Navigation path

Left navigation

Additional tools

Ανδρούλλα ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρμόδια για θέματα Εκπαίδευσης, Πολιτισμού, Πολυγλωσσίας και Νεολαίας Οι γλώσσες και η σημασία τους Συνέδριο «Πολυγλωσσία στην Ευρώπη» Λεμεσός, 27 Σεπτεμβρίου 2012

European Commission - SPEECH/12/649   27/09/2012

Other available languages: EN FR DE ES IT

European Commission

Ανδρούλλα ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρμόδια για θέματα Εκπαίδευσης, Πολιτισμού, Πολυγλωσσίας και Νεολαίας

Οι γλώσσες και η σημασία τους

Συνέδριο «Πολυγλωσσία στην Ευρώπη»

Λεμεσός, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Κύριε Υπουργέ,

Κύριε Αντιπρόεδρε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Κυρίες και Κύριοι,

Καλώς ορίσατε στην Κύπρο! Είναι μεγάλη μου τιμή να σας βλέπω όλους στην πατρίδα μου και σας εύχομαι μια ευχάριστη και αξιομνημόνευτη παραμονή στο νησί μας. Σας καλωσορίζω επίσης στο πανέμορφο αυτό κτίριο στην καρδιά της Λεμεσού. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερο χώρο για εποικοδομητική εργασία από τον παλιό χαρουπόμυλο της πόλης όπου βρισκόμαστε σήμερα.

Ο οικοδεσπότης μας, το Ίδρυμα Λανίτη, συνεχίζει την περήφανη οικογενειακή παράδοση υποστηρίζοντας την εκπαίδευση και τις τέχνες στην τοπική κοινότητα. Ο εκλιπών Ευαγόρας Λανίτης, μια φημισμένη προσωπικότητα του δημόσιου βίου της Κύπρου, πίστευε ακράδαντα ότι οι εταιρείες, εκτός από το να είναι κερδοφόρες, πρέπει να συμβάλλουν και στην κοινωνία στο σύνολό της. Η σύζυγός του και οι γιοί του διατηρούν το ίδιο ήθος. Ελπίζω να συμφωνήσετε ότι το κέντρο Ευαγόρα Λανίτη αποτελεί τον κατάλληλο τόπο για στεγαστεί το συνέδριό μας.

Επιτρέψτε μου, επίσης, να ευχαριστήσω τις υπηρεσίες μου, και ιδιαίτερα τη Μονάδα Πολυγλωσσίας, για τη διοργάνωση ενός τόσο ενδιαφέροντος προγράμματος, που υπόσχεται ζωντανό διάλογο, πρωτότυπο προβληματισμό και, ελπίζω, νέες φιλίες. Ξέρω πόσο σκληρά εργαστήκατε όλοι σας για το συνέδριο αυτό και σας συγχαίρω για την προσπάθεια που καταβάλατε.

Κυρίες και κύριοι,

Πρόκειται για μια σημαντική στιγμή για τις γλώσσες στην Ευρώπη. Καθώς συνεχίζουμε τους εορτασμούς για την Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών, έχουμε το ένα μάτι στραμμένο στο παρελθόν και το άλλο στο μέλλον.

Πριν από δέκα χρόνια, στη Βαρκελώνη, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμόρφωσαν ένα φιλόδοξο όραμα για τη γλωσσική μάθηση και τη συμβολή της στην εκπαίδευση κάθε παιδιού. Ο στόχος ήταν σαφής: να βελτιωθεί η απόκτηση βασικών δεξιοτήτων, κυρίως μέσω της διδασκαλίας τουλάχιστον δύο ξένων γλωσσών από πολύ μικρή ηλικία.

Σήμερα, φυσικό είναι να πρέπει να κάνουμε τον απολογισμό. Πόσο χρήσιμος ήταν ο στόχος της Βαρκελώνης; Τι πρόοδο έχουμε κάνει έως σήμερα; Ποιο είναι το επόμενο βήμα; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που θα συζητήσουμε σήμερα και αύριο.

