Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE NL IT SV PT FI

SPEECH/02/619

Romano Prodi

Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η διευρυμένη Ευρώπη - Μια πολιτική καλής γειτονίας κλειδί για τη σταθερότητα

«Ειρήνη, Ασφάλεια και Σταθερότητα - Διεθνής διάλογος και ο ρόλος της ΕΕ» - Έκτη Παγκόσμια Διάσκεψη ECSA - Σχέδιο Jean Monnet.

Bρυξέλλες, 5-6 Δεκεμβρίου 2002

Κυρίες και Κύριοι,

Οι μεταβαλλόμενοι καιροί συνεπάγονται μεγαλύτερες ευθύνες και σήμερα το βάρος των ευθυνών που αναλογεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ μεγάλο. Προσπαθούμε να παρακολουθήσουμε τους ρυθμούς σε ένα κόσμο που βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, γεγονός που συνεπάγεται νέες ευκαιρίες αλλά ταυτόχρονα και νέες απειλές.

Ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης θα χαραχθεί εκ νέου σε λιγότερο από δύο χρόνια. Την επόμενη εβδομάδα στην Κοπεγχάγη θα πραγματοποιήσουμε ένα ιστορικό βήμα καλώντας δέκα νέα μέλη να προσχωρήσουν στην Ένωσή μας. Η απόφαση αυτή θα δώσει νέα διάσταση στην Ευρώπη επιφορτίζοντάς μας με νέες ευθύνες.

Η έκτη Παγκόσμια Διάσκεψη της Ένωσης Σπουδών Ευρωπαϊκής Κοινότητας μάς έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε διεξοδικά θέματα ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας. Όλοι οι συμμετέχοντες εδώ συνειδητοποιούν τη μεγάλη ευθύνη που αναλογεί στο μισό δισεκατομμύριο πληθυσμού που θα κατοικεί στην ΕΕ μετά το 2007.

Τα 500 αυτά εκατομμύρια άτομα δεν θα αρκεστούν σε λιγότερη ασφάλεια από αυτή που διαθέτουν οι πολίτες της σημερινής Κοινότητας των 15. Επιθυμούν να έχουν την ίδια με τα σημερινά μέλη προστασία από το οργανωμένο έγκλημα και τη διεθνή τρομοκρατία. Επιζητούν εξάλλου τα πλεονεκτήματα που τους οδήγησαν να επιλέξουν την ΕΕ ως το πολιτικό τους καταφύγιο: τη σταθερότητα, την ευημερία, την αλληλεγγύη, τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Για να παρακολουθήσουμε τους ρυθμούς του μεταβαλλόμενου αυτού κόσμου και να επωμισθούμε τις αυξανόμενες συνολικές μας ευθύνες, εμείς, ως Ένωση, πρέπει να λάβουμε τα απαιτούμενα μέτρα. Εάν θέλουμε να ικανοποιήσουμε τις αυξανόμενες προσδοκίες και ελπίδες των τρίτων χωρών και των λαών της Ευρώπης πρέπει να αναδειχτούμε σε ένα πραγματικό «παίκτη» στη διεθνή σκηνή, πράγμα που μόλις σήμερα αρχίζουμε να το επιτυγχάνουμε.

Tα Βαλκάνια, το Αφγανιστάν και η Μέση Ανατολή αποτελούν τρία μόνο παραδείγματα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η παγκόσμια κοινότητα. Η ΕΕ πρέπει να διαδραματίσει το ρόλο της στην αντιμετώπισή τους.

Η εξωτερική πολιτική της ΕΕ πρέπει να ενεργοποιηθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Πρέπει να διατυπώνεται με μια φωνή και να αποκτήσει όλα τα απαιτούμενα μέσα. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να διασφαλίσουμε μακροπρόθεσμα την ασφάλειά μας;

Η Επιτροπή υπέβαλε πρόσφατα τη δεύτερη ανακοίνωσή της στη Συνέλευση. Διατυπώσαμε αναλυτικές προτάσεις για την μεταρρύθμιση της δομής της ΕΕ προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι θα συνεχίσει να λειτουργεί ικανοποιητικά. Λάβαμε θέση υπέρ μιας ισχυρής Επιτροπής η οποία, δεδομένου ότι αποτελεί το θεματοφύλακα των συμφερόντων της Κοινότητας, θα ενισχύσει την Ένωση.

