και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ομιλία του José Manuel Durão Barroso, Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Πανεπιστήμιο Χούμπολτ, Βερολίνο, 8 Μαΐου 2014

'Nós estamos na Europa e é na Europa que nós nos salvamos ou nos perdemos todos.'1

Eduardo Lourenço

Πρώτα απ’ όλα επιτρέψτε μου να σας ευχαριστήσω για την ευγενική σας πρόσκληση και για το ότι βρίσκομαι εδώ, σ’ αυτό το σπουδαίο γερμανικό και ευρωπαϊκό ίδρυμα, το Πανεπιστήμιο Χούμπολτ. Νιώθω συγκίνηση που βρίσκομαι στο πανεπιστήμιο του Χέγκελ, του Μαξ Πλανκ, του Αλβέρτου Αϊνστάιν. Και σας ευχαριστώ γιατί μου δώσατε την ευκαιρία να μιλήσω σ’ αυτό το πανεπιστήμιο για την Ευρώπη. Δεν το έχω κάνει ξανά, διότι σκεφτόμουν ότι θα ήταν σωστό να μιλήσω στο τέλος της δεκαετούς θητείας μου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως παρακαταθήκη. Και, επίσης, διότι μου είπαν ότι οι φοιτητές του πανεπιστημίου αυτού είναι συνηθισμένοι σε παραδόσεις που διαρκούν μιάμιση ώρα. Θα προσπαθήσω να έχει λίγο συντομότερη διάρκεια η ομιλία μου. Πιστεύω όμως ότι αυτή είναι η στιγμή και αυτός είναι ο τόπος όπου μπορώ να περιγράψω, με πολύ ευθύ τρόπο, την εμπειρία μου και να διατυπώσω τις προτάσεις μου για το μέλλον της Ευρώπης.

Κυρίες και κύριοι,

Συμμετείχα δραστήρια στη διεργασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τα τελευταία 30 χρόνια. Όχι μόνο την τελευταία δεκαετία ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και ως υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός στην πατρίδα μου, την Πορτογαλία. Nιώθω ότι είναι καθήκον μου, προτού αφήσω το αξίωμα του προέδρου της Επιτροπής, να μοιραστώ την εμπειρία μου και τις σκέψεις μου σχετικά με το πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε όσα έχουμε πετύχει μέχρι σήμερα, αλλά και πώς να προχωρήσουμε στο μέλλον.

Αισθάνομαι αυτήν την ευθύνη –όχι μόνο ως ευθύνη: ως πάθος, διότι πράγματι έχω πάθος για την Ευρώπη. Και νομίζω ότι είναι η στιγμή να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε για το μέλλον της ηπείρου μας.

Οι εξελίξεις των τελευταίων δέκα ετών, άλλες θετικές και άλλες αρνητικές, αποδείχθηκαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, θεαματικές.

Πράγματι, η τελευταία δεκαετία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σημαδεύτηκε από ιστορικές εξελίξεις, αρχής γενομένης από τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την προσχώρηση, από το 2004, των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και άλλων χωρών της Μεσογείου. Σημαδεύτηκε όμως και από κρίσεις χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η πρώτη ήταν η αδυναμία επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης, διαδικασία που ξεκίνησε το 2005- και η οποία ξεπεράστηκε μόνο με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2009. Το 2008 ήρθε η χρηματοπιστωτική κρίση που μετατράπηκε σε πραγματική θύελλα, συνδυάζοντας την κρίση του δημόσιου χρέους με την οικονομική και κοινωνική κρίση. Ήταν μια άνευ προηγουμένου δοκιμή αντοχής για τη στιβαρότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, ειδικότερα. Για να αντιμετωπιστεί, απαιτήθηκαν, επίσης, εξαιρετικής φύσης μέτρα, όπως, μεταξύ άλλων η δημιουργία τελείως νέων μηχανισμών.

Επιπλέον, είμαστε τώρα αντιμέτωποι με νέες προκλήσεις, που είναι αποτέλεσμα των πρόσφατων εξελίξεων στην Ουκρανία και τη Ρωσία –είναι πιθανώς η μεγαλύτερη πρόκληση για την ασφάλεια και την ειρήνη στην Ευρώπη, μετά την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος και του τείχους του Βερολίνου.

Tα διδάγματα από την τελευταία δεκαετία θα δώσουν στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης νέα διάσταση και, για τον λόγο αυτό, θέλω να δώσω το έναυσμα για τη συζήτηση με τις σκέψεις που θα ακολουθήσουν.

Είναι σκέψεις για το παρόν και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι είμαι πεπεισμένος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναπτυχθεί κι άλλο και ότι η ανάπτυξη δεν πρέπει να είναι απότομη αλλά να αποτελέσει οργανική συνέχεια.

Μεταρρύθμιση, όχι επανάσταση.

Εξέλιξη, όχι οπισθοδρόμηση.

Κυρίες και κύριοι,

Η ιστορία δεν κινείται σε ευθεία γραμμή, όμορφα και ομαλά. Έχει γυρίσματα. Και από καιρό σε καιρό επιταχύνει αιφνιδιαστικά το βήμα. Ζούμε σήμερα σε μια εποχή όπου οι εξελίξεις αλλάζουν όλο και πιο γρήγορα και, στην Ευρώπη και διεθνώς, τα κράτη και άλλοι παράγοντες αγωνίζονται να αντεπεξέλθουν.

Από την αρχή η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είχε πάντα τον τρόπο της να αντιμετωπίζει τέτοιες αλλαγές, τον τρόπο να βοηθά τα κράτη να προσαρμόζονται στις ιστορικές προκλήσεις που ξεπερνούν τις δικές τους δυνάμεις.

Όμως τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας μαρτυρούν την εξαιρετική προσαρμοστικότητα και ευελιξία των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε και εύπλαστα, αφού μπορεί να προσαρμόζεται το σχήμα και η μορφή τους αλλά διατηρείται η ουσία τους.

Ποια είναι λοιπόν η ουσία, ο πυρήνας του ευρωπαϊκού εγχειρήματος;

Στο πρώτο του στάδιο –ας το πούμε «Eυρώπη έκδοση 1.0»- που σχεδιάστηκε μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το ευρωπαϊκό εγχείρημα αφορούσε τη διασφάλιση της ειρήνης και της ευημερίας στο ελεύθερο μέρος της Ευρώπης, μέσω της οικονομικής ολοκλήρωσης και βασιζόμενο στη γαλλογερμανική συμφιλίωση.

Επανασχεδιάστηκε μετά την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος και του τείχους του Βερολίνου -θα μπορούσατε να το πείτε και «Eυρώπη έκδοση 2.0»-, οπότε τα οφέλη από το άνοιγμα των αγορών και της κοινωνίας επεκτάθηκαν σε μια διευρυμένη, επανενωθείσα Ευρώπη.

Με τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης και μετά την ανάδυση ενός παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος, με πολλούς πόλους, το τρίτο στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει ξεκινήσει. Τώρα, χρειάζεται μια «αναβάθμιση», ώστε να πετύχουμε αυτό που θα λέγαμε «Eυρώπη έκδοση 3.0».

Κάθε βήμα αυτής της διεργασίας συνετέλεσε στη διαμόρφωση μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης πιο διαδραστικής, πιο περίπλοκης και είχε βαθύτερες συνέπειες, αφού οι προκλήσεις έγιναν μεγαλύτερες, δυσκολότερες στην αντιμετώπισή τους και απαιτούν πιο εξεζητημένες μορφές συνεργασίας.

Τώρα, το τρίτο στάδιο αφορά κυρίως –ή θα έπρεπε να αφορά κυρίως- την ισχύ και την επιρροή που απαιτείται για να διασφαλιστούν η ειρήνη και η ευημερία της Ευρώπης υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση απέδειξε, ειδικότερα, ότι η βελτίωση της διακυβέρνησης της ζώνης του ευρώ ήταν απολύτως αναγκαία για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ενιαίου νομίσματος. Περαιτέρω θεσμικά βήματα ακόμα περισσότερο πολιτικού χαρακτήρα ίσως αποδειχθούν εξίσου αναγκαία. Η πρόκληση είναι, φυσικά, πώς να γίνουν τα βήματα και ταυτόχρονα να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς και της Ένωσης μας ως συνόλου. Η ενισχυμένη συνεργασία πολλαπλών ταχυτήτων στην Ευρώπη ενδέχεται να καταστεί αναγκαία. Αλλά η Ευρώπη των πολλών τάξεων είχε αποφευχθεί και πρέπει πάντα να αποφεύγεται με κάθε τρόπο. Συνεπώς: ευελιξία ναι, διαστρωμάτωση όχι.

Προτού εξετάσουμε σε βάθος αυτές τις θεσμικές προκλήσεις και, ιδίως, το θέμα της ισχύος και της επιρροής της Ευρώπης στον κόσμο, ας μην ξεχνάμε ότι οι κύριοι στόχοι από τη δημιουργία των Κοινοτήτων -η ειρήνη και η ευημερία- είναι ακόμη σήμερα για μας καίριας σημασίας. Οι πρόσφατες εξελίξεις το επιβεβαιώνουν.

Ειρήνη και σταθερότητα, διότι οι πραγματικές απειλές για τα οικονομικά θεμέλια της Ευρώπης κατέληξαν να υπονομεύουν την αυτοπεποίθησή μας και οδήγησαν σε έναν σχεδόν σουρεαλιστικό και αυτοεκπληρούμενο πανικό, θέτοντας σε κίνδυνο τον ίδιο τον ιστό της ευρωπαϊκής ενότητας. Το ενδεχόμενο ξήλωμα του ευρώ θεωρήθηκε η αρχή της κατεδάφισης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Αν είχε γίνει πραγματικότητα, σίγουρα θα δίχαζε την Ευρώπη ακόμα μια φορά και θα δημιουργούσε οικονομίες –άρα και κοινωνίες- πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Και, σίγουρα, θα έβαζε τέρμα στο όραμα μιας ηπείρου όπου θα επικρατούσε η ισοτιμία και η ενότητα και η οποία θα βάδιζε προς μια ακόμα στενότερη ένωση.

Βεβαίως, τελικά εκδηλώθηκαν προστριβές μεταξύ Βορρά και Νότου, πλούσιων και φτωχών, χωρών-οφειλετών και χωρών-πιστωτών, μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Αλλά δεν αφήσαμε να κατακερματιστεί η Ευρώπη. Αντιθέτως, βαδίζουμε τώρα περισσότερο παρά ποτέ στην πρόσφατη ιστορία μας, προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της οικονομικής και νομισματικής μας ένωσης, ενώ τηρούμε πλήρως τις αρχές που διαφυλάσσουν την ακεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μεγάλο βαθμό. Πράγματι, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είδαν τις αρμοδιότητές τους και τις εξουσίες τους να ενισχύονται. Πριν από μερικά χρόνια, πριν από την κρίση, δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί αυτές τις αρμοδιότητες. Το ευρωπαϊκό επίπεδο απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Σε ό,τι αφορά την οικονομική διάσταση, πρόκειται για τον μεγαλύτερο θεσμικό μετασχηματισμό από τη δημιουργία του ευρώ.