Προτού, όμως, μιλήσουμε για το τι πρέπει να κάνουμε, θα πρέπει, νομίζω, να αναλογιστούμε που βρισκόμαστε σήμερα. Για να είμαι πιο σαφής, πιστεύω ότι αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να εξετάσουμε τη θέση που έχουν οι γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και για να μιλήσω χωρίς περιστροφές, οι γλώσσες εξακολουθούν να έχουν σημασία και γιατί;

Θα έδινα μια απλή απάντηση: την ημέρα που η Ευρώπη παύσει να μιλά τις πολλές γλώσσες που μιλάει σήμερα, θα παύσει να υπάρχει - ως ιδέα, ως όραμα.

Παρά τη βαθιά οικονομική κρίση, που έχει κλονίσει συθέμελα την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο θεμελιώδης στόχος μας παραμένει ο ίδιος: να συνεργαστούμε για μια καλύτερη κοινωνία, σεβόμενοι, παράλληλα, πλήρως τις διαφορές μας. Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η ελευθερία, η ισότητα, η αλληλεγγύη και η πολυμορφία μπορούν να συνδυαστούν σε ένα κοινό εγχείρημα.

Η γλώσσα έχει ουσιαστική σημασία στην αποστολή μας αυτή. Εάν σταματήσουμε να προσπαθούμε να μάθουμε τη γλώσσα των γειτόνων μας, τότε είναι λιγότερο πιθανό να κατανοήσουμε τις ανησυχίες τους και ακόμα λιγότερο πιθανό να τους συνδράμουμε. Η πείρα μάς διδάσκει ότι είμαστε προθυμότεροι να κάνουμε θυσίες για όσους γνωρίζουμε και εμπιστευόμαστε. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, ο πολιτισμός και η γλώσσα εξακολουθούν να αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του αισθήματος ότι ανήκουμε στην ίδια κοινότητα.

Πιστεύω ότι ο ρόλος των γλωσσών υπερβαίνει ακόμα και τη διάσταση αυτή: αφορά τη σχέση μας με τους συνανθρώπους μας και τον τρόπο με τον οποίο συμπάσχουμε μαζί τους. Σήμερα, η επιστήμη μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε τις διεργασίες του ανθρώπινου νου και έχει δείξει ότι υπάρχει ένα φαινόμενο το οποίο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για κάθε συζήτηση που αφορά την εκμάθηση γλωσσών: η πράξη της μίμησης.

Πιστεύω ότι πολλοί από εμάς αντιλαμβανόμαστε με ποιο τρόπο η μίμηση μας βοηθά να μάθουμε μια νέα γλώσσα. Αλήθεια, δεν είναι διασκεδαστικό αλλά και ενδιαφέρον να βλέπουμε πώς προσπαθούμε, σχεδόν από ένστικτο, να μιμηθούμε τον ήχο της φωνής του άλλου – την προφορά, τον τονισμό, το ύφος. Η μίμηση είναι μία από τις ζωτικότερες δεξιότητες του ανθρώπου, και οι νέες επιστήμες που εξετάζουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο μας βοηθούν να κατανοήσουμε πόσο σημαντική είναι.

Ο Iain McGilchrist, επιστήμων και πρώην δάσκαλος της αγγλικής γλώσσας, έχει αναπτύξει τη θεωρία αυτή. Ο McGilchrist λέει τα εξής:

«Η ανθρώπινη μίμηση δεν είναι δουλοπρεπής. Δεν αποτελεί μηχανική διαδικασία – νεκρή, περατωμένη, ολοκληρωμένη – αλλά μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία και μοναδικότητα. Η τεράστια δύναμη της ανθρώπινης ικανότητας για μίμηση έγκειται στο ότι ο εγκέφαλός μας μάς επιτρέπει να αποδράσουμε από τα όρια της εμπειρίας μας και να γινόμαστε άμεσα κοινωνοί της εμπειρίας του άλλου.

Μ’ αυτόν τον τρόπο γεφυρώνουμε την απόσταση, αντιλαμβανόμαστε τι αισθάνεται και τι κάνει ο άλλος καθώς και τι σημαίνει να είσαι αυτός ο άλλος.»

Πιστεύω ότι οι απόψεις αυτές έχουν μεγάλη σημασία για τη συζήτηση σχετικά με την εκμάθηση γλωσσών και τη θέση της στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Η επιστήμη αρχίζει να μας λέει κάτι καινούργιο για τον ανθρώπινο νου και το πώς διαχειρίζεται σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες όπως η γλώσσα και οι σχέσεις μας με τους άλλους.

