Navigation path

Left navigation

Additional tools

Speech Γιατί χρειαζόμαστε τώρα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

European Commission - SPEECH/12/796   08/11/2012

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI CS ET HU LT LV MT PL SK SL BG RO

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Viviane Reding

Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Επίτροπος της ΕΕ για Θέματα Δικαιοσύνης, Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ιθαγένειας

Speech Γιατί χρειαζόμαστε τώρα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Κέντρο Ευρωπαϊκού Δικαίου του πανεπιστημίου του Passau / Passau

8 Νοέμβρης 2012

Όποιος στα αλήθεια θέλει μια βιώσιμη και σταθερή δημοσιονομική πολιτική, χρειάζεται έναν Ευρωπαίο Υπουργό Οικονομικών που θα είναι υπόλογος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και θα έχει σαφή δικαιώματα παρέμβασης σε σχέση με τα κράτη μέλη. Η αυθαιρεσία των οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης σίγουρα δεν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση.

Στο Μάαστριχτ προσπάθησαν να μας πείσουν ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε ανεπιστρεπτί μια μόνιμη Νομισματική Ένωση και ένα νέο διεθνές νόμισμα, χωρίς να δημιουργήσουμε παράλληλα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Αυτό ήταν σφάλμα, και αυτό το σφάλμα του Μάαστριχτ πρέπει τώρα να διορθώσουμε, εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια σταθερή και οικονομικά ευημερούσα Ευρώπη.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος κατά τη γνώμη μου έγκειται σήμερα στο γεγονός ότι τόσο ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας όσο και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο αποτελούν αυτοσχέδιες κατασκευές που εγγράφονται εκτός του πλαισίου των ευρωπαϊκών συμφωνιών. Ενώπιον της κρίσης όμως δεν είχαμε άλλη δυνατότητα, έπρεπε να δράσουμε γρήγορα. Από δημοκρατική και κοινοβουλευτική όμως άποψη αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί μόνιμη λύση.

Για να λαμβάνονται αποφάσεις αυτού του είδους σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει και ο δημοκρατικός έλεγχος να διενεργείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μεταξύ ίσων εταίρων. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζω ότι τόσο το Δημοσιονομικό Σύμφωνο όσο και ο ΕΜΣ πρέπει να ενσωματωθούν μεσοπρόθεσμα στις ευρωπαϊκές συνθήκες και κατ’ αυτόν τον τρόπο να υπαχθούν στον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Θα το θεωρούσα ευχής έργο εάν η προηγούμενη επιλογή ενός Επιτρόπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελέσει στο μέλλον τον κανόνα. Αυτό θα ενίσχυε περαιτέρω τη δημοκρατική νομιμότητα της ευρωπαϊκής κυβέρνησης.

Μετά από ώριμη σκέψη, θεωρώ ότι η έννοια των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης είναι η πλέον κατάλληλη όχι μόνο για να τύχει ευρείας αποδοχής, αλλά και για να περιγράψει εύστοχα την επιδιωκόμενη τελική κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. "

Χρειαζόμαστε για την Ευρώπη ένα κοινοβουλευτικό σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Ίσως κάποια στιγμή χρειαστούμε ακόμη και έναν άμεσα εκλεγμένο Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Θεωρώ τις Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης ως το σωστό όραμα για να υπερβούμε την τρέχουσα κρίση, κυρίως όμως για να καλύψουμε τα ελλείμματα της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Γιατί, τελικά, ως ευρωπαία Χριστιανοδημοκράτισσα δεν μπορώ να επιτρέψω στους βρετανούς ευρωσκεπτικιστικές να μου υπαγορεύουν το δικό μου όραμα για το μέλλον.

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,
Αγαπητοί φοιτητές του πανεπιστημίου του Passau,
Αξιότιμε κύριε βουλευτά, αγαπητέ Manfred,
Κυρίες καθηγήτριες και κύριοι καθηγητές,
Κυρίες και Κύριοι,

Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που σήμερα βρίσκομαι μαζί σας στο πανεπιστήμιο του Passau. Είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι στο Passau, και ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα. Ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο, στις όχθες του Inn, με θέα την Αυστρία, πολλές μπυραρίες η μια κοντά στην άλλη, και όλα αυτά δίπλα στην Τσεχική Δημοκρατία – μακάρι να ξαναγινόμουν φοιτήτρια!

Τώρα καταλαβαίνω γιατί έχουμε στις Βρυξέλλες τόσους αποφοίτους του πανεπιστημίου του Passau, που σαν νομικοί ή οικονομολόγοι εργάζονται με τέτοιο ζήλο και φιλοδοξία για την οικοδόμηση της Ευρώπης. Γιατί, εδώ στο Passau, στο σημείο συνάντησης τριών χωρών, δεν έχει κανείς άλλη επιλογή από το να γίνει Ευρωπαίος! Σαν Λουξεμβουργέζα αυτό το καταλαβαίνω πολύ καλά. Στην πατρίδα μου τα σύνορα είναι καθημερινή εμπειρία. Και μ’αυτόν τον τρόπο, οι Λουξεμβούργιοι βιώνουν πρακτικά κάθε μέρα την Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο ότι σε μας στο Λουξεμβούργο, η Συμφωνία του Σένγκεν για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων στην Ευρώπη υπογράφηκε το 1985 επάνω σε ένα πλοίο στον Μοζέλα, ακριβώς στα σύνορα μεταξύ Λουξεμβούργου, Γαλλίας και Γερμανίας. Γι’αυτό και αισθάνομαι εδώ μαζί σας, στην ωραία πόλη των τριών ποταμών, το Passau, λίγο σαν στο σπίτι μου.

Το γεγονός ότι βρίσκομαι σήμερα στο Passau οφείλεται κατ’αρχή στην πρόσκληση του Ευρωβουλευτή Manfred Weber, με τον οποίο συνεργάστηκα στενά στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο σε θέματα της ευρωπαϊκής εσωτερικής πολιτικής και δικαιοσύνης. Τους προηγούμενους μήνες, ενώσαμε και οι δύο τις δυνάμεις μας προσπαθώντας να ενισχύσουμε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας σε όλη την Ευρώπη που προβλέπεται από τη Συμφωνία του Σένγκεν. Για το 48% των Ευρωπαίων πολιτών το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην ΕΕ είναι το σημαντικότερο δικαίωμα του πολίτη. Γι’ αυτό δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε καιρούς κρίσης να υψωθούν και πάλι φραγμοί στο εσωτερικό της Ευρώπης, μόνο και μόνο για λαϊκιστικούς λόγους.

Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω το Κέντρο Ευρωπαϊκού Δικαίου του Πανεπιστημίου του Passau, το «CEP», που συνδιοργάνωσε τη σημερινή εκδήλωση. Δεδομένου ότι ως Επίτροπος Δικαιοσύνης είμαι επίσης αρμόδια και για την ιθαγένεια της Ένωσης, εκφράζω την ιδιαίτερη ικανοποίησή μου για το ό,τι το Κέντρο Ευρωπαϊκού Δικαίου εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια εξυπηρετεί και ένα «Κέντρο Ιθαγένειας της 'Ένωσης» Στην περιοχή σας, το κέντρο αυτό καλείται τακτικά να επιληφθεί καθημερινών προβλημάτων διασυνοριακού χαρακτήρα που μπορεί να αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Μπορεί ένας οδοντίατρος από το Passau να ανοίξει ιατρείο στην αυστριακή πλευρά; Μια ουγγαρέζα υπάλληλος, που ζει στη Niederbayern, δικαιούται γερμανικού επιδόματος ανεργίας; Μπορεί ένας φοιτητής στο Passau με γερμανική υπηκοότητα, που ζει στην αυστριακή πλευρά του Inn, να ψηφίσει εκεί στις ευρωεκλογές; Όλα αυτά είναι ερωτήματα, για τα οποία οι πολίτες εδώ στο CEP μπορούν να ζητήσουν μια πρώτη, δωρεάν νομική συμβουλή. Αυτό αποτελεί πολύ συγκεκριμένη συμβολή στην Ευρώπη καθώς και στην καλή φήμη του πανεπιστημίου του Passau – ιδίως, όταν οι εμπειρίες από το έργο αυτό στο πλευρό του πολίτη ενσωματώνονται άμεσα στην επιστημονική εκπαίδευση και έρευνα, όπως αυτό συμβαίνει με υποδειγματικό τρόπο στο πανεπιστήμιο του Passau.