Εκείνοι που είπαν ότι η αφήγηση περί ειρήνης για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια αφήγηση που ανήκει στο παρελθόν, αρκεί μόνο να κοιτάξουν την Ουκρανία. Η ειρήνη δεν είναι ποτέ δεδομένη· δεν είναι ποτέ απόλυτη βεβαιότητα. Η ειρήνη πρέπει να κερδηθεί ξανά και ξανά μέσ’ από τις γενιές, μέσ’ από την ευρωπαϊκή ενότητα, μέσ’ από ενωμένες ευρωπαϊκές ενέργειες στην ευρύτερη περιφέρεια και διεθνώς. Η ιδέα της ειρήνης είναι πάντα εξίσου επιτακτική για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Η ευημερία, που χάρη σ’ αυτήν η Ευρωπαϊκή Ένωση έγινε τόσο ελκυστική μετά την έναρξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δοκιμάστηκε επίσης στη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση. Συναντά δυσκολίες που εντοπίζονται στην καρδιά της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης. Μιας κρίσης των μοντέλων μεγέθυνσης, που αποκάλυψε τις απόπειρες για διόγκωση της οικονομικής μεγέθυνσης με χρηματοπιστωτικές αλχημείες και διατήρηση της μεγέθυνσης με δημόσιο ή ιδιωτικό χρέος, όπως έγινε και στην αμερικανική αλλά και στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Τώρα, προσπαθούμε να διορθώσουμε την κατάσταση μέσω της καινοτομίας και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για παγκόσμια ανταγωνιστικότητα. Οι χώρες που επλήγησαν περισσότερο ανακάμπτουν με αξιοσημείωτο ρυθμό. Η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία σημείωσαν αξιοσημείωτη πρόοδο. Μόλις αυτήν την εβδομάδα η χώρα μου, η Πορτογαλία εξήγγειλε ότι θα φύγει από το πρόγραμμα χωρίς να ζητά περαιτέρω ενίσχυση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται στον σωστό δρόμο. Σε αντίθεση με ορισμένες προβλέψεις, όχι μόνο καμία χώρα δεν εξήλθε από την ευρωζώνη αλλά μπόρεσε να εισέλθει και η Λετονία, ύστερα από εντυπωσιακές προσπάθειες. Οι ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν τα διδάγματα από την κρίση σε ό,τι αφορά το χρέος και τις μακροοικονομικές ανισορροπίες. Στις οικονομίες γίνονται μεταρρυθμίσεις, αν και σε ορισμένες από αυτές, μεταξύ των οποίων και μερικές μεγαλύτερες, χρειάζεται να επιταχυνθεί η επίτευξη αποτελεσμάτων. Και οι προσπάθειες αυτές δεν είναι πλέον ατομικές αλλά όλο και πιο συντονισμένες σε πολιτικές και αποτελέσματα πέρα από τα σύνορα.

Η Ευρώπη χρειάζεται τη νομιμοποίηση αυτή μέσα από τα αποτελέσματα, κι αυτά μπορούν να έρθουν μόνο αν δοθεί συνεχής έμφαση στην καινοτομία και τη μεταρρύθμιση: μεταρρύθμιση των οικονομικών δομών μας, των δημόσιων διοικήσεων, των αγορών εργασίας, της εσωτερικής αγοράς, των πολιτικών για την ενέργεια και το κλίμα, κ.λπ. Η επιδίωξη των αποτελεσμάτων αυτών είναι μέρος της αναγκαίας κοινοτικότητάς μας.

Φυσικά, μερικες από τις αναπροσαρμογές ήταν εξαιρετικά οδυνηρές. Και είδαμε μια κατάσταση κοινωνικής έκτακτης ανάγκης σε μερικές χώρες. Αλλά πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι με ή χωρίς το ευρώ, με ή χωρίς την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αναπροσαρμογές αυτές θα συνέβαιναν έτσι κι αλλιώς. Και ότι το ευρώ ή η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν η αιτία αυτών των δυσκολιών. Μάλιστα, η Ευρώπη δεν ήταν η αιτία του προβλήματος, η Ευρώπη είναι μέρος της λύσης.

Η ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς βασίζεται σε ένα μοναδικό κοινωνικό μοντέλο. Ακόμα και με εθνικές παραλλαγές, το κράτος πρόνοιας που διαθέτουμε μάς διαφοροποιεί από όλες τις άλλες μεγάλες οικονομίες και κοινωνίες, από τις ανεπτυγμένες έως και τις αναδυόμενες. Το μοντέλο αυτό είναι πολύτιμο για τους πολίτες μας. Πρόκειται για ένα μοντέλο που ενσωματώνει τις αξίες στις οποίες πρόσκεινται οι πολίτες μας –έναν μοναδικό συνδυασμό ατομικής υπευθυνότητας και αλληλεγγύης με την κοινωνία και τις άλλες γενεές. Είναι ένα μοντέλο που ικανοποιεί τους στόχους που έχουν θέσει –όπως ασφάλεια για τα γηρατειά και τις αντίξοες στιγμές. Και μόνο μες από τη συνεργασία και την προσαρμογή θα διασφαλίσουμε την κοινωνική οικονομία της αγοράς.

Ας επιστρέψουμε τώρα σ’ αυτό που διακρίνει βασικά το τρίτο, όπως το αποκαλέσαμε, στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αυτό της επιρροής και της ισχύος: πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι για να διασφαλίσουμε την ειρήνη και την ευημερία στην Ευρώπη, χρειαζόμαστε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που να έχει πολύ περισσότερο τη βούληση να προστατεύσει την ισχύ και την επιρροή αυτή στον κόσμο. Στη διάρκεια της κρίσης, η εμπιστοσύνη στην παγκόσμια επιρροή της Ευρώπης κλονίστηκε σοβαρά σε διεθνές επίπεδο. Η ελκυστικότητα του οικονομικού μοντέλου της Ευρώπης υπονομεύτηκε προσωρινά. Και μαζί της, οι αξίες μας και το κύρος μας ως παγκόσμιου παράγοντα αμφισβητήθηκαν. Τώρα, πρέπει να αντεπιτεθούμε και να ξανακατακτήσουμε τον ρόλο και την επιρροή μας. Η πρόκληση της παγκοσμιοποίησης είναι πολύ ευρύτερη και δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο της οικονομίας. Πρέπει να επανεξετάσουμε τη διπλωματική μας προσέγγιση. Πρέπει να συνενώσουμε τις αμυντικές μας ικανότητες. Πρέπει να συσπειρωθούμε γύρω από τις αξίες μας περισσότερο παρά ποτέ.

Το παγκόσμιο σύστημα, επίσης, αναπροσαρμόζεται και το ίδιο, χαράζοντας μια νέα παγκόσμια τάξη. Ή θα συμβάλλουμε στην αναμόρφωσή του ή θα χάσουμε την ευκαιρία για το μέλλον. Και σ’ αυτό το σημείο, οι εξελίξεις περί την Ουκρανία δείχνουν ότι πρέπει να επαγρυπνούμε και να παραμείνουμε ενωμένοι. Η Ευρώπη ή θα προχωρήσει συνεκτική και με επιθυμία να προβάλλει την ισχύ και την επιρροή της ή θα πέσει σε ανυποληψία.

Αυτό απαιτεί από μας να προσδώσουμε μεγαλύτερη σταθερότητα στην εσωτερική κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρέπει να καλύψουμε τρία κενά: Υπάρχει ένα κενό διακυβέρνησης, αφού τα κράτη μέλη από μόνα τους δεν μπορούν εδώ και καιρό να επιτύχουν τα αποτελέσματα που ζητούν οι πολίτες τους, ενώ τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δεν διαθέτουν ακόμα τα μέσα για να το κάνουν. Υπάρχει ένα κενό νομιμοποίησης, επειδή οι πολίτες αισθάνονται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε ένα πολύ μακρινό γι’ αυτούς επίπεδο. Και υπάρχει ένα κενό προσδοκιών, επειδή οι άνθρωποι περιμένουν από το πολιτικό σύστημα πολύ περισσότερα απ΄ όσα αυτό μπορεί να δώσει. Δεν υπάρχει κάποια αυτόματη διαδικασία που να επιτρέπει στα κράτη μέλη να συμφωνήσουν για τα εργαλεία που χρειάζονται για την αποκατάσταση του κενού αυτού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οπότε χρειάζεται να ορίσουμε τι είδους κοινοτικότητα θέλουμε, από το οποίο εξαρτάται και ο ρόλος μας στον κόσμο.

Η σταθερότητα θα έρθει μόνο από μια νέα ισορροπία που πρέπει να αποκατασταθεί σε υψηλότερο επίπεδο κοινοτικότητας.

Κυρίες και κύριοι,

Κανείς δεν είπε ωστόσο ότι η αναπροσαρμογή είναι εύκολη –ακόμη κι αν είναι αδιαμφισβήτητα αναγκαία.

Η αλλαγή σε βάθος θέτει προκλήσεις ιδίως για τις ευρωπαϊκές χώρες που, ως δημοκρατίες, πρέπει να σκεφθούν όχι μόνο τι πρέπει να κάνουν αλλά και πώς θα το κάνουν. Η συμμόρφωση με τις νέες πραγματικότητες δεν είναι αρκετή, πρέπει να αγκαλιάσουμε τις νέες πραγματικότητες με πίστη και να παρέχουμε τη διαβεβαίωση ότι είναι προς όφελος όλων. Θυμάμαι που άκουγα τους πρωθυπουργούς στις συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να λένε: «Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι αν το κάνουμε, θα χάσουμε τις επόμενες εκλογές».

Αυτό δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για να μην πράττουμε αυτό που είναι αναγκαίο, για να μην κάνουμε τη δύσκολη δουλειά στην οποία όμως πιστεύουμε. «Rendre possible ce qui est nécessaire» -να κάνουμε εφικτό το αναγκαίο- είναι η προϋπόθεση για υπεύθυνη διακυβέρνηση.

Δεν πρόκειται για δοκιμασία μόνο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο αντιμετωπίζουν, με διαφορετικούς τρόπους, παρόμοιες προκλήσεις. Η δημοκρατία αποδεικνύεται ακόμα μια φορά ο καλύτερος, ο σταθερότερος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις. Όμως, την ίδια στιγμή, η δημοκρατία απαιτεί ηγέτες με ικανότητες και θάρρος.

Η κινητήρια δύναμη στα πρώτα στάδια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης –αντίθετα με την αντίληψη που επικρατεί σε ορισμένους κύκλους- προήλθε από τα κάτω προς τα πάνω αλλά και από τα πάνω προς τα κάτω.