Για να το θέσω απλά, εάν χάσουμε το ενδιαφέρον να μάθουμε τις γλώσσες των άλλων – και δεν προσπαθούμε πλέον να μιμηθούμε τους γείτονές μας με αυτόν τον φυσικό και υγιή τρόπο –, τότε δεν θα εισχωρούμε πλέον στον κόσμο τους δεν θα κατανοούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Αυτός, πιστεύω, είναι ο πιο βαθύς και ο πιο επιτακτικός λόγος για τον οποίο η Ευρώπη, σήμερα ίσως περισσότερο από ποτέ άλλοτε, πρέπει να ενθαρρύνει τους πολίτες της να μαθαίνουν νέες γλώσσες. Με τον τρόπο αυτό, συνεχίζεται η ιστορική μας αποστολή να φέρουμε την ειρήνη στους λαούς μας.

Αφού ρίξαμε μια σύντομη ματιά στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος νους, ας στραφούμε τώρα στην παγκόσμια σκηνή και στις διεργασίες των διεθνών σχέσεων. ΄Οταν μιλάμε για τη σημασία της εκμάθησης νέων γλωσσών, μιλάμε για τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον κόσμο. Και από το σημείο αυτό αντλώ ένα μεγάλο μέρος της αισιοδοξίας μου.

Πιστεύω ότι, εάν αυτός ο εικοστός πρώτος αιώνας σηματοδοτηθεί από περαιτέρω οικονομική και τεχνολογική ολοκλήρωση, συνεχιζόμενη εξάπλωση των επικοινωνιακών δικτύων και μεγαλύτερη κινητικότητα μεταξύ των λαών, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να είναι καλύτερα εξοπλισμένη για να ευημερήσει στον νέο αυτόν κόσμο από ό,τι πιστεύουν πολλοί.

Η Ευρώπη έχει ένα μακρύ ιστορικό διαχείρισης της διαφορετικότητάς της, συμπεριλαμβανομένης της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας της. Βέβαια, όχι πάντα με επιτυχία. Κάθε άλλο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν, κατά τη γέννησή της, η απάντηση στην καταστροφική αποτυχία αντιμετώπισης των συγκρούσεων. Ακόμα και σήμερα δεν μπορούμε να παραβλέπουμε την εξάπλωση λαϊκιστικών, και μερικές φορές ξενοφοβικών αισθημάτων, στο επίπεδο των εθνικών πολιτικών.

Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε και ότι θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε τις εντάσεις αυτές, ακριβώς επειδή η πολυμορφία μας βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ύπαρξής μας. Ανήκει στο DNA μας. Αναρίθμητες πολιτικές συζητήσεις, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επιχειρούν να δώσουν απάντηση στο ερώτημα πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε την ελευθερία, την ισότητα και την αλληλεγγύη σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Αυτή είναι μια διαρκής συζήτηση σε όλη την Ευρώπη, που προϋπήρχε για πολλά έτη και θα συνεχιστεί για πολλά ακόμα, και καθορίζει ποιοι είμαστε.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση φιλοξενεί 23 επίσημες γλώσσες – 24 του χρόνου με την Κροατία – και περίπου 60 μειονοτικές και περιφερειακές γλώσσες, για να μην μιλήσουμε για τις περισσότερες από 100 γλώσσες των μεταναστών. Ορισμένες από αυτές θα ομιλούνται πάντα περισσότερο από άλλες, αλλά για μας έχουν όλες την ίδια αξία. Κάθε γλώσσα αποτελεί έκφραση μιας μοναδικής πολιτιστικής ταυτότητας και καμία δεν θα πρέπει να θυσιαστεί στον βωμό της αποτελεσματικότητας.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να συγχαρώ τις υπηρεσίες μετάφρασης και διερμηνείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Κοινοβουλίου, των οποίων οι Γενικοί Διευθυντές βρίσκονται σήμερα μαζί μας. Καμία άλλη οργάνωση στον κόσμο δεν λειτουργεί με τόσο πολλές γλώσσες όπως εμείς και θα πρέπει να είμαστε περήφανοι για την άριστη υπηρεσία που παρέχουμε στους πολίτες μας κάθε μέρα, συχνά υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Η δέσμευσή μας υπέρ της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας ανήκει στο μοναδικό πολιτικό μοντέλο που προσφέρει στον κόσμο η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία πενήντα χρόνια. Το άνοιγμα της Ευρώπης τόσο στα έθνη που την απαρτίζουν όσο και στον υπόλοιπο κόσμο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, τον πυρήνα της «ήπιας δύναμής μας» για τα επόμενα χρόνια.