Κυρίες και Κύριοι,

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης είναι το θέμα της σημερινής μου παρουσίασης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης - ιδού μια ισχυρή, φιλόδοξη και σίγουρα αμφιλεγόμενη ιδέα για το μέλλον της ηπείρου μας. Είμαι βέβαια ότι στη συνέχεια θα διαφωνήσουμε έντονα για τη θέση μου: Η θέση μου είναι ότι τώρα, για να βγούμε από τη χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους, πρέπει να βαδίσουμε στον δρόμο για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Χαίρομαι που θα συζητήσω το θέμα αυτό μαζί σας. Γιατί, σε καιρούς κρίσης, θεωρώ σημαντικότερο από οτιδήποτε άλλο την ελεύθερη και ειλικρινή ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις εναλλακτικές λύσεις που έχει η Ευρώπη. Ναι, πάντα υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, και είναι καθήκον των δημοκρατικά εκλεγμένων πολιτικών να τις προσδιορίσουν και να τις εξηγήσουν με σαφήνεια. Ούτως ώστε οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, να ξέρουν τι επιλέγουν. Στις εθνικές ομοσπονδιακές εκλογές. Στις εκλογές των ομόσπονδων κρατιδίων. Και στις ευρωεκλογές του 2014.

Θα ήθελα κατ’ αρχήν να σας εξηγήσω από πού προέρχεται η έννοια των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και τι σημαίνει. Θα ήθελα στη συνέχεια να σας αναφέρω, για ποιο λόγο τα τελευταία 20 χρόνια οι πολιτικοί αποφεύγουν την έννοια αυτή όπως περίπου ο διάβολος το λιβάνι. Και τέλος θα ήθελα να εξηγήσω σε τι οφείλεται το γεγονός ότι ξαφνικά οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης έχουν επανέλθει στην πολιτική ημερήσια διάταξη.

Κατ’ αρχάς: Από πού προέρχεται αλήθεια το όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και τι σημαίνει;

Υπάρχουν πολλές διάσημες προσωπικότητες που σε διάφορες εποχές της ιστορίας μίλησαν για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ή τις ονειρεύτηκαν. Από τον George Washington και τον Ναπολέοντα μέχρι τον Giuseppe Mazzini και τον Richard Coudenhove-Kalergi. Ωστόσο, ο γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ είναι αυτός που τις περιέγραψε με τη μεγαλύτερη σαφήνεια και καθαρότητα.

Το όραμα αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο στο πλαίσιο των ταραχών της ευρωπαϊκής ιστορίας του 19ου αιώνα, που είχε ζήσει ο ίδιος ο Βίκτωρ Ουγκώ. Πολλαπλοί πόλεμοι μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, εξορία του Ουγκώ στα νησιά της Μάγχης λόγω της εξέγερσής του κατά του Ναπολέοντα ΙΙΙ, η τραυματική προσάρτηση της Αλσατίας- Λωραίνης από τη Γερμανία μετά τον πόλεμο του 1870/71 και τέλος η συμμετοχή του Ουγκώ στις επίπονες απαρχές της τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Είναι αυτονόητο ότι την εποχή εκείνη ο Βίκτωρ Ουγκώ ποθούσε ειρήνη και δημοκρατία στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Έτσι, στο Συνέδριο για την Ειρήνη που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, στα μέσα του 19ου αιώνα, διατύπωσε ως εξής το όραμά του για τις Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης:

Θα έρθει μια μέρα που τα όπλα θα πέσουν από τα χέρια σας! Θα έρθει μια μέρα που ο πόλεμος μεταξύ Παρισιού και Λονδίνου, μεταξύ Πετρούπολης και Βερολίνου, μεταξύ Βιέννης και Τορίνο θα φαίνεται τόσο παράλογος όσο και ο πόλεμος μεταξύ Ρουέν και Αμιέν, μεταξύ Βοστώνης και Φιλαδέλφειας. Θα έρθει μια μέρα που εσείς, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, όλα τα έθνη της ηπείρου, χωρίς να αποποιηθείτε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ευκλεούς μοναδικότητάς σας, θα συνενωθείτε σε μια μεγαλύτερη κοινότητα και θα ιδρύσετε τη μεγάλη ευρωπαϊκή αδελφότητα…

Θα έρθει μια μέρα που δεν θα υπάρχουν πια άλλα πεδία μάχης παρά οι ανοικτές στο εμπόριο αγορές, και το ανοικτό στις ιδέες πνεύμα. Θα έρθει μια μέρα που οι σφαίρες και οι βόμβες θα αντικατασταθούν από ψηφοδέλτια, από την καθολική ψηφοφορία, από τις αποφάσεις μιας μεγάλης, κυρίαρχης Γερουσίας, που θα είναι για την Ευρώπη ότι η Βουλή των Κοινοτήτων για την Αγγλία και η Εθνοσυνέλευση για τη Γαλλία. Θα έρθει μια μέρα που τα κανόνια θα εκτίθενται στα μουσεία και όλοι θα αναρωτιούνται για τη χρησιμότητά τους. Θα έρθει μια μέρα που δύο τεράστιες ομάδες, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, που απλώνουν η μια προς την άλλη το χέρι τους πάνω από τον ωκεανό, θα ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους, το εμπόριό τους, τη βιομηχανία τους, την τέχνη τους και τις ιδέες τους. […] και δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε 400 χρόνια για να έρθει αυτή η μέρα, γιατί ζούμε σε ταχύρρυθμους καιρούς.»

Νομίζω είναι σαφές ότι ο όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης του Ουγκώ ήταν πρωτίστως όραμα ειρήνης. Και ταυτόχρονα ένα όραμα δημοκρατίας, όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί από την προηγούμενη ιδέα του για καθολική ψηφοφορία και ένα μεγάλο κοινοβούλιο για την Ευρώπη. Τέλος, ο Ουγκώ εκφράζει σαφέστατα ένα καίριο αίτημα, το οποίο έχει βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή ιστορία, δίνει μέχρι σήμερα τον τόνο σε κάθε συζήτηση για τη μεγαλύτερη ολοκλήρωση της Ευρώπης και, για μένα προσωπικά, είναι ιδιαίτερα σημαντικό: Τα έθνη της Ευρώπης πρέπει να ενωθούν σε μια υψηλότερη κοινότητα, μια μεγαλύτερη αδελφότητα, χωρίς να αποποιηθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ευκλεούς μοναδικότητάς τους. «Ενωμένοι στην πολυμορφία» - αυτό το ευρωπαϊκό σύνθημα, που αναφέρεται ρητά στη Συνταγματική Συνθήκη του 2003, έχει ήδη διατυπωθεί ως αίτημα από τον Βίκτορα Ουγκώ.

Και είναι απόλυτα κατανοητό το ό, τι ο Ουγκώ επιθυμούσε για την Ευρώπη μια συνταγματική δομή σαν αυτή που υπήρχε ήδη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Γιατί στα μέσα του 19ου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ήταν, μαζί με την Ελβετία, η μόνη στον κόσμο συνομοσπονδιακή και στη συνέχεια ομοσπονδιακή ένωση αρχικά κυρίαρχων και εντελώς διαφορετικών επιμέρους κρατών μεταξύ Maine και Λουιζιάνας. Εκτός αυτού, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν, μαζί με την Ελβετία, η μόνη εδραιωμένη δημοκρατία στον κόσμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ήταν λοιπόν κατά την άποψη του δημοκράτη και ειρηνιστή Ουγκώ το ιδανικό πρότυπο της ουτοπικής ιδέας του για μια μελλοντικά ενωμένη Ευρώπη.