Έτσι έγινε με τα κινήματα της αντίστασης, τις συνδικαλιστικές ενώσεις και τους επιχειρηματίες που συμπορεύτηκαν μετά τη φρίκη του πολέμου. Έτσι έγινε με τους νέους Γερμανούς και Γάλλους που ήθελαν να διασχίσουν τα σύνορα –πνευματικά και υλικά- στη δεκαετία του ´50. Έτσι έγινε με τους Έλληνες, τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς που, τη δεκαετία του ´70 αποτίναξαν τις δικτατορίες για να νιώσουν κομμάτι της Ευρώπης, που είδαν ότι τα καθεστώτα στα οποία ζούσαν ήταν ανίκανα και απρόθυμα να προσαρμοστούν ενώ ο κόσμος γύρω τους άλλαζε. Αυτό συνέβη με τους λαούς της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, από τη Solidarność (το κίνημα «Αλληλεγγύη») στην Πολωνία έως τη Βελούδινη Επανάσταση στην Πράγα, από τα κινήματα ανεξαρτησίας των χωρών της Βαλτικής μέχρι τους Ούγγρους που πρώτοι άνοιξαν το σιδηρού παραπέτασμα, τις δεκαετίες του ´80 και του ´90. Κατά κάποιο τρόπο γι’ αυτούς η επανάκτηση της δημοκρατίας σήμαινε, σε μεγάλο βαθμό, το ότι ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η γενιά μου το ένιωσε αυτόο στην Πορτογαλία, το ίδιο έγινε αργότερα με άλλες γενιές στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ήξεραν ότι, «Η Ευρώπη είναι η πατρίδα των πατρίδων μας» όπως είπε ο Βάτσλαβ Χάβελ ('Europe is the homeland of our homelands').

Μιλώντας στο Λονδίνο το 1951, ο Κόνραντ Αντενάουερ περιέγραψε πώς η ευρύτητα πνεύματος με την οποία οι Γερμανοί κατανόησαν τα ζητήματα που διακυβεύονταν, συνετέλεσε ώστε να γίνει η Γερμανία καθοριστικός παράγοντας στα πρώτα στάδια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. «Δεν είναι μόνο ο φόβος για τον μπολσεβικισμό που μας κινεί», είπε «αλλά και η αναγνώριση... ότι τα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, ιδίως η διαφύλαξη της ειρήνης και η προάσπιση της ελευθερίας, μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσα σ’ αυτήν τη μεγαλύτερη κοινότητα. Την πεποίθηση αυτή συμμερίζονται οι μεγάλες μάζες στη Γερμανία... Μπορώ να πω ότι το γερμανικό Κοινοβούλιο στις 26 Ιουλίου 1950 ψήφισε ομόφωνα υπέρ της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας.»

Σήμερα, έχει την ίδια ζωτική σημασία όπως πάντα μια τέτοια πολιτική και κοινωνική υποστήριξη ευρείας βάσης. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε αν χάσουμε την κεκτημένη ταχύτητα. Δεν μπορούμε και δεν θα ’πρεπε– να επηρεάσουμε την κοινή γνώμη. Αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε και να σφυρηλατήσουμε τη συναίνεση που χρειαζόμαστε. Εδώ έρχεται το ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας. Ηγεσία σημαίνει αναλαμβάνω τις ευθύνες μου. Ηγεσία δεν σημαίνει ακολουθώ δημοφιλείς ή λαϊκίστικες τάσεις. Διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αυτό που ήταν. Ωριμάζοντας μετατράπηκε σε ένα ακόμα πιο πλήρες δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης, ιδίως μέσω της Συνθήκης της Λισαβόνας, και ο αντίκτυπος που έχει στις ζωές των ανθρώπων είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερος από ό,τι στο παρελθόν. Καταφέραμε να οικοδομήσουμε μια ένωση πολύ στενότερη από τις φιλοδοξίες του παρελθόντος.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι γραφειοκρατικές και διπλωματικές διαβουλεύσεις δεν αρκούν πλέον. Ακόμα και το σύστημα των συνόδων κορυφής εξάντλησε τα όρια του. Χρειαζόμαστε ένα νέο βήμα διαλόγου που θα μας πάει μακρύτερα - να νιώσουμε πραγματικά, τόσο σε εθνικό όσο και διακρατικό επίπεδο, ότι είναι δικό μας το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Αυτή είναι στην πραγματικότητα η ουσία του ζητήματος: η πολιτική η ίδια και το πλαίσιο υλοποίησής της μπορούν να λειτουργήσουν μόνο αν υπάρχει συναίνεση για την κοινότητα στην οποία έχουμε συμφωνήσει να ανήκουμε και για τον τρόπο για να το πετύχουμε.

Ο sui generis, βήμα προς βήμα χαρακτήρας του ευρωπαϊκού εγχειρήματος αντικατοπτρίζεται σε μια σειρά συζητήσεων από το Μάαστριχτ και μετά που κυριάρχησαν στο δημόσιο διάλογο. Ύστερα απ’ αυτό η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση έθεσαν μια σειρά ζητημάτων συναφών με τις Συνθήκες. Το συνταγματικό ζήτημα για την Ευρώπη δεν υπνώττει.

Θα έλεγα ότι δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί κατηγορηματικά, φυσικά όχι τώρα.

Όσοι τάσσονται υπέρ της ακραίας ολοκλήρωσης, δεν μπορούν να αγνοήσουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων δεν θέλουν την ενότητα της Ευρώπης σε βάρος του έθνους κράτους. Όσοι υιοθετούν μια αμιγώς εθνική ή διακυβερνητική θεώρηση δεν μπορούν να παραβλέψουν ότι τα εθνικά κράτη από μόνα τους δεν αρκούν πλέον για να προσφέρουν στους πολίτες αυτό που περιμένουν. Δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να διαβλέψουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα εννοιολογικό τέρμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ο δρόμος της σύνεσης είναι διαφορετικός. Σε κάθε της στάδιο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βασίστηκε σαφώς στην αίσθηση ενός σκοπού, στην ιδέα καθαρά ότι έχουμε ανάγκη την Ευρώπη. Τα μέσα για να γίνει αυτό, οι συνθήκες και τα θεσμικά όργανα, ήταν πάντα συνεπακόλουθα της πολιτικής βούλησης.

Γι’ αυτό σήμερα, προτού συζητήσουμε τις τεχνικές λεπτομέρειες μιας ακόμη Συνθήκης, πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα: ποιό κοινό τόπο θεωρούμε αναγκαίο, απολύτως απαραίτητο, αναπόφευκτο μεταξύ των πρωτευουσών και των Βρυξελλών; Ποια είναι τα πράγματα για τα οποία πρέπει να αποφασίζουμε μαζί, ό,τι κι αν γίνει; Ποιος είναι ο κοινός σκοπός της Ένωσης μας για τον οποίο έχουμε συμφωνήσει; Σε ποιο βαθμό οι μοίρες μας είναι κοινές, αμετάκλητα, και ανεπιφύλακτα; Εν συντομία, ποιο είναι το όραμά μας;

Η κρίση σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής «σιωπηρής συναίνεσης», που είναι η οιονεί διαισθητική φύση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.Τώρα η συναίνεση πρέπει να γίνει έκδηλη. Τώρα, ήρθε η ώρα για μια πολιτική και κοινωνική συζήτηση για πού θέλουμε να ανήκουμε μέσα στην Ευρώπη· για το πόσο βαθιά θέλουμε να είναι η ολοκλήρωση· για το ποιος θέλει να συμμετέχει που· και για ποιο σκοπό.

Κυρίες και κύριοι,

Επιτρέψτε μου να σκιαγραφήσω το πολιτικό ζήτημα, τις αρχές και τους τομείς πολιτικής που πρέπει να θέσουμε στο κέντρο των προσπαθειών μας για τη διαμόρφωση μιας τέτοιας συναίνεσης.

Τον Απρίλιο του 1978 ο Ρόι Τζένκινς, πρόεδρος τότε της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, βρέθηκε σε μια θέση που έμελλε να γνωρίσω κι εγώ πολύ καλά, μερικές δεκαετίες αργότερα.

«Η οικονομία της Κοινότητας» είπε, «έχει να κάνει με θέσεις εργασίας και παρακμάζουσες βιομηχανίες, νομισματική σταθερότητα, περιφερειακή πολιτική, ενεργειακές επιλογές. Αυτά όλα είναι δουλειά της πολιτικής και όχι της γραφειοκρατίας».

Και παρά το γεγονός ότι φαίνεται ότι έλεγε το αυτονόητο, κατέληξε σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα: «αν και μπορεί να υπάρχουν μερικοί που πιστεύουν το αντίθετο, τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας είναι προσεκτικά φτιαγμένα, και έχουν προσαρμοστεί στην πάροδο του χρόνου, ώστε να επιτρέπουν τόσο σε τεχνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο την αλληλεπίδραση μιας υπόθεσης και την επίλυσή της. Δεν είναι τέλεια... αλλά το πλαίσιο για τη λήψη αποφάσεων υπάρχει.»

Είναι αλήθεια ότι πολύ συχνά ήταν έντονος ο πειρασμός να συζητάμε για το «πλαίσιο της απόφασης» προτού ασχοληθούμε με αυτό που ο Ρόι Τζένκινς αποκαλούσε «το καθαρά πολιτικό θέμα».

Πάρα πολύ συχνά οι ευρωπαϊκές συζητήσεις για τις πολιτικές διεξάγονται απλώς με θεσμικούς ή συνταγματικούς όρους. Η εμμονή με το θεσμικό πλαίσιο υλοποίησης απομάκρυνε την προσοχή από τα επιμέρους πολιτικά μέτρα και την πολιτική που χρειάζονταν μερικά ζητήματα. Αντί να παίρνουμε αποφάσεις, συζητούμε το πώς να αποφασίζουμε και ποιος θα αποφασίζει.

Σήμερα θέλω κι εγώ να προειδοποιήσω γι’ αυτό, όπως έκανε ο Τζένκινς πριν από τέσσερις δεκαετίες.

Οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας σ’ αυτό το τρίτο στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πρέπει να εξεταστούν ως προς, πρώτον, τους αναγκαίους πολιτικούς στόχους· δεύτερον, τα επιμέρους πολιτικά μέτρα που απαιτούνται· και, τρίτον, το θεσμικό πλαίσιο που χρειάζεται για να επιτευχθούν τα δύο πρώτα. Με αυτή τη σειρά.