Βέβαια, δεν είμαι αφελής. Αναγνωρίζω ότι η σημερινή οικονομική κρίση έχει εγείρει σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δέχομαι ότι το αίσθημα αλληλεγγύης μας δοκιμάζεται και ότι πολλοί αμφισβητούν τα οφέλη μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Αλλά, παρά τις ανησυχίες αυτές, είμαι πεπεισμένη ότι η μοναδική ιστορική απάντηση της Ευρώπης στο ζήτημα της πολυμορφίας μάς προετοιμάζει καλά για την κοινωνία της γνώσης που έχει έρθει.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να αμφισβητήσω, όπως και άλλοι έκαναν πρόσφατα, την ιδέα ότι η ανάδειξη των αγγλικών ως παγκόσμιας lingua franca είναι αναπόφευκτη και ανεξέλεγκτη. Βέβαια, φαίνεται ότι πρόκειται συνεχιστεί, για πολλά χρόνια ακόμα, η κυριαρχία των αγγλικών στην παγκόσμια σκηνή. Όμως η ιστορία μας διδάσκει ότι οι τάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από αβεβαιότητα.

Όπως λέει και ο επιφανής γλωσσολόγος Nicholas Ostler:

«Κανένας μας δεν ζει αρκετά για να δει την πορεία της εξέλιξης μιας παγκόσμιας γλώσσας, μολονότι μπορεί να γίνουμε μάρτυρες ορισμένων από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην εξέλιξη μιας γλώσσας, όπως η αναβίωση των εβραϊκών στο Ισραήλ, η κατάργηση των ρωσικών στα σχολεία των χωρών της Βαλτικής ή βελτίωση της γνώσης της αγγλικής από τους γιαπωνέζους φοιτητές.

Αυτό, αναπόφευκτα, δίνει την εντύπωση ότι αυτές οι σχετικά αιφνίδιες αλλαγές είναι το επίκεντρο της δράσης. Αλλά από την άλλη πλευρά, οδηγούμαστε να πιστεύουμε ότι μια εξέλιξη για την οποία χρειάστηκαν αιώνες, όπως η άνοδος της αγγλικής, είναι αμετάκλητη και μη αναστρέψιμη. Οι εντυπώσεις αυτές είναι απατηλές.»

Δίπλα στο ερώτημα σχετικά με τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο τίθεται το ερώτημα σχετικά με το οικονομικό μας μέλλον. Πέρα από το σημερινό επιτακτικό καθήκον να επιλύσουμε την κρίση της ευρωζώνης, πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουμε τις βαθύτερες ανισορροπίες μεταξύ των οικονομιών μας και να σκεφτούμε προσεκτικά σχετικά με το είδος της οικονομίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε. Και αυτό μας φέρνει στο θέμα της παιδείας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι, έως το 2020, 15 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας στην Ευρώπη θα απαιτούν προσόντα υψηλού επιπέδου. Το 2020 το ένα τρίτο περίπου όλων των θέσεων εργασίας θα απαιτούν τέτοιες δεξιότητες. Έτσι η κοινωνία της γνώσης μεταφράζεται σε πραγματικές ανάγκες και πολιτικές επιλογές.

Το ερώτημα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απλό και ξεκάθαρο: θα επενδύσουμε επαρκώς στον εκσυγχρονισμό των εκπαιδευτικών μας συστημάτων ώστε να μπορέσουμε να δώσουμε δυνατότητες σε όλους τους νέους μας, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους καταγωγή και τα οικονομικά τους μέσα, για να αναπτύξουν πλήρως το δυναμικό τους ως άτομα;

Η εκπαίδευση κατέχει σήμερα κομβική θέση στη χάραξη των οικονομικών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολλοί από εσάς θα γνωρίζετε τη στρατηγική «Ευρώπη 2020», τον οδικό μας χάρτη για την έξοδο από την κρίση και την επάνοδο στο δρόμο της έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης. Όπως ορίζεται σε ορισμένους από τους πέντε πρωταρχικούς της στόχους, η στρατηγική «Ευρώπη 2020» καλεί τα κράτη μέλη να επεκτείνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση στο 40 τοις εκατό των νέων και να μειώσουν το ποσοστό των μαθητών που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο σε ποσοστό κάτω του 10 τοις εκατό.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει, ετησίως, πολιτικές σε όλα τα κράτη μέλη, παρέχοντάς τους συμβουλές σχετικά με το πώς θα πρέπει να χειριστούν τις πλέον επιτακτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η οικονομία τους, μεταξύ άλλων, μέσω της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.