Η κοινοτική μέθοδος θα είναι πολύτιμη και στον τομέα των διεθνών σχέσεων, επιτρέποντάς μας να συνάψουμε ειδικές ρυθμίσεις και να επιτύχουμε ad hoc λύσεις.

Υπολείπονται να γίνουν πολλά ακόμη, εάν η ΕΕ επιθυμεί να συμβάλει αποτελεσματικά στη διεθνή ασφάλεια.

Στη συνέχεια, θα ήθελα να αναφερθώ εκτενέστερα στο κεντρικό θέμα της ημερήσιας διάταξης της διάσκεψης: στη σταθερότητα. Η διαρκής και βιώσιμη σταθερότητα στην περιοχή αυτή του κόσμου που ονομάζεται Ευρώπη αποτελεί το κορυφαίο επίτευγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στον τομέα αυτό διακρινόμαστε ιδιαίτερα.

Προωθούμε τη σταθερότητα και πέρα από τα σύνορα των σημερινών υποψήφιων χωρών οι οποίες μοιράζονται ήδη μαζί μας την ευημερία μας. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η εν λόγω επιτυχία δημιουργεί θεμιτές προσδοκίες στους μελλοντικούς γείτονες της ΕΕ ότι θα καρπωθούν με τη σειρά τους οφέλη από τη σημερινή διεύρυνση.

Είναι αρκετά σαφώς καθορισμένη η πολιτική μας έναντι των εν λόγω γειτονικών χωρών προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι προκλήσεις που ανακύπτουν από τη διεύρυνση; Θα ήθελα να επιμείνω στο θέμα αυτό, διότι πιστεύω ότι δεν έχουμε ακόμη καταπιαστεί ενεργά με το εν λόγω πρόβλημα. Σήμερα θα αναφερθώ στην ανάγκη για μια νέα πολιτική προοπτική στις σχέσεις μας με τους νότιους και ανατολικούς γείτονές μας με στόχο να τους δοθούν κίνητρα, να αποκτήσουν νέα δυναμική οι υφιστάμενες διαδικασίες και να αναπτυχθεί μια ανοικτή και εξελισσόμενη εταιρική σχέση. Αυτή είναι η πολιτική καλής γειτονίας, μια πολιτική που βασίζεται σε αμοιβαία οφέλη και υποχρεώσεις και η οποία συμβάλλει ουσιαστικά στη γενική διακυβέρνηση της ΕΕ.

Θα ήθελα να τονίσω και πάλι ότι η σημερινή διεύρυνση αποτελεί την μεγαλύτερη δυνατή συνεισφορά της ΕΕ στη βιώσιμη σταθερότητα και ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου. Πρόκειται για έναν από τους πλέον επιτυχείς και εντυπωσιακούς πολιτικούς μετασχηματισμούς του 20ού αιώνα και όλα αυτά έχουν επιτευχθεί μέσα σε μια μόνο δεκαετία.

Το επίτευγμα αυτό αποτελεί καρπό της απόφασης που λήφθηκε από την ΕΕ το 1993, και των θαρραλέων προσπαθειών που κατέβαλαν από τότε οι υποψήφιες χώρες και η Ένωση. Η αρχική απόφαση έδωσε στις εν λόγω χώρες ελπίδα για το μέλλον.

Χάρη στο στόχο της ένταξης, οι κυβερνήσεις των εν λόγω χωρών μπόρεσαν να εφαρμόσουν τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Η προοπτική αυτή στήριξε τις προσπάθειες των μεταρρυθμιστών προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις εθνικιστικές αντιστάσεις και τους φόβους για αλλαγή και εκσυγχρονισμό.

Είναι παράξενο πράγμα η ελπίδα. Συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αξιοπιστία ή την εμπιστοσύνη που έχουν οι άνθρωποι σε κάποιον. Είναι καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε άτομα ή γεγονότα. Πώς οραματίζεται μια χώρα το μέλλον της όταν στερείται οράματος ή εμπιστοσύνης; Η ελπίδα δείχνει την πορεία και έτσι εμπνέει εμπιστοσύνη. Το μέλλον όμως πρέπει να είναι ελκυστικό για να εμπνέει εμπιστοσύνη.

Η ΕΕ αισθάνεται βέβαιη ότι θα παραμείνει πόλος προσέλκυσης για τους γείτονές της. Για πολλές από τις χώρες της μελλοντικής μας «γειτονιάς» η ΕΕ αποτελεί την μόνη προοπτική. Η Ένωση έχει αναλάβει ήδη επίσημη δέσμευση έναντι πολλών από τις χώρες αυτές.