Συνεπώς, η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης πρέπει να είναι πρώτα και κύρια μια συζήτηση για την ουσία της πολιτικής και τις πολιτικές, όχι μόνο για τους θεσμούς και τις Συνθήκες. Πρέπει να είναι μια συζήτηση για το τι θέλουμε να κάνουμε μαζί, και πώς. Χωρίς συναίνεση, μπορούμε να συζητάμε επ’ άπειρον για ρήτρες επικουρικότητας και ρήτρες εξαίρεσης χωρίς να πείθουμε ή να ικανοποιούμε κανέναν. Πρέπει να αποφασίσουμε, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, τι θέλουμε να κάνουμε μαζί –και τι δεν χρειαζόμαστε ή τι δεν θέλουμε να κάνουμε μαζί.

Το πλαίσιο για τη λήψη αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εξελιχτεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο από την εποχή του Τζένκινς αλλά και στις μέρες μου. Αν συγκρίνετε που ήμασταν είκοσι χρόνια πριν και πού βρισκόμαστε σήμερα, η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή.

Και δεν εννοώ μόνο με όρους αρμοδιοτήτων, αλλά αναφέρομαι κυρίως στους τρόπους και τη δυναμική της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Είχα την τιμή να συμμετέχω από το 1987 στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου των Υπουργών και στις συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από το 1992 έως το 1995. Και μπορώ να βεβαιώσω ότι οι διαφορές αυτές είναι πολύ σημαντικές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αλλάξει θεμελιωδώς η ίδια η φιλοσοφία των θεσμών.

Στις αρχές του ‘90, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν οργανωμένη ακόμα με κέντρο το Συμβούλιο. Βέβαια η Επιτροπή είχε το δικαίωμα της πρωτοβουλίας, αλλά οι περισσότερες εξουσίες για λήψη αποφάσεων ανήκαν στα κράτη μέλη. Από τότε το σύστημά μας άλλαξε αποφασιστικά.

Πάνω απ’ όλα, αυτό έγινε με την αύξηση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που έπαψε να είναι μια γνωμοδοτική συνέλευση και καθιερώθηκε ως απολύτως αναγκαίος συννομοθέτης. Ακόμη κι αν το ίδιο το Κοινοβούλιο συχνά διστάζει ανάμεσα στον ρόλο του ως δημόσιου βήματος και στον ρόλο του ως συννομοθέτη. Ο πειρασμός για τη διεκδίκηση αιτημάτων χωρίς να εξεταστεί αν είναι εφικτή η υλοποίησή τους -και συγκεκριμένα η υποτίμηση των πολιτικών συνθηκών για ορισμένες αποφάσεις– είναι δέλεαρ στο οποίο δεν αντιστέκονται πλήρως όλοι οι συντελεστές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έχουμε δει ότι μερικοί προτιμούν μια στάση διαμαρτυρίας ή ακόμη και αμφισβήτησης παρά έναν ρόλο που να ανταποκρίνεται περισσότερο στην ανάγκη επίτευξης ρεαλιστικών αποτελεσμάτων μαζί με τα άλλα θεσμικά όργανα. Προφανώς αυτό συμβαίνει και διότι το Κοινοβούλιο δεν έχει δικαίωμα πρωτοβουλίας. Αλλά θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, σε γενικές γραμμές, η συμβολή του Κοινοβουλίου υπήρξε εποικοδομητική. Τέλος, σε ολόκληρη την τελευταία δεκαετία, το Κοινοβούλιο υπήρξε πολύ διεκδικητικό αλλά τελευταία συμπορεύτηκε –από την έγκριση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης.

Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών είναι επίσης πολύ διαφορετικές ως αποτέλεσμα της διαφορετικής δυναμικής που υπάρχει μεταξύ των 28 σήμερα σε σχέση με τη δυναμική που υπήρχε με τα 12 μέλη το 1992 ή το 1994, για παράδειγμα. Αντίθετα με τον μύθο που κυκλοφορεί στις Βρυξέλλες, αυτό δεν οφείλεται τόσο πολύ στο μέγεθος ή τη δύναμη. Είναι θέμα οράματος και προτεραιοτήτων. Μπορώ να συγκρίνω τη δυναμική του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 1992 ή το 1994, όταν υπήρχαν 12 μέλη και όταν οι υπουργοί Εξωτερικών μετείχαν στις συνεδριάσεις εκείνες με τη σημερινή κατάσταση. Θυμάμαι καλά τον Χέλμουτ Κολ, τον Φρανσουά Μιτεράν ή τον Φελίπε Γκονζάλες σ’ εκείνες τις συνεδριάσεις. Γι’ αυτό μπορώ να διακρίνω τη διαφορά μεταξύ της δυναμικής εκείνων των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων και των σημερινών.

Υπάρχουν κυβερνήσεις που έρχονται στο τραπέζι των συνομιλιών με αμυντική στάση, άλλες με ένα μόνο θέμα και άλλες χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μόνο λίγοι ηγέτες προσέρχονται με μια συνολική θεώρηση, με μια σφαιρική προσέγγιση. Αισθάνονται κάποια ευθύνη για την Ευρώπη. Δεν έχουν όμως όλοι την ίδια υπευθυνότητα. Και ακριβώς αυτή η υπευθυνότητα είναι που δίνει το πλεονέκτημα σε μια πολιτική διεργασία όπως αυτή της ΕΕ.

Αντίστοιχα, το κέντρο βάρους του Συμβουλίου μεταβλήθηκε επίσης σημαντικά. Παλαιότερα, το πνεύμα της Συνθήκης ήθελε το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων να αποτελείται από τους υπουργούς Εξωτερικών και αυτό να είναι το πολιτικό αποκορύφωμα από πλευράς Συμβουλίου. Αυτό μεταφέρθηκε πλήρως στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η Ευρώπη έγινε υπόθεση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων («Chefsache»). Το όργανο που συγκεντρώνει τους επικεφαλής των κρατών και κυβερνήσεων –το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο- απέκτησε αυξημένη σημασία προτού ακόμη καταστεί -χάρη στη Συνθήκη της Λισαβόνας- λειτουργικότερο και σταθερότερο με τη δημιουργία του αξιώματος του μόνιμου προέδρου του. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της δυναμικής της οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης: στην ανάγκη για ταχύτατη κινητοποίηση χρηματοπιστωτικών μέσων που μόνο τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιάζουν. Αυτό μπορεί να μετριαστεί με τον χρόνο. Αλλά οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων θα χρειαστεί να δουν τον ρόλο τους όχι μόνο ως εθνικό αλλά ταυτόχρονα ως ευρωπαϊκό.

Η μετατόπιση από το Συμβούλιο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έφερε μαζί της ένα κάποιο κενό στην υλοποίηση. Για παράδειγμα, ο αρχικός βολονταρισμός που χαρακτήριζε τα επαναλαμβανόμενα αιτήματα για Ευρωπαϊκά Συμβούλια ή συνόδους κορυφής της ζώνης του ευρώ για την παραμικρή νέα εξέλιξη και οδήγησε σε μια σειρά από συνόδους κορυφής είχε το πλεονέκτημα ότι ασκούσε πίεση στους ηγέτες να αποφασίσουν. Έδωσε όμως κι έναν κοινότοπο χαρακτήρα στις συνόδους και ενίσχυσε την αίσθηση ότι οι αποφάσεις ήταν πάντα πολύ μικρές και η υλοποίηση πάντα πολύ αργή. Επειδή συχνά οι αποφάσεις που λαμβάνονταν από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων δεν είχαν στην πράξη συνέχεια σε εθνικό επίπεδο. Υπήρχε υπερβολική πίεση και έλλειψη ακρίβειας.

Η Επιτροπή αναδεικνύεται μέσα απ’ όλα αυτά ως το απολύτως απαραίτητο και ενισχυμένο εστιακό σημείο. Το δικαίωμά της για ανάληψη πρωτοβουλίας διατηρήθηκε πάντα σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Και ακριβώς το ταλέντο της –αν μου επιτρέπεται να το πω έτσι- όπως πρωτοφάνηκε με τον Βάλτερ Χάλσταϊν και αναπτύχθηκε από τον Ζακ Ντελόρ, ήταν πάντα παρόν και, μάλιστα, η Επιτροπή είναι που βρίσκεται στην αφετηρία των αποφασιστικών ιδεών: από τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης (EFSM), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (EFSF) και, μετέπειτα, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) που βασίζονταν τελικά σε προτάσεις της Επιτροπής, έως την τραπεζική ένωση2· από την πρωτοβουλία για τη δρομολόγηση ομολογιακού δανείου για τη χρηματοδότηση των έργων έως τη μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου ενός νέου συμφώνου για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Η Επιτροπή ακολούθησε πάντα μια αμιγώς ευρωπαϊκή προσέγγιση στην άσκηση της εξουσίας της για ανάληψη πρωτοβουλίας.

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα για την αναπόδραστη σημασία του ρόλου της Επιτροπής από τη Δημοσιονομική Συνθήκη. Σε όλες τις διαπραγματεύσεις της, η Επιτροπή ήταν πηγή εμπειρογνωμοσύνης και δημιουργικής νομοθετικής τεχνικής. Στο τέλος, ακόμη και σ’ αυτό το πλαίσιο –το διακυβερνητικό- ήταν η Επιτροπή που είχε το προβάδισμα όταν έπρεπε να διασφαλιστεί η στιβαρή υλοποίηση. Το γεγονός ότι η Επιτροπή, για να έχει αποτελέσματα, είναι μερικές φορές σε θέση να μη διεκδικήσει όλη τη δόξα για τον εαυτό της, δεν σημαίνει ότι ο ρόλος της είναι εξασθενημένος. Δεν υπάρχει άλλο μέρος στην Ένωση που να προσφέρει οριζόντια θέαση, δηλαδή συνειδητοποίηση της πολυφωνίας των θέσεων των κρατών μελών, και κάθετη γνώση, δηλαδή τεχνική εμπειρογνωμοσύνη των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Αλλά για να καταλάβουμε πλήρως τι συνέβη από τότε έως σήμερα, πρέπει να δούμε πώς μας αντιμετωπίζουν τα μέσα ενημέρωσης. Η εξέτασή τους έχει γίνει βαθύτερη, ταχύτερη, σφαιρικότερη και κριτική. Δεν προκαλούν πλέον δέος οι σύνοδοι κορυφής και οι ηγέτες. Η επιτυχία μετριέται από τα αποτελέσματα –και πολύ συχνά από τα άμεσα αποτελέσματα. Αν αυτά δεν βρίσκονται στο ύψος των προσδοκιών μιας λεπτότατης ανάλυσης εξαερώνονται, όπως συνέβη μια δυο φορές, πολύ ανοιχτά, στη διάρκεια της κρίσης. Αυτό εξηγεί, επίσης, σε έναν βαθμό τη σπασμωδικότητα της διεργασίας, τον συγκεκομμένο χαρακτήρα της αντίδρασης στην κρίση.

Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει συγκριθεί με εργοτάξιο. Φαίνεται να βρίσκεται σε αέναη κατασκευή και επισκευή, αλλά οι σκαλωσιές κρύβουν πολύ συχνά την «ομορφιά» της κατασκευής.