Αυτό το εξ αρχής ειρηνικό και δημοκρατικό κίνητρο του Ουγκώ εξηγεί για ποιο λόγο η ιδέα του για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης έτυχε τόσο μεγάλης πολιτικής αποδοχής μετά τις τρομακτικές εμπειρίες της Ευρώπης στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ακόμη μεγαλύτερης μετά τον Δεύτερο.

Εκπλήσσει άραγε το γεγονός ότι ήδη το 1942 ο ιταλός αγωνιστής της Αντίστασης Altierio Spinelli – μετέπειτα ένας από τους ιδρυτές των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – στην τότε εμπειρία του πολέμου και των ολοκληρωτικών καθεστώτων αντιπαρέθετε στο μανιφέστο της Ventotene το όραμα των δημοκρατικών Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, που – πράγμα αξιοπρόσεκτο για το 1942! - θα έπρεπε να περιλαμβάνουν μια δημοκρατική και μη ναζιστική Γερμανία; Είναι τόσο απορίας άξιο το ό,τι ο γερμανός χριστιανοδημοκράτης Konrad Adenauer μετά τον πόλεμο, τη ναζιστική δικτατορία και τη φυλακή της Γκεστάπο επιδίωκε ξεκάθαρα να καταστήσει την νεαρή τότε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέλος των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, που στα απομνημονεύματά του χαρακτήριζε ως «την καλύτερη και διαρκέστερη εξασφάλιση των δυτικών γειτόνων της Ευρώπης»; Ή το ό,τι ο Λουξεμβούργιος Joseph Bech, από το 1940 έως το 1945 Υπουργός Εξωτερικών της εξόριστης κυβέρνησης του Μεγάλου Δουκάτου, υπό ναζιστική τότε κατοχή, αντλούσε την ιδέα του για την Ευρώπη απευθείας από το όραμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, όπως ο ίδιος τόνισε στον λόγο του επ’ ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Καρλομάγνου το 1960;

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτος όμως ήταν ο διάσημος λόγος που εκφώνησε στη Ζυρίχη ο βρετανός Πρωθυπουργός Ουίστον Τσώρτσιλ. Το 1946, ο Τσώρτσιλ μίλησε χωρίς περιστροφές στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης για την τότε κατάσταση της Ευρώπης: Μια ήπειρος, που ήταν πάλι συντρίμμια μετά από ακόμη έναν αδελφοκτόνο πόλεμο, και τώρα είχε μόνο μία δυνατότητα για να επαναφέρει στους πολίτες της ειρήνη, ασφάλεια, ελευθερία και ευμάρεια: «We must build a kind of United States of Europe»-«Πρέπει να οικοδομήσουμε ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», αυτή ήταν η προτροπή του Τσώρτσιλ προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Κατά τον Τσώρτσιλ, βάση αυτών των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης θα πρέπει να είναι η αρχή ότι τα μικρά έθνη θα μετρούν όσο και τα μεγάλα - αυτό είναι ένα σημείο, στο οποίο εγώ σαν Λουξεμβούργια μπορώ κατ’ εξαίρεση να συμφωνήσω απόλυτα με ένα βρετανικό όραμα για την Ευρώπη. Ως πρώτο και απολύτως απαραίτητο βήμα για τη συμφιλίωση της ευρωπαϊκής οικογένειας ο Τσώρτσιλ σωστά θεωρούσε ήδη τότε τη σύμπραξη Γαλλίας και Γερμανίας. Η Μεγάλη Βρετανία δεν θα ήταν μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Γιατί η Μεγάλη Βρετανία είχε τότε τη δική της, απλωμένη σε όλο τον κόσμο, Κοινοπολιτεία. «Let Europe arise!»-«Αφήστε την Ευρώπη να ανθίσει!», με αυτό το φλογερό κάλεσμα ο Τσώρτσιλ έκλεισε το λόγο του στη Ζυρίχη.

Τώρα κάποιος θα πει εντάξει, αλλά επρόκειτο για την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Δεν έπρεπε η γενιά αυτή να καταλάβει αμέσως ότι η ιδέα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης δεν θα ευδοκιμούσε; Δεν έπρεπε να το συνειδητοποιήσουν ακόμη και οι πλέον ενθουσιώδεις ευρωπαίοι φεντεραλιστές, τουλάχιστον μετά τις 30 Αυγούστου 1954; Γνωρίζουμε ότι την ημερομηνία αυτή η γαλλική Εθνοσυνέλευση απέρριψε τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άμυνας. Και δεν κατέστη δυνατό να επικυρωθεί ούτε η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, -οι διαπραγματεύσεις της οποίας διεξάγονταν παράλληλα-, η οποία αποτελούσε ένα πρώτο συνταγματικό κείμενο που προωθούσε μια πολιτικά ενωμένη Ευρώπη και το οποίο αξίζει να διαβαστεί. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι, το αργότερο τότε, η μεταπολεμική γενιά πολιτικών έπρεπε να αποφασίσει να ενταφιάσει το φιλόδοξο όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Μερικά μόνο χρόνια αργότερα, το 1957, έγινε μια νέα απόπειρα. Με τις συνθήκες της Ρώμης ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας. Ασφαλώς, το γεγονός αυτό πρόβαλλε τότε ως μία συνεργασία καθαρά οικονομικού και τεχνικού χαρακτήρα, ως ένα «όργανο συνεργασίας για την επίτευξη λειτουργικής ενοποίησης», όπως το ονόμασε ο γερμανός νομικός Hans Peter Ipsen. Μετά τις αρνητικές εμπειρίες του 1954, καταβλήθηκαν προσπάθειες να αποφευχθεί η συνεργασία σε ζητήματα που άπτονταν περισσότερο της πολιτικής. Ωστόσο, σταθερή βούληση των ιδρυτικών κρατών της ΕΟΚ παρέμεινε η εγκαθίδρυση, μέσω της οικονομικής ολοκλήρωσης στο πλαίσιο μιας κοινής αγοράς, πραγματικής συνοχής τόσο ισχυρής που η, περιορισμένη αρχικά, ενοποίηση θα μπορούσε να παραχωρήσει αναπόφευκτα τη θέση της σε μια ευρύτερη πολιτική ολοκλήρωση. Και αυτή η δευτερογενής επίπτωση θα οδηγούσε απευθείας, όπως οραματίστηκαν οι ιδρυτές των συνθηκών της Ρώμης, σε μια μορφή ομοσπονδιακής κυβέρνησης και θα κατέληγε στη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Έτσι είδε, για παράδειγμα, τα πράγματα ο Walter Hallstein, ο πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής, στο βιβλίο του με τον εύγλωττο τίτλο "Der unvollendete Bundestaat"Το ατελές ομοσπονδιακό κράτος»),όπου παρουσιάζει την άποψή του σχετικά με το καθεστώς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Την άποψη αυτή συμμερίζονταν και τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα της Γερμανίας. Μέχρι το 1992, ο στόχος των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» αναφερόταν ρητά στο πολιτικό πρόγραμμα του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU). Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) είχε ήδη από το 1925 εντάξει αυτή την απαίτηση στο πρόγραμμα της Χαϊδελβέργης, το οποίο παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1959.

Η άποψη αυτή παρέμεινε επίσης δημοφιλής και στις οικογένειες των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων. Στις 8 Νοεμβρίου 1988, ο Jacques Santer, χριστιανοδημοκράτης πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου την περίοδο εκείνη και πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δήλωνε:

«Εμείς, οι χριστιανοδημοκράτες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, θέλουμε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα να μετατραπεί σε Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης».