Η ενσωμάτωση των Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ολοκληρώσει την ενοποίηση της ηπείρου και εμείς έχουμε προσφέρει στις χώρες αυτές την εν λόγω προοπτική. Παρόλο που απομένει να γίνει ακόμη πολύς δρόμος, τα Βαλκάνια ανήκουν στην Ευρώπη. Η διαδικασία ενσωμάτωσής τους θα αποτελέσει ένα είδος γέφυρας μεταξύ της διεύρυνσης και της πολιτικής καλής γειτονίας.

Η κάθε διεύρυνση μας φέρνει καινούργιους γείτονες. Στο παρελθόν πολλοί από τους γείτονες αυτούς υπέβαλαν τελικά και οι ίδιοι υποψηφιότητα για προσχώρηση.

Δεν αρνούμαι ότι η διαδικασία αυτή εξελίχθηκε πολύ ικανοποιητικά. Δεν μπορούμε όμως να συνεχίσουμε δια παντός να επεκτείνουμε το χώρο αυτό ασφάλειας, σταθερότητας και ευημερίας αποκλειστικά μέσω της διεύρυνσης. Δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε το πολιτικό όραμα της Ευρώπης και να μετατρέψουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια απλή ζώνη ελευθέρων συναλλαγών με ηπειρωτική διάσταση.

Πρέπει να διεξάγουμε στην Ευρώπη διάλογο για να αποφασίσουμε μέχρι πού φθάνουν τα σύνορά της και να εμποδίσουμε τη διαφορετική χάραξή τους. Πρέπει ακόμη να δεχθούμε ότι σήμερα δεν θα μπορούσαμε να πείσουμε τους πολίτες μας ότι είναι ανάγκη τα σύνορα της ΕΕ να επεκταθούν ακόμη περισσότερο προς ανατολάς.

Είναι θέμα υπευθυνότητας: πρέπει να χαράξουμε ένα σχέδιο για τη μελλοντική δράση προκειμένου να αντιμετωπισθεί ένα πρόβλημα που προκύπτει άμεσα από την επιτυχία της διεύρυνσης.

Τι έχουμε να προσφέρουμε στους νέους γείτονές μας στο προσεχές μέλλον; Τι προοπτικές μπορούμε να τους παράσχουμε; Πού τελειώνει η Ευρώπη; Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία πρέπει να δώσουμε απάντηση. Το ευρωπαϊκό κοινό ζητεί να διεξαχθεί ένας τέτοιος διάλογος. Ο διάλογος αυτός είμαι βέβαιος ότι θα αναθερμανθεί μετά την προσχώρηση των νέων μελών, γι' αυτό είναι καθήκον μας να αρχίσουμε να ψάχνουμε για απαντήσεις.

Θα ήθελα να είμαι απολύτως σαφής επί του σημείου αυτού: το άρθρο 49 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι κάθε ευρωπαϊκό κράτος το οποίο σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης μπορεί να ζητήσει να γίνει μέλος της.

Συνεπώς όποια και αν είναι η πολιτική καλής γειτονίας που ακολουθούμε σήμερα ή στο μέλλον, δεν μπορούμε να αρνηθούμε αυτή την προοπτική σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος που πληροί τα κριτήρια που θέσαμε στην Κοπεγχάγη, το 1993.

Για να μη μείνουν ωστόσο αμφιβολίες θα ήθελα να αναφέρω το εξής. Το γεγονός ότι παρέχεται μια τέτοια προοπτική σε μια χώρα δεν σημαίνει ότι δίνεται υπόσχεση στη χώρα αυτή ότι θα προσχωρήσει οπωσδήποτε.

Η προσχώρηση δεν είναι κλειστή υπόθεση. Θυμηθείτε ότι από την προσχώρηση δεν επωφελούνται μόνο τα παρόντα και τα μελλοντικά μέλη, θα ωφεληθούν και οι μελλοντικοί γείτονες.

Η γειτνίαση με την ΕΕ σημαίνει καλύτερες ευκαιρίες στις αγορές σε ένα πιο σταθερό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Σε πολλές περιπτώσεις για παράδειγμα, οι μελλοντικοί δασμοί θα είναι χαμηλότεροι από εκείνους που ισχύουν σήμερα για τις υποψήφιες χώρες.