Μάλιστα θα έλεγα ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα μοιάζει μονίμως με έργο υπό κατασκευή. Και όσους τους απασχολεί η έλλειψη συνοχής και συμμετρίας καλό θα ήταν να προσαρμοστούν σε μια αρχιτεκτονική σύλληψη που, για να επιτύχει νέες λειτουργίες, πρέπει να διαμορφώσει νέα σχήματα και σχέδια. Στην ΕΕ η συστημική αντίληψη των πραγμάτων, «lsprit de systéme», συνήθως, δεν λειτουργεί πολύ καλά.

Μπορούμε να πούμε ότι η διεργασία της ολοκλήρωσης έχει αντεπεξέλθει στη δοκιμασία του χρόνου και τη δοκιμασία αντοχής της κρίσης, διότι πάντα υπήρχε μια υποχρέωση παραγωγής αποτελέσματος («obligation de résultat») που έφερνε και πραγματικά αποτελέσματα. Έχουμε αναπτύξει μια ικανότητα διακυβέρνησης σε έναν βαθμό ωριμότητας που μας επιτρέπει να πάρουμε αποφάσεις βάσει ευρείας συναίνεσης. Αυτό που είδαμε, και αυτό που βλέπουμε πάνω από όλα, είναι ότι η ηγεσία παίζει σημαντικό ρόλο.

Διότι μόνον όταν η ηγεσία ενεργεί συναινετικά αποφεύγεται ο κατακερματισμός.

Για τον λόγο αυτό ήθελα να εξασφαλίσω ότι στις θητείες μου ως προέδρου της Επιτροπής η Επιτροπή αποφάσιζε με συλλογική ευθύνη. Ο πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο εγγυητής του συλλογικού πνεύματος κι έτσι αποφεύγεται μια νοοτροπία απομόνωσης και μονομερούς θεώρησης. Κατά γενικό κανόνα αρχίζαμε με διαφορές γνώμης εν πλήρει διαφάνεια και πραγματικές συζητήσεις. Αλλά σχεδόν όλες οι αποφάσεις τα δέκα αυτά χρόνια λαμβάνονταν στο τέλος με συναίνεση. Ένα πολιτικό εκτελεστικό όργανο δεν είναι ένα κοινοβούλιο σε μικρογραφία. Και ως εκτελεστικό όργανο η Επιτροπή πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πρωτοβουλίες που κρίνει αναγκαίες συλλογικά. Για τον λόγο αυτόν σύμφωνα με τις Συνθήκες η διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Επιτροπή είναι συλλογική και όχι ατομική. Είναι δυνατόν να δουλέψει ένα σώμα επιτρόπων από 28 μέλη. Πάνω απ’ όλα αυτό είναι ζήτημα πραγματικού κοινοτικού πνεύματος και αποτελεσματικής διαχείρισης του οργάνου.

Επειδή η έναρξη της θητείας μου συνέπεσε σχεδόν με τη μεγαλύτερη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004, είχα επίγνωση της ανάγκης να αποφευχθεί ο κατακερματισμός για λόγους γεωγραφικούς, ιδεολογικούς ή άλλους. Πιστεύω ακράδαντα ότι ενώ είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ο πολιτικός χαρακτήρας της Επιτροπής, έχει εξίσου σημασία να μην αποκτήσει η Επιτροπή πολιτικοποιημένη φύση.

Η Επιτροπή έχει όχι μόνο πολιτικές λειτουργίες αλλά και διοικητικές, κι αυτό που αποκαλώ οιονεί δικαιοδοτικές αρμοδιότητες. Αυτό απαιτεί μεγάλη σοφία σε πολιτικό επίπεδο και ισορροπία σε επίπεδο λήψης αποφάσεων, έτσι ώστε να μην τρωθεί η αξιοπιστία της Επιτροπής στους διάφορους ρόλους της και να μη διακινδυνεύσει η ανεξαρτησία και ο επαγγελματισμός της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέκτησε, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πολύ μεγαλύτερη πολιτική και θεσμική ωριμότητα. Και χάρη σ’ αυτό το πολιτικό πλαίσιο διασχίσαμε την κρίση. Αλλά αν θέλουμε να το διατηρήσουμε, πρέπει να το παγιοποιήσουμε.

Ο τρόπος ακριβώς με τον οποίο παγιοποιούμε και προχωρούμε πρέπει να συζητηθεί σήμερα. Διότι η συζήτηση αυτή είναι το προαπαιτούμενο γι’ αυτό που θέλουμε να πετύχουμε: μεγέθυνση και απασχόληση μέσω της καλύτερης μορφοποίησης των πολιτικών μας για την εσωτερική αγορά και το κοινό μας νόμισμα, το εμπόριο, την ενέργεια και το κλίμα, τις υποδομές, την επιστήμη και την καινοτομία, τη βιομηχανία και την ψηφιακή οικονομία· χρειάζεται να εκπληρώσουμε τον στόχο της ελευθερίας και ασφάλειας χάρη στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και την κοινή πολιτική για τη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις· χρειάζεται να εκπληρώσουμε τον στόχο της κοινωνικής ευημερίας μέσω κοινών προσπαθειών στους τομείς της εκπαίδευσης, του πολιτισμού, της νεολαίας και της αντιμετώπισης των κοινών προκλήσεων στη δημογραφία και τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

Κυρίες και κύριοι,

Μπορεί να διαθέτουμε το πλαίσιο για τη λήψη αποφάσεων αλλά πρέπει και να αναγνωρίσουμε ορισμένες δυσλειτουργίες της ευρωπαϊκής πολιτικής που δυσχεραίνουν την ικανότητά μας να την αξιοποιήσουμε.

Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα της δημοκρατίας στην Ευρώπη.

Υπάρχει έλλειψη οικειοποίησης στην ευρωπαϊκή πολιτική, την οποία δεν μπορούν να αποκαταστήσουν από μόνες τους οι θεσμικές αναπροσαρμογές.

Οσάκις οι δημοκρατικοί ιθύνοντες αρνούνται να αναγνωρίσουν, να υπερασπίσουν και να εφαρμόσουν τις κοινές τους αποφάσεις, αυτό θα είναι πάντα πλήγμα για την ευρωπαϊκή νομιμοποίηση.

Πάρα πολύ συχνά, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις θεωρούνται συστημικές αδυναμίες. Αντί να περιορίζεται η συζήτηση στο επιμέρους αντικείμενο (π.χ. υπάρχει καλύτερη λύση από την ηλεκτρική λυχνία ή το δοχείο ελαιολάδου;), τα αντιφατικά συμπεράσματα παρουσιάζονται ως το παράλογο αποτέλεσμα του ελαττωματικού συστήματος των «Βρυξελλών». Και αυτό παρά το γεγονός ότι και οι συζητήσεις και τα αποτελέσματα θα ήταν παρόμοια, ίσως και ταυτόσημα, αν γίνονταν σε εθνικό επίπεδο. Δεν είναι μόνο το συγκεντρωτικό σύστημα των Βρυξελλών που έχει ως απόρροια κανονιστικές ρυθμίσεις για θέματα υγείας, πρότυπα για τα προϊόντα, τα δικαιώματα των εργαζομένων, περιβαλλοντικούς κανόνες ή την ασφάλεια των μεταφορών σε πρώτο πλάνο, αλλά και μια συζήτηση σε επίπεδο κοινωνίας και οι εκκλήσεις των πολιτών για δράση ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες τους. Κατά κανόνα, οι ρυθμιστικές πρωτοβουλίες δεν ξεκινούν από τις Βρυξέλλες. Ξεκινούν από τα συμφέροντα κοινωνικών τάξεων, επιχειρήσεων ή εργαζομένων, με δημόσιες συζητήσεις και πολιτικές διεργασίες. Για παράδειγμα, η ιδέα να ρυθμιστούν κανονιστικά οι ηλεκτρικές λυχνίες και τα δοχεία ελαιολάδου ήταν ιδέες των κρατών μελών. Μάλιστα, προχωρήσαμε το θέμα με τις ηλεκτρικές λυχνίες διότι η ενεργειακή απόδοση έχει νόημα. Αλλά σταματήσαμε την πρωτοβουλία για κανονιστική ρύθμιση των δοχείων ελαιολάδου, διότι πιστεύουμε ότι δεν χρειάζεται λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Υπάρχει, επίσης, ασυμμετρία μεταξύ της εθνικής πολιτικής διαλεκτικής και της ευρωπαϊκής πολιτικής διαλεκτικής. Σε εθνικό επίπεδο υπάρχει η λογική «κυβέρνηση έναντι αντιπολίτευσης», έτσι ώστε για κάθε θέμα να υπάρχει ένα κόμμα κατά και ένα κόμμα υπέρ. Στην Ευρώπη δεν υπάρχει τέτοια λογική και συνεπώς, δεν υπάρχει ένα κόμμα υπέρ για καθετί που κάνει η Ευρώπη. Είναι κυρίως η Επιτροπή που, σύμφωνα με τις Συνθήκες, είναι ο υπερασπιστής του γενικού ευρωπαϊκού συμφέροντος, που πάντα αναμένεται να υπεραμυνθεί των συλλογικών συμφωνημένων αποφάσεων. Αλλά η Επιτροπή μένει πολύ συχνά χωρίς πραγματική υποστήριξη από ένα σύστημα όπου όλοι οι άλλοι μπορούν να είναι λίγο κυβέρνηση και λίγο αντιπολίτευση.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει «γνωστική δυσαρμονία» μεταξύ των πολιτικών διεργασιών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Με τη σειρά του αυτό συνεπάγεται μια σχεδόν σχιζοφρενική πολιτική συμπεριφορά. Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι πολιτικοί των κρατών μελών μπορούν να ζητήσουν πολύ περισσότερα από αυτά που ζητούν στη χώρα τους χωρίς να χρειάζεται να αναλάβουν την ευθύνη για τη συνεπακόλουθη έγκριση και υλοποίηση. Οι ευκαιρίες και οι πειρασμοί για αποφυγή της ευθύνης είναι πολλοί. Μπορώ να σας πω από την εμπειρία μου ότι είναι σύνηθες να βλέπουμε το ίδιο κόμμα να λέει άλφα στην πρωτεύουσα της χώρας του και εντελώς το αντίθετο –όχι απλώς κάτι διαφορετικό αλλά το αντίθετο- στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο.

Και στο τέλος, οι πολιτικές κυρώσεις για όλους τους συντελεστές –της εθνικής πολιτικής σκηνής ή της ευρωπαϊκής– υπαγορεύονται από τις εκλογές σε εθνικό επίπεδο. Δεν υπάρχουν πραγματικές πανευρωπαϊκές πολιτικές κυρώσεις, αποσπασμένες από το εθνικό επίπεδο, που να αποδίδονται αυτοδικαίως.