Επιτρέψτε μου να είμαι σαφής. Η νέα αυτή προώθηση της εκπαίδευσης στο πλαίσιο της χάραξης της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι εξαιρετικής σημασίας. Διότι αυτό που ακριβώς επιθυμούμε είναι η εκμάθηση νέων γλωσσών να αποτελέσει κεντρικό πυλώνα της εκπαίδευσης για μια κοινωνία της γνώσης.

Αυτό εξηγεί γιατί το μελλοντικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, το «Erasmus για όλους», περιλαμβάνει, ως έναν από τους έξι στόχους του, την εκμάθηση γλωσσών και τη γλωσσική πολυμορφία. Και με χαρά σας ανακοινώνω ότι στις διαπραγματεύσεις τους σχετικά με το «Erasmus για όλους», τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και τα κράτη μέλη υποστήριξαν απόλυτα τη νέα, ενισχυμένη θέση που προβλέπεται για τις γλώσσες.

Κυρίες και κύριοι,

Θα σας δοθεί η ευκαιρία τις επόμενες δύο ημέρες να συζητήσετε με περισσότερες λεπτομέρειες για το «Erasmus για όλους»· τώρα θα σας πω μόνο δυο λόγια για το πρόγραμμα.

Πρωτίστως, σκοπεύουμε να χρηματοδοτήσουμε τρεις τύπους δραστηριοτήτων και καθένας από αυτούς θα προάγει την εκμάθηση γλωσσών και τη γλωσσική πολυμορφία.

Πρώτον, την κινητικότητα. Από τη δημιουργία του πριν από 25 χρόνια, το πρόγραμμα «Erasmus» επέτρεψε σε περισσότερους από δύο εκατομμύρια νέους ευρωπαίους να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Με νέο προϋπολογισμό που βρίσκεται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κρατών μελών αυτό το φθινόπωρο, ελπίζουμε να επεκτείνουμε τη δυνατότητα αυτή, ώστε όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα να μπορούν να σπουδάσουν, να καταρτιστούν ή να εργαστούν στο εξωτερικό.

Επομένως, το «Erasmus για όλους» παρέχει μια ιστορική ευκαιρία για να δοθεί ώθηση στην εκμάθηση γλωσσών σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έως το 2020 900.000 άτομα ετησίως θα μπορούν να συμμετέχουν σε χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ ανταλλαγές, ως μαθητές, καθηγητές, φοιτητές, καταρτιζόμενοι, διοργανωτές δραστηριοτήτων για νέους ή εθελοντές. Φιλοδοξία μας είναι να εντάξουμε την εκμάθηση γλωσσών σε κάθε εμπειρία κινητικότητας για όλους της κλάδους τους εκπαίδευσης. Αν το επιτύχουμε, θα αυξήσουμε θεαματικά τον αριθμό των ανθρώπων κάθε ηλικίας που έρχονται σε επαφή με νέες γλώσσες.

Ο δεύτερος πυλώνας του προγράμματος «Erasmus για όλους» θα στηρίζει τη συνεργασία και τις συμπράξεις μεταξύ οργανώσεων. Στόχος μας είναι η καινοτομία. Διακρατικά σχέδια θα ενθαρρύνουν το άνοιγμα και την αριστεία και θα διευκολύνουν την ανταλλαγή ορθών πρακτικών μεταξύ των ιδρυμάτων.

Θα εξακολουθήσουμε να στηρίζουμε τα πανευρωπαϊκά δίκτυα εκμάθησης γλωσσών και γλωσσικής πολυμορφίας. Σε αυτό το επίπεδο πρέπει να διερευνήσουμε πώς οι γλώσσες αλληλεπιδρούν με πολυάριθμους άλλους στόχους πολιτικής στην εκπαίδευση. Από την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα έως τις ΤΠΕ, η εκμάθηση γλωσσών μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο.