Εκτός από τους λουξεμβούργιους χριστιανοδημοκράτες, ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές αυτής της άποψης υπήρξε χωρίς αμφιβολία ο καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας Helmut Kohl. Στη βιογραφία του για τον Helmut Kohl η οποία κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες, ο Hans-Peter Schwarz περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την αποφασιστικότητα του Kohl πάνω στο ζήτημα αυτό. Οι διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ χαρακτηρίζονταν κατά την άποψή του απολύτως από το πνεύμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Ενώ οι περισσότεροι άλλοι πολιτικοί εστίαζαν την προσοχή τους αποκλειστικά στη διακυβερνητική διάσκεψη για την οικονομική και νομισματική ένωση και για το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο Helmut Kohl εξακολουθούσε να εμμένει στην ανάγκη να επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στο πλαίσιο της διακυβερνητικής διάσκεψης για την πολιτική ένωση που είχε συγκληθεί παράλληλα. Για τον Helmut Kohl, οι δύο αυτές διασκέψεις ήταν εξίσου σημαντικές. Η νομισματική και η πολιτική ένωση ήταν γι’αυτόν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Στις 31 Μαΐου 1991, λίγο μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ο Kohl διακήρυξε, ενώπιον της ομοσπονδιακής επιτροπής του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ότι οι «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» ήταν αμετάκλητος στόχος, παρόλο που η νέα Συνθήκη είχε καταλήξει μόνο σε μια νομισματική ένωση και όχι στην πολιτική ένωση που τόσο προσδοκούσε. Σε ομιλία του στις 3 Απριλίου 1992, ο Kohl εξήρε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ ως εξής:

«Στο Μάαστριχτ θέσαμε τις βάσεις για την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση δρομολογεί μια καινούργια φάση, καθοριστική για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η οποία σε λίγα χρόνια θα οδηγήσει εκεί που οραματίστηκαν οι ιδρυτές της σύγχρονης Ευρώπης την επαύριον του τελευταίου πολέμου: στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης».

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει σαφέστερη διατύπωση: με το Μάαστριχτ έγινε ένα τεράστιο βήμα προς την κατεύθυνση ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Το λογικά αναμενόμενο επόμενο βήμα θα ήταν λοιπόν η πολιτική ένωση, η οποία θα οδηγούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.

Όμως, η πρόβλεψη αυτή δεν επαληθεύτηκε. Λίγο αργότερα, το όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης απαλείφθηκε από την ημερήσια διάταξη. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η έκφραση αυτή έπαψε στην πράξη να χρησιμοποιείται μετά το 1993, ακόμη και από τον ίδιο τον Helmut Kohl.

Πώς εξηγείται η μεταστροφή αυτή; Ο κύριος λόγος ήταν ο ιδιαίτερος συμβιβασμός που επιτεύχθηκε το 1991 στο Μάαστριχτ ανάμεσα στα κράτη μέλη όσον αφορά την αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης. Τα κράτη μέλη συμφώνησαν τελικά στη δημιουργία νομισματικής ένωσης χωρίς παράλληλη πολιτική ένωση. Είναι φανερή η ματαίωση των φιλοδοξιών του Helmut Kohl, αλλά και πολλών ευρωπαίων πολιτικών, ιδίως από τις χώρες του Benelux, οι οποίοι είχαν τεθεί υπέρ μιας παράλληλης πολιτικής ένωσης. Στο Μάαστριχτ επικράτησε μια διαφορετική αντίληψη. Δημιουργήθηκε μια ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά όχι μια ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση. Στο πλευρό του προέδρου της ΕΚΤ, στον οποίο ανατέθηκαν σημαντικές εξουσίες, δεν θα βρισκόταν ένας ευρωπαίος Υπουργός Οικονομικών, αλλά 17 εθνικοί υπουργοί οικονομικών. Η Ευρώπη έχει πλέον ένα κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, αλλά όχι κοινό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό μεγέθους ικανού να εξυπηρετεί πολιτικοοικονομικούς στόχους.

Η ασύμμετρη αρχιτεκτονική του Μάαστριχτ υπήρξε απόρροια της ιστορικής συνάντησης δύο πολιτικών ρευμάτων. Αφενός του νεοφιλελευθερισμού, που ήταν πολύ διαδεδομένος στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και στον οποίο είχαν προσχωρήσει πολλοί ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων. Για τη νεοφιλελεύθερη σκέψη, το ασύμμετρο κατασκεύασμα του Μάαστριχτ υπήρξε ιδανικό. Στην πραγματικότητα, το κατασκεύασμα αυτό ενίσχυε τις αγορές και αποδυνάμωνε την πολιτική. Η σταθεροποίηση του κοινού νομίσματος εξαρτώνταν μόνο από την πειθαρχία των αγορών, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη άποψη, η πολιτικοοικονομική ή η χρηματοπιστωτική διακυβέρνηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα προκαλούσε απλώς επιβλαβείς στρεβλώσεις στις αγορές. Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούσαν να εφαρμόζουν τις δικές τους διαφορετικές πολιτικές στον οικονομικό, τον δημοσιονομικό, τον φορολογικό και τον κοινωνικό τομέα δεν ήταν, για τους νεοφιλελεύθερους, αδυναμία της Συνθήκης του Μάαστριχτ, αλλά μάλλον πλεονέκτημα. Έτσι, τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να λαμβάνουν, στους διαφορετικούς αυτούς τομείς, αποφάσεις στο πλαίσιο του «ανταγωνισμού των συστημάτων».

Η επικρατούσα τότε νεοφιλελεύθερη θεωρία διασταυρώθηκε στο Μάαστριχτ με τις ιδέες εκείνων που αντιμετώπιζαν κατ’ουσίαν με σκεπτικισμό τη μεταβίβαση κυριαρχίας στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης και επιθυμούσαν, από την άλλη, να διατηρήσουν την εθνική κυριαρχία στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Έτσι, η βρετανική αντιπροσωπεία, στις διαπραγματεύσεις του Μάαστριχτ, επέμεινε να απαλειφθεί η λέξη «ομοσπονδιακή» από το προσχέδιο της Συνθήκης για την πολιτική ένωση. Ήταν μια βαριά ήττα για τους υποστηρικτές των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Έτσι, ύστερα από την ιστορική συνάντηση των θιασωτών του νεοφιλελευθερισμού με τους θιασώτες της εθνικής κυριαρχίας, το Μάαστριχτ δεν κατέληξε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, αλλά σε μια ατελή ένωση. Στη Γερμανία, το διάταγμα του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου του 1993 σχετικά με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ έφερε την εξέλιξη αυτή στο αποκορύφωμά της. Συγκεκριμένα, το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά ότι, ακόμη και μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τα κράτη μέλη παρέμεναν «κύριοι των Συνθηκών» και ότι, αν παρίστατο ανάγκη, η Γερμανία μπορούσε να εγκαταλείψει τη νομισματική ένωση. Επρόκειτο για πραγματικό θρίαμβο τόσο για τη σχολή των νεοφιλελευθέρων όσο και για τη σχολή των οπαδών της εθνικής κυριαρχίας. «Αντίο υπερκράτος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης δεν θα υπάρξουν ποτέ». Με αυτά τα λόγια, ο φιλελεύθερος και συντηρητικός γερμανός φιλόσοφος Herrmann Lübbe συνόψισε το 1994 σε ένα λίβελλο τα συμπεράσματά του για τη συνθήκη του Μάαστριχτ.

Ο Helmut Kohl εθλίβη, εξάλλου, πολύ από αυτά τα γεγονότα. Ο βιογράφος του, Hans-Peter Schwarz, διηγείται ότι, μετά την έκδοση της απόφασης του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ο Helmut Kohl δεν ξαναχρησιμοποίησε δημοσίως την έκφραση «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης». Σε μια συνεδρίαση της ομοσπονδιακής επιτροπής του CDU το 1994, ανέφερε, ωστόσο, πόσο προσφιλής του ήταν επί δεκαετίες η έκφραση αυτή.