Σε τελευταία ανάλυση, το πρόβλημα είναι το εξής: όλες οι χώρες θα ήθελαν να δουν την Ευρώπη σαν προβολή των δικών τους φιλοδοξιών σε μεγάλη οθόνη και είναι έτοιμες να πουν ότι η «Ευρώπη» έχει πρόβλημα όταν οι άλλες χώρες δεν ακολουθούν τις πρωτοβουλίες τους. Πολλά κράτη μέλη ελπίζουν ή προφασίζονται ότι η Ευρώπη θα γίνει τελικά προβολή του εαυτού τους, αλλά αυτό δεν θα συμβεί ποτέ.

Ομοίως, πολλοί πολιτικοί θέλουν να αποσπάσουν μικρορυθμίσεις, ενώ καταγγέλλουν τους άλλους που κάνουν το ίδιο για αδικαιολόγητη μικροπολιτική. Όσοι δεν τα καταφέρνουν να πείσουν, κατηγορούν τις αδυναμίες της Ευρώπης και όχι τη δική τους ανικανότητα να κάνουν την πλειοψηφία να ασπαστεί τις ιδέες τους και τίποτα δεν έχει βλάψει περισσότερο την Ένωσή μας απ’ αυτό. Αυτό μας στρέφει κατόπιν στο μεγάλο δίλημμα που βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για το μέλλον: όταν δεν αρέσει μια εθνική απόφαση, τότε ο κόσμος καταψηφίζει εκείνον που ευθύνεται για την απόφαση. Αν δεν τους αρέσει μια ευρωπαϊκή απόφαση, τείνουν να στρέφονται εναντίον της ίδιας της Ευρώπης.

Το πολιτικό ζήτημα είναι το πρώτο που πρέπει να λυθεί. Αν με ρωτούσαν «ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;», θα απαντούσα «It's the politics, stupid!».

Στο έθνος-κράτος το ζήτημα της νομιμοποίησης είναι κατ’ αρχήν λυμένο. Η διαφωνία για την πολιτική δεν θέτει σε αμφισβήτηση την Πολιτεία, το πολιτικό σύστημα. Αλλά, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η νομιμοποίηση εξαρτάται ακόμη από την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Αυτό εξηγεί γιατί, ενώ η έλλειψη στήριξης σε εθνικά όργανα ή πολιτικά κόμματα δεν αποτελεί γενικά απειλή για την εθνική ενότητα, η έλλειψη στήριξης στα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορεί να απειλήσει την ίδια την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Κάθε πολιτικό εγχείρημα χρειάζεται μια ελάχιστη διατηρήσιμη υποστήριξη, είτε έκδηλη είτε σιωπηρή. Πέραν της γενικής αμφιβολίας ή του φόβου των απλών πολιτών σε ό,τι αφορά την αντίληψη που έχουν για τα περισσότερα θεσμικά όργανα και τις ελίτ στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η ειδικότερη πρόκληση που αντιμετώπισε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η εξής: αντιμέτωπη με τις ανερχόμενες φωνές του ευρωσκεπτικισμού ή και της ευρωφοβίας, ορισμένες κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις ενσωμάτωσαν λαϊκίστικα επιχειρήματα αντί να τα αντικρούσουν. Από την κεντροαριστερά έως την κεντροδεξιά, οι πολιτικές δυνάμεις και συντελεστές πρέπει να εγκαταλείψουν την άνεσή τους, θα έλεγα. Αντί να επιτρέψουν στα άκρα να μονοπωλήσουν τη συζήτηση, πρέπει να ξαναπάρουν την πρωτοβουλία. Πρέπει να αναδείξουν ένα θετικό θεματολόγιο προτεραιοτήτων για την Ευρώπη, τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο.

Ουδεμία αλλαγή των Συνθηκών, ουδεμία θεσμική αναμόχλευση μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική βούληση για Ευρώπη. Με παρηγορεί το γεγονός ότι αυτή η ιδέα κερδίζει έδαφος ήδη. Όπως είπε κάποτε ο Φρίντριχ Χέλντερλιν: «Όπου υπάρχει κίνδυνος, κοντά και η σωτηρία».

Τέτοιου είδους πολιτικά μειονεκτήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται πρώτα απ’ όλα ώστε να ενισχυθεί η νομιμοποίηση και η αποτελεσματικότητα της Ευρώπης.

Για να γίνει αυτό, χρειαζόμαστε ηγετική ικανότητα και δράση υπέρ του εγχειρήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ταύτιση με αυτό, και όλα αυτά εννοούμενα ως το κύτταρο του πολιτικού και κοινωνικού ιστού των κρατών μελών της. Χρειάζεται να καταλάβουμε ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές δεν είναι πλέον πολιτικές εξωτερικών υποθέσεων. Η ευρωπαϊκή πολιτική είναι εσωτερική πολιτική σήμερα για τα κράτη μέλη.

Πρέπει να αναπτύξουμε μια νέα σχέση συνεργασίας, μια «Kooperationsverhältnis» μεταξύ της Ένωσης, των θεσμικών οργάνων της και των κρατών μελών της. Μιλώντας για «συνεργατική σχέση» εννοώ μια αρχή στην οποία τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη πηγαίνουν πέρα από τη θεμιτή συνεργασία που έχει ήδη κατοχυρωθεί στις Συνθήκες, συγκεκριμένα στο άρθρο 4 ΣΛΕΕ και συνεργάζονται με έναν τρόπο που να μεγιστοποιεί το συμβατό των αποφάσεων που λαμβάνονται σε διάφορα επίπεδα.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα η προσδοκία –τουλάχιστον στον γυάλινο πύργο των Βρυξελλών- ήταν ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα επιχειρούσαν πάντα να κάνουν περισσότερα από όσα τους επιτρέπουν οι Συνθήκες, ενώ η προσδοκία μέσα στα κράτη μέλη ήταν ότι θα πίεζαν τα όργανα να κάνουν λιγότερα. Αυτή η ανώριμη συμπεριφορά πρέπει να αλλάξει.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας ώριμος χειρισμός σαφών εντολών προς τους διάφορους συντελεστές και τα επίπεδα της Ένωσής μας, από το τοπικό έως το περιφερειακό και το εθνικό μέχρι και το ευρωπαϊκό. Εντολές που τηρούνται πλήρως τόσο ως προς το εύρος τους όσο και ως προς τα όρια τους από όλους.

Για να μετακινηθούμε από μια ανταγωνιστική προς μια συνεργατική προσέγγιση μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, χρειάζεται ένας ενισχυμένος ρόλος των πολιτικών κομμάτων σε επίπεδο Ένωσης ώστε να συναθροιστούν τα πολιτικά συμφέροντα, να διαμορφωθούν οι πολιτικές προτεραιότητες και να εξασφαλιστεί πολιτική συνεκτικότητα απ’ άκρη σε άκρη της διαδικασίας.

Για τον λόγο αυτό η εκλογική δυναμική που δρομολογείται από τον ορισμό υποψηφίων από τα πολιτικά κόμματα («Spitzenkandidaten») για το αξίωμα του προέδρου της Επιτροπής μπορεί να είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ενώ αναγνωρίζω τα όρια της τρέχουσας διαδικασίας, πιστεύω ότι ενδέχεται να ενισχύσει τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα αυτών των εκλογών. Είναι ένας τρόπος που βοηθά τα μέρη που ενδιαφέρονται να διαμορφώσουν βαθμιαία τη δημόσια ευρωπαϊκή σφαίρα. Είναι παράξενο –αλλά πάλι ίσως όχι- ότι οι πολιτικές δυνάμεις που πάντα επέκριναν μια έλλειψη δημοκρατικής λογοδοσίας στην Ευρώπη, τώρα απορρίπτουν τα νέα μέτρα που έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για να ενισχύσουν την υποχρέωση λογοδοσίας. Είναι βέβαιο ότι η δημοκρατία σε εθνικό επίπεδο είναι απολύτως απαραίτητη για τη νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά θα ήταν λάθος μας να παρεμποδίσουμε την ίδια την πρόοδο της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Είναι ένα σύστημα που βρίσκεται σε εξέλιξη, ασφαλώς, αλλά το να επιχειρούμε να το μπλοκάρουμε είναι οπισθοδρόμηση.

Η δυναμική αυτή πρέπει να ακολουθείται από μια μετεκλογική κατανόηση όχι μόνο των προσώπων αλλά και των πολιτικών προτεραιοτήτων. Όχι μόνο μέσα σε κάθε θεσμικό όργανο· αλλά και μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Σε ένα πιο συγκεκριμένο επίπεδο, αυτό σημαίνει μια συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τις προτεραιότητες –θετικές και αρνητικές– μιας νέας νομοθετικής περιόδου. Σ’ αυτό θα μπορούσε να προστεθεί μια νέα διοργανική συμφωνία για βελτίωση της νομοθεσίας ώστε να περιοριστεί ο υπερβολικός διοικητικός φόρτος.

Αλλιώς, δεν θα υπάρξει πειστική και επιτακτική συμφωνία για το ποια είναι τα σημαντικά θέματα στα οποία η Ένωση πρέπει να δίνει μεγάλη σημασία και ποια είναι λιγότερο σημαντικά στα οποία πρέπει να δίνει μικρότερη σημασία.

Κυρίες και κύριοι,

Μόνο σ’ αυτή τη βάση θα μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από τις αναπόφευκτες μικροπροσαρμογές στο τρέχον νομικό πλαίσιο της Ένωσης.

Στο εγγύς μέλλον πιστεύω ότι δεν θα υπάρξει ένα Σύνταγμα εκ του μηδενός. Ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η Ένωση θα εξακολουθήσει να είναι «διαρκής μεταρρύθμιση» και όχι «διαρκής επανάσταση».

Για να πετύχει αυτή η διαρκής μεταρρύθμιση και για να είναι το κάθε επιμέρους βήμα ευθυγραμμισμένο με το συνολικό όραμα, υπάρχουν μερικές αρχές που πιστεύω ότι πρέπει να γίνουν σεβαστές:

Πρώτον, κάθε νέα εξέλιξη της Ένωσης θα πρέπει να βασίζεται στις υπάρχουσες Συνθήκες και στην κοινοτική μέθοδο, αφού το να κινηθούμε εκτός πλαισίου θα μας οδηγούσε στον κατακερματισμό, την αλληλεπικάλυψη δομών και, σε τελική ανάλυση, την έλλειψη συνεκτικότητας και τη χαμηλή απόδοση.

Δεύτερον, πριν από οποιαδήποτε προσθήκη πρέπει να προηγηθεί ένα ξεκαθάρισμα των εξαιρετικά πολύπλοκων σημείων και αντιφάσεων στις Συνθήκες και σε άλλες πράξεις, γεγονός που σημαίνει ότι διακυβερνητικές λύσεις όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και η Δημοσιονομική Συνθήκη θα πρέπει να ενσωματωθούν στις Συνθήκες το ταχύτερο δυνατό.