Ο τρίτος πυλώνας του «Erasmus για όλους» υποστηρίζει την μεταρρύθμιση της πολιτικής. Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα χάραξης ευρωπαϊκής πολιτικής είναι η δυνατότητα να διδασκόμαστε οι μεν από τους δε. Η ΕΕ δεν μπορεί να παρέμβει στις εθνικές εκπαιδευτικές και γλωσσικές πολιτικές – το απαγορεύει η Συνθήκη –, αλλά μπορούμε να βοηθήσουμε στον εντοπισμό αποτελεσματικών πολιτικών. Μπορούμε να καθοδηγήσουμε τα κράτη μέλη και να τους προτείνουμε νέες ιδέες.

Κυρίες και κύριοι,

Κλείνω την ομιλία μου με μια πιο πρακτική θεώρηση των γλωσσών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η νέα μας προσέγγιση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, όπως αντικατοπτρίζεται στο «Erasmus για όλους», ανταποκρίνεται στις επιτακτικές ανάγκες της ευρωπαϊκής κοινωνίας και την απελπιστική κατάσταση της νεολαίας της Ευρώπης.

Θέλω να είμαι σαφής σχετικά με ένα πράγμα. Η προσοχή που αποδίδουμε στον οικονομικό ρόλο των γλωσσών σε καμιά περίπτωση δεν υπονομεύει τη δέσμευσή μας υπέρ της γλωσσικής πολυμορφίας ως αυτοτελούς στόχου. Το αντίθετο!

Σήμερα, η υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύει και να προωθεί την πολυμορφία κατοχυρώνεται με μεγαλύτερη ασφάλεια από ποτέ άλλοτε. Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων απαγορεύει κάθε είδους διάκριση με βάση τη γλώσσα και ορίζει ότι η Ένωση πρέπει να σέβεται τη γλωσσική πολυμορφία.

Είναι ευθύνη μας να διασφαλίσουμε ότι η περηφάνια που μας διακατέχει για τις αξίες αυτές συνοδεύεται από ανάλογη δέσμευση για την υλοποίησή τους στην καθημερινή μας ζωή. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι έτοιμη να το πράξει και ότι με το «Erasmus για όλους» έχουμε στα χέρια μας ένα ισχυρό εργαλείο.

Δέκα χρόνια μετά τη Βαρκελώνη, τώρα είναι η στιγμή να υπολογίσουμε την πρόοδο και να αντλήσουμε διδάγματα και, παράλληλα, να κοιτάξουμε το μέλλον και να οραματιστούμε νέες ευκαιρίες. Πιστεύω ότι μπορούμε να το κάνουμε με συναίσθηση του στόχου μας και με αισιοδοξία.

Κατά το τρέχον έτος πραγματοποιήθηκε η πρώτη στα χρονικά ευρωπαϊκή έρευνα για τις γλωσσικές γνώσεις καθώς και μια σημαντική δημοσκόπηση – το Ευρωβαρόμετρο. Από τις δύο αυτές έρευνες προέκυψε ένα ευρύ και περιεκτικό σώμα έρευνας, το οποίο θα μας βοηθήσει να σχεδιάσουμε ένα νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς για την εκμάθηση γλωσσών. Η Επιτροπή σκοπεύει να παρουσιάσει αυτό το πλαίσιο αναφοράς στο προσεχές μέλλον.

Το Ευρωβαρόμετρο και τη έρευνα για τις γλωσσικές γνώσεις μας αποκαλύπτουν μια εντυπωσιακή εικόνα και θα έχετε την ευκαιρία να τα μελετήσετε να περισσότερη λεπτομέρεια αύριο.

Το σημαντικότερο μήνυμα που αποκόμισα από την έρευνα είναι ότι όλοι μας πρέπει να καταβάλουμε πολλές προσπάθειες για να επιτύχουμε περισσότερη πολυγλωσσία στην Ευρώπη αλλά το ευρύ κοινό αναγνωρίζει πόσο σημαντικό είναι το έργο αυτό.

Στην αρχή της παρουσίασής μου, έθεσα το ερώτημα εάν οι γλώσσες έχουν ακόμα αξία. Για τους πολίτες μας, οι γλώσσες ποτέ δεν είχαν μεγαλύτερη σημασία από σήμερα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι απολύτως σύμφωνη.

Σας ευχαριστώ.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website