Κι εγώ η ίδια υπήρξα την εποχή εκείνη μάρτυρας αυτού του πνεύματος στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ενός κόμματος που ενώνει τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Σχεδόν παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για το Μάαστριχτ, είχαν αρχίσει συζητήσεις για την ένταξη στο ΕΛΚ του συντηρητικού δεξιού κόμματος της Ιταλίας «Forza Italia», και των βρετανών Συντηρητικών «Tories». Η διεύρυνση αυτή θα καθιστούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα το ΕΛΚ την ισχυρότερη πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ακριβό υπήρξε, ωστόσο, το τίμημα του πολιτικού αυτού στόχου: Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα έπρεπε σε αντάλλαγμα να δεχθεί να απαλειφθεί από το καταστατικό του ο στόχος μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης με χριστιανικό αποτύπωμα, καθώς και το όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Θυμάμαι πολύ καλά τις συζητήσεις της εποχής εκείνης οι οποίες χαρακτηρίζονταν από τη σύγκρουση ανάμεσα στις θεμελιώδεις πεποιθήσεις των χριστιανοδημοκρατών και τον πολιτικό υπολογισμό. Μαζί με μια ομάδα χριστιανοδημοκρατών από το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο, καταψήφισα αυτό τον προσανατολισμό του ΕΛΚ. Εμφορούμενοι από τις ίδιες ιδέες, συντάξαμε τότε τη χριστιανοδημοκρατική «διακήρυξη των Αθηνών». Αλλά δεν εισακουστήκαμε. Η πολιτική ισχύος θεωρείτο σημαντικότερη από τον τρόπο που οι ιδρυτές της Κοινότητας αντιλαμβάνονταν την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Αυτά τα γεγονότα σε σχέση με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ εξηγούν γιατί όλοι όσοι συμμετείχαν τότε, και πρόκειται για σημαντικό αριθμό ενεργών πολιτικών της σημερινής γενιάς, περιγράφουν σήμερα με εγκαρτέρηση το όραμά τους για το μέλλον της Ευρώπης, ως εξής: «Όταν ήμουν νέος ονειρευόμουν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Σήμερα γνωρίζω ότι ο στόχος αυτός δεν είναι απλό να επιτευχθεί, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές». Αυτή η στάση εγκαρτέρησης ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν, το 2005, η ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη, τελευταία προσπάθεια να επιτευχθεί, εν μέρει τουλάχιστον, μια πολιτική ένωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση που προήλθε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, καταψηφίστηκε στα δημοψηφίσματα που πραγματοποιήθηκαν στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, παρά την επικύρωσή της από 18 κράτη μέλη, σε δύο από αυτά –το Λουξεμβούργο και την Ισπανία- επίσης με δημοψήφισμα. «Η Συνθήκη του Μάαστριχτ θα έπρεπε να είναι το Σύνταγμά μας», δήλωσε ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Jean-Claude Juncker το 2001, επ’ευκαιρία της δέκατης επετείου της Συνθήκης.

Όταν οι πολίτες μας ρωτούν σήμερα «τι θα γίνει με την Ευρώπη» ή «που πηγαίνει το τρένο της ευρωπαϊκής ενοποίησης», εμείς οι πολιτικοί απαντάμε με αοριστίες. «Δεν θέλουμε ένα υπερκράτος», είναι γενικά η πρώτη μας φράση, από φόβο μήπως οι νεοφιλελεύθεροι, οι θιασώτες της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών ή το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας παρανοήσουν τα λόγια μας. Τις πιο πολλές φορές συνεχίζουμε με αυτά τα λόγια: «Ξέρετε, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα κατασκεύασμα μοναδικό στο είδος του». «Δεν θέλουμε ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος, αλλά ένα μόρφωμα τύπου συνομοσπονδίας ή ομοσπονδίας» ή «μια ένωση εθνικών κρατών».

Η μακρόχρονη πείρα μου με δίδαξε πώς να αντιμετωπίζω με κατανόηση αυτές τις γλωσσικές συστροφές, κι ας «τραβάνε τα μαλλιά τους» οι καθηγητές δημοσίου δικαίου. Ομολογώ ότι, τα τελευταία χρόνια, κι εγώ η ίδια αναζήτησα συχνά σωτηρία σε παρόμοιες διατυπώσεις. Τον τελευταίο καιρό, διαπιστώνω, ωστόσο, ότι οι πολίτες επικρίνουν όλο και περισσότερο αυτές τις «υπεκφυγές» που δεν τους πείθουν. Όπως μου έγραψε πρόσφατα ένας πολίτης σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ύστερα από μια συνεδρίαση δημοτικού συμβουλίου στην Αυστρία: «Πώς θέλετε να ταυτιστούμε, ως πολίτες, με αυτό το ευρωπαϊκό σχέδιο που προωθείτε, όταν κανείς δεν μας λέει ειλικρινά που οδηγεί αυτό το ταξίδι; Αν συνεχίσετε να ορίζετε την Ευρώπη με τόσο τεχνοκρατικό και περίπλοκο τρόπο, να μην σας κάνει εντύπωση που σας θεωρούμε τεχνοκράτες!». Κυρίες και κύριοι, αυτός ο πολίτης δεν έχει εντελώς άδικο. Θα έλεγα πως μάλλον έχει δίκιο.

Επίσης είναι καιρός, παρά τις τραυματικές εμπειρίες του Μάαστριχτ, να επαναφέρουμε στην επικαιρότητα την έννοια των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Εδώ και μερικούς μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ζουν μια πραγματική αναγέννηση. Αντιμέτωποι με την κρίση, πολλοί ηγέτες όλων των πολιτικών αποχρώσεων εκφράζονται αίφνης υπέρ της δημιουργίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης· από τους χριστιανοδημοκράτες, όπως η ομοσπονδιακή υπουργός εργασίας Ursula von der Leyen και ο συνάδελφός μου στην Επιτροπή Günter Oettinger, τους σοσιαλδημοκράτες, όπως ο πρώην καγκελάριος της Αυστρίας Alfred Gusenbauer, και τους φιλελεύθερους, όπως ο ομοσπονδιακός Υπουργός Εξωτερικών Guido Westerwelle, μέχρι τον Daniel Cohn-Bendit, τον ευφραδή πρόεδρο της ομάδας των ευρωπαίων Πρασίνων. Η Κίνηση Επιχειρήσεων Γαλλίας (MEDEF) ξεκίνησε μάλιστα την προηγούμενη χρονιά μια πραγματική εκστρατεία υπέρ των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Και όπως προφανώς γνωρίζετε, και εγώ προσωπικά, από την αρχή της φετινής χρονιάς, έχω απερίφραστα υποστηρίξει σε πολλούς λόγους και άρθρα μου στον Τύπο το ομοσπονδιακό όραμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Ασφαλώς, οι παρεμβάσεις αυτές εγείρουν ενίοτε αμφισβητήσεις. Εξαιτίας των αρνητικών εμπειρικών του παρελθόντος, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Martin Schulz, και ο πρόεδρος της ομάδας της χριστιανοδημοκρατικής ένωσης (CDU) στην Ομοσπονδιακή Βουλή, Volker Kauder, συνιστούν, για παράδειγμα, να μην αναφέρονται και πάλι ως πολιτικός στόχος οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Αυτό είναι θεμιτό. Αλλά δεν αλλάζει σε τίποτα το γεγονός ότι η έννοια αυτή και η σχετική συζήτηση βρίσκονται και πάλι σήμερα στην ημερήσια διάταξη. Και αυτό είναι καλό.

Η αιτία είναι προφανώς η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση δημόσιου χρέους. Οι κρίσεις υπήρξαν πάντοτε για την Ευρώπη η ευκαιρία να βρίσκει την απαραίτητη δύναμη για μια νέα δυναμική ολοκλήρωσης. Είμαι πεπεισμένη ότι αυτό θα συμβεί και στην περίπτωση αυτή και ότι η Ευρώπη θα βγει δυναμωμένη από τη σημερινή κρίση. Από την άποψη αυτή, η παρούσα κρίση έχει ιδιαίτερη σημασία για την έννοια της ομοσπονδιακής Ευρώπης. Καταδεικνύει σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η ασύμμετρη αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης, όπως προκύπτει από την αλληλεπίδραση των νεοφιλελεύθερων με τους «εθνικιστές» στο Μάαστριχτ, δεν είναι βιώσιμη.