Τρίτον, κάθε νέα διακυβερνητική λύση πρέπει να εξετάζεται σε κατ’ εξαίρεση και μεταβατική βάση μόνο, για να αποφευχθούν προβλήματα λογοδοσίας και συνεκτικότητας.

Τέταρτον, η Ένωση θα πρέπει πάντα να έχει ως σκοπό να αναπτύσσεται όσο το δυνατόν ως σύνολο, με τους 28 σήμερα. Όταν είναι απολύτως αναγκαία η βαθύτερη ενσωμάτωση σε άλλους σχηματισμούς, συγκεκριμένα μεταξύ των σημερινών και των μελλοντικών μελών της ζώνης του ενιαίου νομίσματος, θα πρέπει να παραμένει ανοικτή η δυνατότητα σε όλους όσοι θέλουν να συμμετάσχουν. Η μέθοδος για την επιλογή της στενότερης ολοκλήρωσης μεταξύ μιας ομάδας κρατών μελών είναι η ενισχυμένη συνεργασία, όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες.

Πέμπτον, τυχόν νέα εξέλιξη της Ένωσης θα πρέπει να βασίζεται σε σαφή κλιμακούμενη διαδοχή και εναλλαγή, οι δε μελλοντικές κινήσεις να διαρθρώνονται κατά κύριο λόγο βάσει όλων των δυνατοτήτων που παρέχουν οι Συνθήκες όπως είναι σήμερα, χωρίς επιφυλάξεις που δεν προβλέπονται από τις ισχύουσες Συνθήκες, κατά τρόπον ώστε τροποποίηση των Συνθηκών να γίνεται μόνο όπου δεν προβλέπεται παράγωγο δίκαιο από τις Συνθήκες.

Έκτον, ο βηματισμός της αλλαγής δεν μπορεί να υπαγορεύεται από τους πλέον απρόθυμους. Η ταχύτητα της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι η ταχύτητα του πιο αργού μέλους.

Και έβδομον, όταν κριθεί αναγκαία ακόμη μία αλλαγή Συνθήκης, η αιτιολόγηση πρέπει να είναι πλήρως τεκμηριωμένη και να γίνει συζήτηση, μεταξύ άλλων και στη δημόσια σφαίρα, προτού αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και προωθηθεί προς κύρωση.

Στο παρόν στάδιο, είναι αλήθεια ότι αντιμετωπίζουμε μια ιδιαίτερη πρόκληση ως προς τη σχέση μεταξύ του ενιαίου νομίσματος, της ζώνης του ευρώ και της ΕΕ συνολικά. Αλλά πιστεύω ότι η λογική των Συνθηκών δίνει χρήσιμες κατευθύνσεις και στον τομέα αυτόν.

Σύμφωνα με τις Συνθήκες, το ενιαίο νόμισμα προορίζεται για όλα τα κράτη μέλη, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες υπάρχει μόνιμη ρήτρα εξαίρεσης. Και η αλήθεια είναι ότι, υπάρχει ένα μόνο κράτος μέλος –το Ηνωμένο Βασίλειο- που έχει τέτοια ρήτρα εξαίρεσης.

Ακόμη και το καθεστώς της Δανίας περιγράφεται ως καθεστώς δυνητικής προαιρετικής συμμετοχής (opt-in) και όχι ως μόνιμη ρήτρα εξαίρεσης. Αυτό θα πάρει χρόνο και, σίγουρα, θα απαιτήσει πολύ καλύτερη προετοιμασία από ό,τι στο παρελθόν.

Θα ήταν όμως λάθος μια λογική σύγκλισης να μετεξελιχθεί σε δομή απόκλισης. Πόσο μάλλον που η πρακτική εμπειρία από την αντιμετώπιση της κρίσης έδειξε ότι δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές στις συζητήσεις μεταξύ των τωρινών και των μελλοντικών μελών της ζώνης του ευρώ. Από το Σύμφωνο Euro Plus στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο, από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό στον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης: οσάκις οι 17 ή οι 18 ξεκίνησαν ένα πιο φιλόδοξο εγχείρημα, σχεδόν όλοι οι άλλοι τους ακολούθησαν και συνέβαλαν. Μάλιστα, οι κεντρομόλοι δυνάμεις αποδείχθηκαν ισχυρότερες από τις φυγόκεντρες.

Η τάση ορισμένων να ονειρεύονται την επανίδρυση της Ένωσης μέσω μιας περιορισμένης, μικρότερης ζώνης του ευρώ σε σχέση με τη σημερινή ΕΕ των 28, δεν είναι η απάντηση στις συστημικές ελλείψεις ή στην απουσία δυναμικού μεταξύ των 28. Είναι η έκφραση της νοσταλγίας για μια βολική διευθέτηση, μια επιστροφή σε ένα πιο μικρό σχήμα που κακώς πιστεύεται ότι θα είναι και πιο εύκολο, πιο συνεκτικό, μια πιο «οικογενειακή» ολοκλήρωση. Αλλά οι καιροί δεν περιμένουν κανένα και η Ιστορία έχει προχωρήσει. Το να υιοθετήσουμε την προσέγγιση Kerneuropa, πυρήνας της Ευρώπης –ό,τι κι αν είναι αυτό- έναντι περιφέρειας –όποια κι αν είναι αυτή- θα εξασθενίσει και τα δύο.

Εδώ έφτασε ίσως η στιγμή να σχολιάσω τη σχέση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου. Πιστεύω ακράδαντα ότι η Ευρώπη είναι ισχυρότερη με μέλος της το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ισχυρότερο ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από ό,τι αν ήταν μόνο του. Αλλά αναγνωρίζω ότι για ιστορικούς, γεωπολιτικούς και οικονομικούς λόγους η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου μπορεί να θεωρηθεί ξεχωριστή. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θα ήταν λάθος να μετατρέψουμε αυτό που είναι εξαίρεση για το ΗΒ σε κανόνα για όλους τους άλλους. Μπορούμε και θα έπρεπε να βρούμε τρόπους να θεραπεύσουμε την ιδιαιτερότητα του ΗΒ, στον βαθμό που αυτό δεν απειλεί τη συνολική συνοχή της Ένωσης.

Αλλά δεν θα πρέπει να συγχέουμε την ιδιαιτερότητα αυτή –ακόμη κι αν σε ορισμένα ζητήματα τη συμμερίζονται κι άλλες κυβερνήσεις – με μια συνολική κατάσταση της Ένωσης.

Κυρίες και κύριοι,

Βάσει των αρχών αυτών, διακρίνονται μερικά πεδία πολιτικής που απαιτούν δημόσιο διάλογο, δράση και αποφάσεις για συγκεκριμένες θεσμικές βελτιώσεις τα επερχόμενα χρόνια: 1) η εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, σύμφωνα με το σχέδιο στρατηγικής της Επιτροπής· 2) η πιο αποτελεσματική εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης· 3) η ενδυνάμωση των αξιών και της ιθαγένειας της Ένωσης 4) η κατανομή των καθηκόντων ως προς την κανονιστική ρύθμιση και 5) η ανάγκη να τελειοποιήσουμε την πολιτική μας ένωση.

Για την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, το «Σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική οικονομική και νομισματική ένωση» της Επιτροπής παραμένει η ισχύουσα προοπτική. Είναι αρκετά φιλόδοξο αλλά και ρεαλιστικό. Πρώτον, οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην οικονομική διακυβέρνηση πρέπει να εμπεδωθούν. Μόλις επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο σταδιακής ανάπτυξης της δημοσιονομικής ικανότητας στο επίπεδο της ζώνης του ευρώ, μαζί με τον συντονισμό της φορολογικής πολιτικής και των αγορών εργασίας. Μια τέτοια εξέλιξη, που σε τελική ανάλυση θα απαιτήσει αλλαγές της Συνθήκης, πρέπει να συνοδεύεται από την ανάλογη δημοκρατική νομιμοποίηση και υποχρέωση λογοδοσίας. Μια πιο «ομοσπονδιακού» χαρακτήρα δημοσιονομική προσέγγιση εντός της ζώνης του ευρώ δεν πρέπει να εμπλέκει μόνο τα παρόντα μέλη του ενιαίου νομίσματος. Πρέπει να παραμένει ανοιχτή σε όλα τα μελλοντικά και δυνητικά μέλη και να σέβεται την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς και των πολιτικών που εφαρμόζονται από την Ένωση συνολικά.

Μια πιο αποτελεσματική εξωτερική εκπροσώπηση απαιτεί συνεργατική κατανομή των καθηκόντων μεταξύ των αξιωματούχων της Ένωσης και αξιωματούχων των κρατών μελών. Το ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των προέδρων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Επιτροπής δίνει χρήσιμες κατευθύνσεις. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος και αντιπρόεδρος της Επιτροπής πρέπει να διαθέτει αποτελεσματικούς πολιτικούς αναπληρωτές και από την Επιτροπή και από το Συμβούλιο. Οι δυνατότητες για κοινή εξωτερική εκπροσώπηση, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως. Ο συνδυασμός της εξωτερικής πολιτικής και των εξωτερικών πτυχών των εσωτερικών πολιτικών παρέχει στην Ένωση πλεονέκτημα απέναντι στον έξω κόσμο. Επιμερίζει πιο αποτελεσματικά το βάρος μεταξύ Ένωσης και των κρατών μελών της. Είναι κρίσιμης σημασίας να δοθεί συνέχεια στα πρώτα βήματα για μια συμμετοχική πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Μάλιστα, μέρος αυτής της προσπάθειας είναι η επίτευξη μιας πιο συνεκτικής εξωτερικής εκπροσώπησης της ζώνης του ευρώ στους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Η ενδυνάμωση των αξιών και της ιθαγένειας της Ένωσης απαιτεί πλήρη σεβασμό του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων, εγγυήσεων και ελευθεριών της Ένωσης. Μηχανισμοί όπως η επαλήθευση τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις εκτιμήσεις αντικτύπου των νομοθετικών προτάσεων και η διασφάλιση του πλαισίου του κράτους δικαίου από την Επιτροπή πρέπει να παγιωθούν. Η κατάχρηση ενωσιακών δικαιωμάτων, ιδίως του δικαιώματος στην ελεύθερη κυκλοφορία, μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί με παράγωγη νομοθεσία, όχι με αμφισβήτηση της αρχής.