Κυρίες και Κύριοι,

Πώς να πιστέψει κανείς ότι η πειθαρχία των αγορών και οι νομικοί κανόνες επαρκούν από μόνοι τους για την κατάρτιση σταθερών δημόσιων προϋπολογισμών, ενώ βλέπουμε, εδώ και 20 χρόνια, ότι ούτε η αγορά ούτε οι αυστηρότεροι νομικοί κανόνες δεν μπορούν να εμποδίσουν τις υπερβολές της εθνικής πολιτικής των κρατών μελών όσον αφορά το δημόσιο χρέος, έναν τομέα στον οποίο η Γερμανία υπήρξε, δυστυχώς, επί μακρόν ένα ιδιαιτέρως ατυχές παράδειγμα; Αν επιθυμούμε σοβαρά δημοσιονομικές πολιτικές διατηρήσιμες και σταθερές χρειαζόμαστε έναν ευρωπαίο Υπουργό Οικονομικών υπεύθυνο ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εξουσιοδοτημένο με σαφώς καθορισμένα δικαιώματα παρέμβασης έναντι των κρατών μελών. Η αυθαιρεσία των οίκων αξιολόγησης δεν αποτελεί ασφαλώς εναλλακτική λύση!

Πώς μπορούμε να πιστεύουμε σοβαρά ότι είμαστε ικανοί να εφαρμόσουμε μια ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική προσανατολισμένη στην ανάπτυξη, αν δεν εξασφαλίσουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημαντικούς δημοσιονομικούς πόρους; Στην Ευρώπη, διαφωνούμε έντονα για το αν οι Βρυξέλλες πρέπει να εφαρμόσουν, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 1% του εγχώριου ακαθάριστου προϊόντος ή το 1,05% του ευρωπαϊκού ακαθάριστου προϊόντος ως κοινούς χρηματοδοτικούς πόρους, και μας κάνει εντύπωση που εμείς, οι Ευρωπαίοι, έχουμε περισσότερες δυσκολίες από τις ΗΠΑ όταν θέλουμε να κινητοποιήσουμε τις δυνάμεις της ανάπτυξης στη δική μας ήπειρο.

Η Ουάσινγκτον όμως έχει στη διάθεσή της έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που φθάνει σε περίπου 35% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Πρέπει άραγε να απορούμε που τη στιγμή αυτή στις ΗΠΑ δεν υπάρχει κρίση εμπιστοσύνης στο δολάριο, παρόλο που το χρέος τους είναι μεγαλύτερο από ό,τι στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη και έχουν αισθητά υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα από τα κράτη της ζώνης του ευρώ και παρόλο που πολλές πολιτείες των ΗΠΑ είχαν κηρύξει πτώχευση τα τελευταία χρόνια; Καθόλου. Διότι, αντίθετα από ό,τι στην Ευρώπη, κανένας Αμερικανός δεν αμφιβάλλει ότι οι ΗΠΑ, παρά τις οικονομικές και δημοσιονομικές δυσκολίες τους, θα παραμείνουν ενωμένες στο πλαίσιο της ομοσπονδία τους. Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι η Μινεσότα θα εξακολουθήσει να ανήκει στις ΗΠΑ – παρόλο που η πολιτεία αυτή κήρυξε στάση πληρωμών τον Ιούλιο του 2011. Η ισοτιμία του δολαρίου ΗΠΑ δεν άλλαξε καθόλου λόγω της εξαγγελίας αυτής – παρόλο που το οικονομικό βάρος της Μινεσότα στις ΗΠΑ είναι σχεδόν παρόμοιο με την οικονομική σημασία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στο Μάαστριχτ ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι, μπορούμε να εγκαθιδρύσουμε με αμετάκλητο τρόπο μια νομισματική Ένωση και ένα νέο παγκόσμιο νόμισμα χωρίς να δημιουργήσουμε παράλληλα τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Αυτό ήταν λάθος, και το λάθος αυτό πρέπει σήμερα να διορθωθεί, εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια σταθερή, οικονομικά εύρωστη Ευρώπη. Και είναι καλό ότι αυτό έχει στο μεταξύ αναγνωριστεί από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων των περισσότερων κρατών μελών. Από το 2010 άρχισε μια διαδικασία που θα έχει ως αποτέλεσμα την εκ βάθρων αναμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εργάζεται τις μέρες αυτές με βάση έκθεση των προέδρων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για τέσσερις νέες βαθμίδες ολοκλήρωσης:

  • μια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση που θα διαθέτει έναν κεντρικό ευρωπαϊκό οργανισμό τραπεζικής εποπτείας·

  • μια ευρωπαϊκή δημοσιονομική ένωση που θα διαθέτει αφενός ενισχυμένους μηχανισμούς ελέγχου όσον αφορά τους εθνικούς προϋπολογισμούς και αφετέρου δική της χρηματοδοτική ικανότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

  • μια ευρωπαϊκή οικονομική ένωση στο πλαίσιο της οποίας οι οικονομικές, φορολογικές και κοινωνικοπολιτικές αποφάσεις θα λαμβάνονται από κοινού σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στο παρελθόν

  • και τέλος μια πολιτική ένωση.

Αυτή η διαδικασία προσφέρει ευκαιρίες, αλλά περικλείει και κινδύνους. Μας προσφέρεται αναμφίβολα η ευκαιρία να ανακτήσουμε τώρα όσα χάσαμε το 1991 στο Μάαστριχτ, δηλαδή να ολοκληρώσουμε πολιτικά την ανολοκλήρωτη Ένωση. Υπάρχει όμως ταυτόχρονα ο κίνδυνος να περιοριστούμε και πάλι σε κάποιες οικονομικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις. και να μην καταπιαστούμε για άλλη μια φορά με το ουσιαστικό ζητούμενο μια πειστικής, δυνατής, δημοκρατικής πολιτικής Ένωσης. Γιατί τις μέρες αυτές παρατηρούνται σε ορισμένες πρωτεύουσες τάσεις οι οποίες κατά τη γνώμη μου προκαλούν σοβαρές ανησυχίες.

Θέλω να είμαι σαφής: τα τρία τελευταία χρόνια έγιναν σημαντικές προσπάθειες για τη σταθεροποίηση της νομισματικής μας ένωσης. Ο νέος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ), που θα είναι σε θέση να αποδεσμεύσει μέχρι 500 δισ. ευρώ, για τη σταθεροποίηση των χωρών της ζώνης του ευρώ, αποτελεί ιστορικό επίτευγμα. Το ίδιο ισχύει για Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Σύμφωνο, βάσει του οποίου 25 ευρωπαϊκές χώρες ανέλαβαν τη ρητή υποχρέωση να εξασφαλίσουν υγιή δημόσια οικονομικά και μείωση των εθνικών χρεών. Αλλά και οι ενέργειες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη διατήρηση της σταθερότητας του ευρωπαϊκού μας νομίσματος. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς : όλα αυτά είναι αναμφίβολα σημαντικότατα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Μας επιτρέπουν να κερδίσουμε χρόνο, αλλά σίγουρα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη μόνιμη σταθεροποίηση του εύθραυστου οικοδομήματος του Μάαστριχτ.

Αυτό που σήμερα μου προκαλεί κυρίως ανησυχία είναι ότι τόσο ο ΕΜΣ όσο και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο αποτελούν αυτοσχέδιες κατασκευές εκτός των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Έχοντας να αντιμετωπίσουμε την κρίση δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, ήταν απαραίτητο να δράσουμε γρήγορα. Όμως από δημοκρατική και κοινοβουλευτική άποψη αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει μόνιμη λύση. Σε αυτό το πλαίσιο, θα ληφθούν προσεχώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο θεμελιώδεις αποφάσεις για τον οικονομικό, χρηματοπιστωτικό και κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό της πολιτικής στα επιμέρους κράτη της ζώνης του ευρώ. Τέτοιες αποφάσεις απαιτούν καθημερινό αποτελεσματικό δημοκρατικό έλεγχο. Είμαι πεπεισμένη ότι ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο διακυβερνητικών διασκέψεων εθνικών υπουργών και υφυπουργών των διαφόρων χωρών που εποπτεύονται ξεχωριστά, λιγότερο ή περισσότερο, από 17 εθνικά κοινοβούλια. Για τέτοιες αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει ο δημοκρατικός έλεγχος να ασκείται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο με ισότιμο τρόπο. Για αυτόν τον λόγο πιστεύω ότι τόσο το Δημοσιονομικό Σύμφωνο όσο και ο ΕΜΣ πρέπει μεσοπρόθεσμα να ενταχθούν στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και με αυτόν τον τρόπο να υπαχθούν στον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

«No taxation without representation», πρεσβεύει μια σημαντική δημοκρατική αρχή, δηλαδή δεν νοείται φορολόγηση χωρίς εκπροσώπηση. Αυτήν την αρχή πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη κατά τη μελλοντική δημιουργία της Ευρώπης. Η βαθύτερη ολοκλήρωση της Ευρώπης σε μια γνήσια οικονομική και νομισματική ένωση θα απαιτήσει μελλοντικά τη λήψη ιδιαίτερα ευαίσθητων αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να επαφίενται μόνο στη διακριτική ευχέρεια κάποιας Τρόικας ανεξάρτητων χρηματοπιστωτικών εμπειρογνωμόνων! Όταν ζητείται από την Ιρλανδία, λόγω της επιτακτικής ανάγκης εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, να επιβάλει για πρώτη φορά στην ιστορία της τέλη για την ύδρευση του πληθυσμού, τότε η απόφαση αυτή θα πρέπει όχι μόνο να είναι αντικειμενικά σωστή, αλλά και να νομιμοποιηθεί δημοκρατικά μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το ίδιο ισχύει για τις συστάσεις των Βρυξελλών για τις ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα, την τιμαριθμική προσαρμογή των μισθών στο Λουξεμβούργο ή τη χωριστή φορολόγηση του εισοδήματος των συζύγων στη Γερμανία, όπως προτάθηκε φέτος στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Κατά πόσο οι συστάσεις αυτές είναι ορθές ή λανθασμένες θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να αποτελέσει αντικείμενο ανοικτής και υπεύθυνης συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Όλα αυτά απαιτούν μεταρρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες προχωρούν πέρα από τον τρόπο λειτουργίας της νομισματικής ένωσης. Απαιτείται εμβάθυνση των πολιτικών και δημοκρατικών θεμελίων της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα διάφορα έγγραφα εργασίας που κυκλοφορούν σήμερα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το ζήτημα αυτό θίγεται δυστυχώς πολύ άτολμα, ενίοτε στο πλαίσιο της «πολιτικής ένωσης». Πιστεύω ότι θα πρέπει να έχουμε πολύ μεγαλύτερες φιλοδοξίες, εάν δεν θέλουμε να επαναλάβουμε τα σφάλματα του Μάαστριχτ. Χρειαζόμαστε ένα σαφές, φιλόδοξο όραμα για το μέλλον της ηπείρου μας, για μια ισχυρή και δημοκρατική Ευρώπη, που θα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια μεγάλη αγορά και ένα ισχυρό νόμισμα.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής José Manuel Barroso, στην ομιλία του για την πορεία της Ένωσης τον Σεπτέμβριο, μας είχε παροτρύνει, σε αυτήν τη συζήτηση για το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης να μην μας τρομάζουν οι λέξεις και οι έννοιες, αλλά να προβάλουμε στο μέλλον ένα σαφές και τολμηρό όραμα. Έχω την πεποίθηση ότι έχει μεγάλη σημασία να είμαστε σαφείς, εάν θέλουμε το όραμα αυτό να έχει ανταπόκριση στους πολίτες.

Να σας δώσω ένα παράδειγμα: έχετε συνηθίσει από καιρό ότι το εκτελεστικό όργανο στις Βρυξέλλες ονομάζεται «Ευρωπαϊκή Επιτροπή». Σκεφτήκατε όμως πώς αυτό ακούγεται στον πολίτη; Στις Βρυξέλλες, εκεί αποφασίζουν οι Επίτροποι – αυτό δημιουργεί ευθύς εξαρχής τεχνοκρατικούς και γραφειοκρατικούς συνειρμούς, δεν παραπέμπει σε πολιτικές αποφάσεις που κατοχυρώνονται με δημοκρατική νομιμότητα. Είναι λοιπόν περίεργο όταν ο δήμαρχος μιας βαυαρικής κοινότητας δεν μπορεί να ταυτιστεί με τις αποφάσεις αυτής της «Επιτροπής Ανταγωνισμού» από τις Βρυξέλλες; Η καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ είχε στις αρχές του χρόνου προτείνει να δημιουργηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια Ευρωπαϊκή Κυβέρνηση. Θεωρώ ότι αυτή η αλλαγή της ονοματολογίας είναι σωστή, και ότι έχει μάλιστα καθυστερήσει. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει πάψει από καιρό να είναι μια ομάδα μη εκλεγμένων εμπειρογνωμόνων και τεχνοκρατών. Ίσα-ίσα, κάθε πέντε χρόνια εκλέγεται από τα άμεσα εκλεγμένα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και μάλιστα με βάση τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών. Πριν διοριστεί ένας Επίτροπος, πρέπει να προηγηθεί τρίωρη «ακρόαση» κατά την οποία εξετάζεται από την καθ’ ύλη αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εκεί εξετάζονται ενδελεχώς οι ειδικές γνώσεις των υποψηφίων στον τομέα τους και οι πολιτικοί τους προσανατολισμοί. Και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν διστάζει να απορρίψει χωρίς περιστροφές κάποιον υποψήφιο Επίτροπο που δεν παρουσιάζει ικανοποιητικές επιδόσεις, όπως μπορεί σίγουρα να επιβεβαιώσει ο Manfred Weber. Αν συγκρίνει κανείς αυτήν τη διαδικασία με παρόμοιες διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο, τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διορίζονται στις θέσεις τους με πιο δημοκρατική διαδικασία από κάθε υπουργό ομοσπονδιακής ή τοπικής κυβέρνησης στη Γερμανία, τα μέλη των οποίων διορίζονται χωρίς καμία συμμετοχή του κοινοβουλίου. Επιπλέον, πολλοί Επίτροποι πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους είχαν εκλεγεί μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εγώ η ίδια έχω εκλεγεί πέντε φορές διαδοχικά από τους πολίτες του Λουξεμβούργου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Και θα το θεωρούσα επιθυμητό να αποτελεί κανόνα η προηγούμενη εκλογή των Επιτρόπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτό θα αύξανε τη δημοκρατική νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής κυβέρνησης.

Ας αναλογιστούμε ποια μορφή θα θέλαμε να έχει η πολιτικά ενωμένη Ευρώπη, με την ίδια τόλμη όπως η γερμανίδα καγκελάριος. Μια ομοσπονδιακή Ευρώπη – θα μπορούσε κανείς να την φανταστεί σαν Ευρωπαϊκή Ελβετία, σαν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Ευρώπης ή σαν Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Η τελευταία αυτή επιλογή, μετά από ώριμη σκέψη, μου φαίνεται η καταλληλότερη να έχει την ευρύτερη αποδοχή, αλλά και αυτή που ανταποκρίνεται καλύτερα στην τελική μορφή που θέλουμε να έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια «Ευρωπαϊκή Ελβετία» ως μελλοντικό όραμα – παρά τη μεγάλη μου προσωπική συμπάθεια για την παραδοσιακή δημοκρατία των Άλπεων – δεν θα αποτελούσε κατάλληλη σύγκριση για την ενωμένη Ευρώπη. Διότι η ενωμένη Ευρώπη δεν θα γίνει ασφαλώς μια ουδέτερη «χώρα-φωλιά», αλλά ένας παγκόσμιος πολιτικός παίκτης, και μάλιστα μια παγκόσμια δύναμη. Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι η Ελβετία στην ονομασία της χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα ως συνομοσπονδία, ως «Confoederatio», – παρόλο που αποτελεί προ πολλού παγιωμένο ομοσπονδιακό κράτος. Συνεπώς, μια θεώρηση του μέλλοντος της Ευρώπης κατά το ελβετικό πρότυπο θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερες εννοιολογικές συγχύσεις από την άποψη του δημοσίου δικαίου παρά σε αποσαφήνιση των σχέσεων.

«Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» – θα μπορούσα να σκεφτώ ότι εδώ στη Γερμανία αυτό το μοντέλο θα ήταν πιθανό να βρει ενθουσιώδεις θιασώτες. Σίγουρα η μελλοντική ομοσπονδιακή Ευρώπη μπορεί και πρέπει να δανειστεί πολλές ιδέες από το επιτυχημένο γερμανικό ομοσπονδιακό μοντέλο. Πάντως ας επιτραπεί στη γειτόνισσά σας από το Λουξεμβούργο μια αντίρρηση: όποιος θεωρεί ότι η Γερμανία θα αποτελέσει για άλλη μια φορά παγκόσμιο μοντέλο, έστω και μόνο σε επίπεδο δημοσίου δικαίου, δεν πρόκειται να αποκτήσει και πολλές συμπάθειες σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Συνεπώς, δεν μένει παρά η έννοια των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Άρα επιστρέφουμε στον Βίκτορα Ουγκώ.

«Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» – κατά την παράδοση του Βίκτορα Ουγκώ, ο στόχος της ενοποίησης που περικλείει αυτό το όραμα αντικατοπτρίζει το ιδεώδες της ειρήνης, που αποτελούσε πάντοτε χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως μας υπενθύμισε πριν από λίγες ημέρες η απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ήπειρός μας οφείλει να μην ξεχνά ποτέ τα διδάγματα της γεμάτης από φρικαλεότητες ιστορίας της.

«Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» – ο πληθυντικός κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται για ένα ενιαίο κράτος ή για ένα υπερκράτος, αλλά για ένα ομοσπονδιακό σχήμα, στο οποίο μια πληθώρα μεμονωμένων χωρών σχηματίζουν μια νέα συμμαχία και στο οποίο οι μεμονωμένες αυτές χώρες διατηρούν ηθελημένα την πολυμορφία και την ατομικότητά τους, όπως σωστά είχε τονίσει ο Βίκτωρ Ουγκώ.

Για να καταλήξω: «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» η ονομασία αυτή καθιστά απολύτως σαφές, ότι προσπαθούμε μεν να επιτύχουμε μια παρόμοια δημοκρατική ομοσπονδιακή μορφή συντάγματος όπως εκείνη των ΗΠΑ, αλλά στο ειδικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιστορίας, των αξιών μας και της ιδιαίτερης πολυμορφίας της ηπείρου μας. Ναι, χρειαζόμαστε για την Ευρώπη ένα κοινοβουλευτικό σύστημα που να απαρτίζεται από δύο σώματα όπως και στις ΗΠΑ. Ίσως μάλιστα χρειαστούμε μια μέρα έναν άμεσα εκλεγμένο Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως είχε προτείνει ο ομοσπονδιακός υπουργός οικονομικών Wolfgang Schäuble και είχε πρόσφατα εγγραφεί στο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Οι αμερικανικές εκλογές των τελευταίων εβδομάδων μας έδειξαν για άλλη μια φορά με εντυπωσιακό τρόπο την κινητήρια δύναμη που μπορεί να έχει μια τέτοια απόφαση υπέρ ενός προσώπου για μια ολόκληρη ήπειρο. Απαιτεί σε κάθε περίπτωση την ετοιμότητα και την ικανότητα των πολιτικών να έχουν απευθείας διάλογο με τους πολίτες ακόμη και σε ένα δημαρχείο στα βάθη του Οχάιο. Στην Ευρώπη, σε μια τέτοια άμεση προεκλογική εκστρατεία θα είχαν πιθανότητες επιτυχίας μόνο πολύγλωσσοι υποψήφιοι.

Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης: αυτή η ονομασία θα επέτρεπε στους Ευρωπαίους να υπογραμμίσουν με σαφήνεια τα σημεία που μας διαφοροποιούν από τις ΗΠΑ και τους λόγους για τους οποίους θέλουμε να μεταφέρουμε μόνο τη διάρθρωση του συντάγματος και όχι όλες τις πτυχές της συνταγματικής πραγματικότητας των ΗΠΑ. Στην Ευρώπη λόγω των ιστορικών εμπειριών μας έχουμε συχνά μια διαφορετική αντίληψη των αξιών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων από ό,τι στις ΗΠΑ, όπως φαίνεται κυρίως στην αντίθεσή μας στη θανατική ποινή που κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στην έμφαση που αποδίδουμε στο θεμελιώδες δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στην Ευρώπη έχουμε μια διαφορετική αντίληψη για τις σχέσεις μεταξύ αγοράς και κράτους, διότι δεν θέλουμε να είναι η Ευρώπη μια αμιγής οικονομία της αγοράς, αλλά μια κοινωνική οικονομία της αγοράς – αν και οι ΗΠΑ υπό τον Πρόεδρο Ομπάμα εξελίσσονται στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού μοντέλου. Και ασφαλώς στην Ευρώπη έχουμε μια εντελώς διαφορετική ιστορική εμπειρία λόγω της πολυμορφίας των πολιτισμών και της πολυγλωσσίας μας – αν και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι και στις ΗΠΑ σήμερα το 16% του πληθυσμού έχει ως μητρική γλώσσα τα Ισπανικά, και ότι η τάση αυτή εμφανίζει αύξηση.

Κυρίες και Κύριοι,

και έρχομαι στα συμπεράσματα. Ναι, θεωρώ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης είναι το όραμα που έχουμε ανάγκη για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τη σημερινή κρίση, κυρίως όμως για να καλύψουμε τις ελλείψεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Γιατί, σε τελική ανάλυση, ως ευρωπαία χριστιανοδημοκράτισσα δεν δέχομαι να καθορίζουν το μέλλον μου οι βρετανοί ευρωσκεπτικιστές! Παρατηρώ επίσης με ενδιαφέρον ότι, σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας «Die Welt», ήδη σήμερα το 43% του γερμανικού πληθυσμού τάσσεται υπέρ των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης – και μάλιστα πριν αρχίσει πραγματικά η συζήτηση. Δεν είναι κι άσχημα για ξεκίνημα.

Βεβαίως γνωρίζω ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα από τη μια στιγμή στην άλλη. Θα χρειαστούμε ασφαλώς νέες Συνθήκες και στη Γερμανία ίσως και τροποποίηση του συντάγματος, αλλά αυτό ας το αφήσουμε στο ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο! Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να απαντήσουμε επίσης στο ερώτημα του αν όλες οι χώρες της ΕΕ ή μόνο οι χώρες της ευρωζώνης θα τολμήσουν να επιλέξουν το ομοσπονδιακό μέλλον της Ευρώπης. Η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου θα διαδραματίσει εν προκειμένω στρατηγικό ρόλο, παρόλο που ο Ουίνστον Τσώρτσιλ ήδη στο λόγο που εκφώνησε το 1946 στη Ζυρίχη είχε διευκρινίσει τη βρετανική θέση για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. «We will be for, but not with it», έτσι θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει τη βρετανική θέση που φαίνεται να ισχύει ακόμη και σήμερα.

Δεν πιστεύω όμως ότι θα χρειαστεί να περιμένουμε 400 χρόνια μέχρι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης να γίνουν πραγματικότητα, όπως θεωρούσε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, 60 χρόνια πείρας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τέλος η σημερινή κρίση έχουν επιταχύνει σημαντικά τις εξελίξεις. Οι οικονομολόγοι Kenneth Rogoff και Carmen Reinhart στο βιβλίο τους «Αυτήν τη φορά όλα είναι διαφορετικά» με βάση μια λεπτομερή ανάλυση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων των περασμένων οκτώ αιώνων αναφέρουν τα εξής:

«Υπό την πίεση της κρίσης θα προκύψει μια δυναμική την οποία δεν μπορούμε ακόμη να φανταστούμε σήμερα: τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα πολύ γρηγορότερα από ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι».

Πάντως, είμαι απολύτως βέβαιη, Κυρίες και Κύριοι, ότι οι φοιτήτριες και οι φοιτητές που βρίσκονται σήμερα σε αυτήν την αίθουσα θα έχουν πολλές πιθανότητες να ζήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και ελπίζω να ακολουθήσει μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων μεταξύ μας.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website