Όσον αφορά την κατανομή των καθηκόντων κανονιστικής ρύθμισης, η αφετηρία πρέπει να είναι η αναγνώριση του γεγονότος ότι τα κράτη μέλη της Ένωσης δεν έχουν λιγότερες κανονιστικές ρυθμίσεις από ό,τι η ίδια η Ένωση. Ενώ υπάρχουν αναμφίβολα περιπτώσεις υπερβολικού ζήλου από πλευράς θεσμικών οργάνων, μεταξύ άλλων και της Επιτροπής, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πραγματική κινητήρια δύναμη της κανονιστικής λειτουργίας της Ένωσης είναι η ανάγκη να γίνουν αμοιβαία συμβατοί οι λεπτομερείς κανονισμοί των 28 κρατών μελών. Το ζήτημα του πώς θα δίνουμε μεγάλη σημασία στα σημαντικά θέματα και μικρότερη στα λιγότερο σημαντικάδεν αφορά, συνεπώς, τόσο πολύ την κατάρτιση αρνητικών ή θετικών καταλόγων με πεδία δράσης, αλλά την ένταση και την παρεμβατικότητα ειδικών πρωτοβουλιών. Αυτό αντιμετωπίζεται με τον βέλτιστο τρόπο μέσω μιας νέας διοργανικής συμφωνίας για καλύτερη νομοθεσία, στο πλαίσιο της οποίας θα διευρυνόταν ο έλεγχος της καταλληλότητας των νομοθετικών μέτρων, η εκτίμηση αντικτύπου ή επιπτώσεων και τα μέτρα κατά της γραφειοκρατίας που ήδη λαμβάνει η Επιτροπή σε όλη τη νομοθετική διαδικασία. Τέλος, είναι ένα ζήτημα περιοδικής εξέτασης της πολιτικής συναίνεσης για τις πολιτικές προτεραιότητες και σ’ αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει η εισαγωγή «ρητρών λήξης ισχύος» ή της αρχής της νομοθετικής ασυνέχειας όταν αλλάζει η σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Σε ό,τι αφορά την ανάγκη για τελειοποίηση της πολιτικής ένωσης και ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης που θα πρέπει να χαρακτηρίζει αυτό που αποκαλώ «Ευρώπη έκδοση 3.0», αυτή θα πρέπει να βασιστεί στην κοινοτική μέθοδο ως ένα σύστημα ελέγχων, ισορροπιών και ισοτιμίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών που παρέχει την καλύτερη αφετηρία για περισσότερη υπερεθνική δημοκρατία. Αυτή η υπερεθνική δημοκρατία δεν πρέπει να κατασκευαστεί ως ένας πολυεπίπεδος συνδυασμός άσκησης βέτο, αλλά σαν ένα σύστημα λογοδοσίας στο επίπεδο που λαμβάνονται οι εκτελεστικές αποφάσεις. Στον βαθμό που οι εκτελεστικές αποφάσεις λαμβάνονται από τα ανώτατα εκτελεστικά όργανα, συγκεκριμένα την Επιτροπή, είναι το ευρωπαϊκό νομοθετικό σώμα, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και –ασκώντας τις νομοθετικές του εξουσίες- το Συμβούλιο που χρειάζεται να εξασφαλίσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία. Αντιστρόφως, εναπόκειται στα εθνικά κοινοβούλια να εξασφαλίσουν τη νομιμοποίηση και τη λογοδοσία για αποφάσεις που λαμβάνονται σε επίπεδο κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών των κρατών μελών στο Συμβούλιο. Οι σχέσεις μεταξύ εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα έπρεπε επίσης να είναι κατ’ εξοχήν μέρος της συνεργατικής σχέσης, της 'Kooperationsverhältnis', που προτείνω.

Μ’ αυτήν τη λογική η μελλοντική εξέλιξη θα πρέπει να είναι προς την κατεύθυνση της σύστασης μιας αναμορφωμένης Επιτροπής ως του εκτελεστικού οργάνου της Ένωσης, που θα επωμιστεί μεταξύ άλλων με τη λειτουργία του «υπουργού Οικονομικών» της Ένωσης. Θα λογοδοτούσε σε ένα νομοθετικό όργανο με δύο σώματα, αποτελούμενο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Για να εξασφαλιστεί η σωστή ισορροπία μεταξύ της πολιτικής δημιουργίας και της λειτουργικής ανεξαρτησίας της Επιτροπής, ο σημερινός τρόμος της αρνητικής πρότασης μομφής για την Επιτροπή θα έπρεπε να αντικατασταθεί από έναν μηχανισμό εποικοδομητικής πρότασης μομφής, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πέφτει μόνο στην περίπτωση που η απόλυτη πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προτείνει έναν άλλο πρόεδρο για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τέλος, για να εξασφαλιστεί η πλήρης συνεκτικότητα και αποτελεσματικότητα μεταξύ των διάφορων εκτελεστικών ρόλων στο επίπεδο της Ένωσης καθώς και η δημοκρατική νομιμοποίησή τους και η υποχρέωση λογοδοσίας θα μπορούν να εξεταστούν μερικές ακόμα καινοτομίες. Μεσοπρόθεσμα, το αξίωμα του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι αρμόδιος για τις οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις και το ευρώ θα μπορούσε να συγχωνευτεί με τη θέση του προέδρου του Eurogroup. Μια πιο ριζοσπαστική καινοτομία όπως η συγχώνευση του αξιώματος του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το αξίωμα του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα ήταν αναμφίβολα κάτι πολύ μακρινό.

Αλλά με την προφανή εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ιδίως στη ζώνη του ευρώ, η συγχώνευση αυτή αποκτά νόημα, διότι θα ενισχύσει τη συνοχή και την προβολή του πολιτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εσωτερικά και εξωτερικά. Ορισμένες μεταβατικές φάσεις και ενδιάμεσες λύσεις είναι επίσης δυνατές. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία να σημειωθεί είναι ότι οι θεσμικές εξελίξεις μπορούν να πετύχουν μόνο αν επιτευχθεί πρώτα η αναγκαία πρόοδος για την πολιτική και η σύγκλιση των πολιτικών.

Ακόμα μια φορά: «It's the politics, stupid!»

Η πολιτική είναι που μπορεί να καταφέρει ή όχι τα πάντα και στη συνέχεια να έρθουν οι θεσμικές αλλαγές, και όχι το αντίστροφο.

Κυρίες και κύριοι, επιτρέψτε μου να κλείσω την ομιλία μου.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα είναι πάντα μια διαδικασία βήμα προς βήμα. Τo ξέραμε αυτό από την αρχή: «Η Ευρώπη δεν θα δημιουργηθεί διά μιας ούτε σε ένα συνολικό οικοδόμημα» («LEurope ne se fera pas dun coup, ni dans une construction densemble»), σύμφωνα με τη Διακήρυξη Σουμάν.

Μια τέτοια ρεαλιστική προσέγγιση δεν ήταν ποτέ σε αντίφαση με την επιδίωξη για ένα όραμα, για τη φιλοδοξία μας, το όνειρό μας –αυτό που ο γερμανός φιλόσοφος Σλόντερντικ αποκάλεσε «διαυγές όνειρο».

Παραμένει το πιο εμπνευσμένο εγχείρημα της σύγχρονης ιστορίας. Η ενέργεια που περικλείει και η έλξη που ασκεί είναι εντυπωσιακές. Η προσαρμοστικότητά του είναι εντυπωσιακή. Αλλά μόνο αν τηρηθούν ορισμένες προϋποθέσεις: όταν η ηγεσία στέλνει σαφή μηνύματα, όταν η συνεργασία φθάσει σε νέα επίπεδα ωριμότητας και όταν η ευρωπαϊκή πολιτική βρεθεί στην αντεπίθεση.

Αυτό διακυβεύεται στις προσεχείς ευρωεκλογές. Είναι η καλύτερη δυνατή στιγμή για να προασπίσουμε αυτό που έχουμε πετύχει και να χτίσουμε μια συναίνεση για όσα χρειάζεται να γίνουν, να υψώσουμε τη φωνή μας για την Ευρώπη όπως είναι πραγματικά και να προβάλουμε το όραμα της Ευρώπης όπως θα μπορούσε να είναι.

Αυτές οι εκλογές έχουν μεγάλη σημασία!

Δέκα χρόνια επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προσπάθησα να συμβάλλω στη θεμελίωση μιας ρεαλιστικής, συνεκτικής και σφριγηλής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ η αντίδρασή μας μπορεί να μην στάθηκε πάντα στο ύψος της αρχικής φιλοδοξίας, πιστεύω ότι η Επιτροπή διαδραμάτισε και θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο.

Εργαστήκαμε για να διατηρήσουμε την ενότητα της Ευρώπης, να την κρατήσουμε ανοικτή και να την κάνουμε ισχυρότερη. Ισχυρότερη διότι οι οικονομίες των κρατών μελών γίνονται πιο ανταγωνιστικές για να αντιμετωπίσουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Και ισχυρότερη, διότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οικονομική και χρηματοπιστωτική μας διακυβέρνηση ενισχύθηκαν εντυπωσιακά.

Υπάρχουν πολλά ακόμη να γίνουν από εδώ και μπρος. Ένα μοναδικό εγχείρημα. Ένα αναγκαίο εγχείρημα. Ένα εγχείρημα για το οποίο μπορούμε να είμαστε περήφανοι.

Είχα το προνόμιο να είμαι εκεί για να συμβάλλω στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα πιο απειλητικά γεγονότα στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι τιμή μου που μπόρεσα να ξεκινήσω μεταρρυθμίσεις βάσει των διδαγμάτων του παρελθόντος. Αλλά η αληθινή ανταμοιβή για όλους όσοι συμμετείχαν θα έρθει όχι επειδή ξεκίνησαν, αλλά όταν ολοκληρώσουν με επιτυχία τις αναγκαίες προσπάθειες.

Γι’ αυτό τώρα, ας προχωρήσουμε ένα βήμα πιο μπροστά.

Ας κάνουμε τη μεταρρύθμιση καθημερινή μας υπόθεση.

Ας συνεχίσουμε να εργαζόμαστε με οδηγό αυτό που είπε ένας από τους προκατόχους μου, ο Φρανσουά-Ξαβιέ Ορτολί: το κουράγιο να αντιμετωπίζουμε την κάθε μέρα.

Και για όσους, όπως εγώ, και ελπίζω όπως και σείς, συμμερίζονται αυτό το πάθος, αυτήν την αγάπη για την Ευρώπη, ας δουλέψουμε δημιουργώντας τις συνθήκες για να ζήσουν όλοι στην Ευρώπη σε μια αξιοπρεπή κοινωνία. Διότι, στο τέλος, δεν πρόκειται για αφηρημένες έννοιες, ούτε για αριθμούς, ούτε για οικονομικά – πρόκειται για αξίες. Και πιστεύω ότι η Ευρώπη αυτές ακριβώς τις αξίες εκφράζει, ειρήνη, ελευθερία και αλληλεγγύη.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

1 :

Είμαστε στην Ευρώπη και μέσα στην Ευρώπη θα σωθούμε ή θα χαθούμε όλοι.

2 :

Ανακοίνωση της Επιτροπής «Δράση για τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την απασχόληση», 30 Μαΐου 2012.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website