Όμως η διεύρυνση θα δημιουργήσει και νέες προκλήσεις για τους γείτονές μας. Η αναδιάρθρωση των υφιστάμενων αγορών μπορεί να επιφέρει προβλήματα. Πρέπει να βρούμε λύσεις που μας επιτρέπουν να μοιραστούμε τα πλεονεκτήματα της διεύρυνσης με τους γείτονές μας. Αυτό απαιτεί μια συνολική προσέγγιση των γειτόνων μας.

Η γεωγραφική συνισταμένη της προσέγγισης αυτής είναι κυριολεκτικά η γειτονιά μας. Περιλαμβάνει τους μελλοντικούς γείτονές μας προς ανατολάς και όλη την περιοχή της Μεσογείου, όπως εξήγησα πρόσφατα στη Louvain στην ομιλία μου με θέμα «Ευρώπη και Μεσόγειος - ώρα για δράση».

Θα ήθελα να δημιουργηθεί ένας «φιλικός δακτύλιος» γύρω από την Ένωση και τους εγγύτερους γείτονές της, από το Μαρόκο έως τη Ρωσία και τη Μαύρη Θάλασσα.

Αυτός ο κύκλος φιλικών χωρών θα είναι ένα ετερόκλητο πλήθος. Η ποιότητα των σχέσεών μας με τις χώρες αυτές θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιδόσεις τους και την εκατέρωθεν πολιτική βούληση. Φυσικά, η γεωγραφία θα παίξει επίσης κάποιο ρόλο.

Αποτελεί ευθύνη της Επιτροπής να επινοήσει έναν τρόπο για τη βελτίωση των σχέσεων με όλες τις χώρες αυτές.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω το μοντέλο που θα πρέπει να ακολουθήσουμε. Παραδέχομαι ότι πολλά από τα στοιχεία που έχω κατά νου προέρχονται από τη διαδικασία διεύρυνσης. Αυτό που με εντυπωσίασε στη διαδικασία αυτή είναι ότι η προοπτική και μόνο της ένταξης έχει αποφέρει οφέλη στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Μια χώρα μπορεί να βελτιώσει το κλίμα για τις άμεσες επενδύσεις χωρίς να είναι μέλος της ΕΕ· μπορεί να έχει περιορισμένη ή ακόμη και απεριόριστη πρόσβαση στην αγορά χωρίς να είναι μέλος· μπορεί να ελέγχει αυστηρότερα τον προϋπολογισμό της και να τονώσει την οικονομική της ανάπτυξη χωρίς να είναι μέλος.

Αλλά -- και αυτό είναι ένα σημαντικό αλλά -- μπορεί να αποκομίσει τα εν λόγω οφέλη μόνο εφόσον και όταν η διαδικασία διαρθρωθεί σωστά. Όταν οι στόχοι καθοριστούν επακριβώς και το πλαίσιο είναι νομικά και πολιτικά δεσμευτικό. Και μόνο εφόσον οι δύο πλευρές είναι σαφείς όσον αφορά τα αμοιβαία πλεονεκτήματα και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις.

Ο στόχος της ένταξης είναι σίγουρα το πλέον ισχυρό κίνητρο για μεταρρύθμιση που μπορούμε να φανταστούμε. Αλλά γιατί να μην έχει κάποιο αποτέλεσμα και ένας λιγότερο φιλόδοξος στόχος; Η ιδέα της καλής γειτονίας, εφόσον το περιεχόμενό της είναι ουσιαστικό και εφαρμόσιμο, θα είχε επίσης θετικό αποτέλεσμα.

Τα υπάρχοντα και εύρυθμα λειτουργούντα μέσα της πολιτικής της ΕΕ όσον αφορά τους γείτονές της αποτελούν τις βάσεις για οποιαδήποτε νέα προσέγγιση. Θα πρέπει να είμαστε σε θέση να συνδυάσουμε την πρόταση με ποικίλες υπάρχουσες συμφωνίες εταιρικής σχέσης, συνεργασίας, ένωσης και σταθερότητας. Αλλά θα πρέπει επίσης να αξιοποιήσουμε καλύτερα το δυναμικό τους οικοδομώντας σε αυτή τη βάση. Είμαι πεπεισμένος ότι χρειαζόμαστε μία νέα πολιτική ώθηση για να αξιοποιήσουμε πλήρως τα εν λόγω μέσα.

Ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο ερώτημα : ποια πολιτική προοπτική θα επέκτεινε με τον καλύτερο τρόπο τα γεωγραφικά όρια της σταθερότητας χωρίς να διευρυνθεί άμεσα η Ένωση. Αυτό είναι κάτι που θα ωφελούσε τόσο τους γείτονές μας όσο και την ίδια την Ένωση από άποψη σταθερότητας, ασφάλειας ή ευημερίας.

Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να προσφέρουμε κάτι περισσότερο από μία σχέση εταίρου και κάτι λιγότερο από μία σχέση μέλους, χωρίς να απορρίπτουμε κατηγορηματικά τη δεύτερη δυνατότητα. Ποια θα ήταν λοιπόν τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής καλής γειτονίας για τους παλιούς και τους νέους γείτονές μας;

  • Μια πολιτική γειτονίας πρέπει να είναι ελκυστική· πρέπει να προσφέρει νέες προοπτικές και να δημιουργεί ένα ανοικτό και δυναμικό πλαίσιο. Όταν μία χώρα πρόκειται να τροποποιήσει ριζικά την οικονομία και την κοινωνία της, είναι φυσικό να επιθυμεί να μάθει ποια θα είναι η ανταμοιβή της.

  • Μια πολιτική γειτονίας πρέπει να προσφέρει κίνητρα στους εταίρους μας ώστε να συνεργάζονται στενότερα με την ΕΕ. Όσο στενότερη η συνεργασία τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα για την ΕΕ και τους γείτονές της από άποψη σταθερότητας, ασφάλειας και ευημερίας, και τόσο μεγαλύτερα τα αμοιβαία οφέλη.

  • Μια πολιτική γειτονίας πρέπει να είναι δυναμική και να βασίζεται σε διαδικασίες. Για το λόγο αυτό πρέπει να οικοδομηθεί σε μία διαρθρωμένη και σταδιακή προσέγγιση. Η πρόοδος είναι δυνατή μόνο εφόσον στηρίζεται σε αμοιβαίες υποχρεώσεις και στην ικανότητα κάθε εταίρου να εκπληρώνει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε.

  • Χρειαζόμαστε σημεία αναφοράς ώστε να είναι σαφές τι προσδοκούμε από τους γείτονές μας πριν προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως ακόμη και να θεσπίσουμε κάποιου είδους "κριτήρια καλής γειτονίας της Κοπεγχάγης". Πρόοδος δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν οι ενδιαφερόμενες χώρες δεν λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να υιοθετήσουν το σχετικό κεκτημένο. Τα οφέλη θα γίνουν αμέσως αισθητά. Το ίδιο και η έλλειψη προόδου.

  • Μία πολιτική καλής γειτονίας δεν θα πρέπει να ξεκινά με την υπόσχεση ένταξης και δεν θα πρέπει να αποκλείει το ενδεχόμενο ένταξης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν θα πρέπει να δοθεί μία θετική ή μία αρνητική απάντηση σε μία χώρα που υποβάλει αίτηση ένταξης σε πολύ πρώιμο στάδιο. Μεταξύ μίας αρνητικής απάντησης σήμερα και μίας θετικής στο μακρινό μέλλον υπάρχουν πολλά περιθώρια για να δημιουργηθεί ένας ενάρετος κύκλος, ένα σενάριο μόνο με κερδισμένους.

Μπορώ να φανταστώ ποιο είναι το πρώτο ερώτημα που έρχεται στο νου σας: τι το ελκυστικό έχει αυτή η προσφορά; Ποια είναι η ουσία; Η απάντηση είναι απλή. Αλλά για να γίνει πράξη χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια.

Στην ιδέα αυτή έχω ήδη αναφερθεί σε άλλες περιπτώσεις και την περιέγραψα ως "μοιράζομαι τα πάντα με την Ένωση εκτός από τα θεσμικά όργανα". Ο σκοπός είναι να επεκταθεί στην εν λόγω γειτονική περιοχή η εφαρμογή μιας σειράς αρχών, αξιών και προτύπων που αποτελούν την ουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το κύριο στοιχείο της πρότασης αυτής είναι μια κοινή αγορά που θα περιλαμβάνει την ΕΕ και τους εταίρους της θα προσφέρει ενιαία αγορά, ελεύθερο εμπόριο, ανοιχτό καθεστώς επενδύσεων, προσέγγιση της νομοθεσίας, διασύνδεση δικτύων και τη χρήση του ευρώ ως αποθεματικού νομίσματος και νομίσματος αναφοράς στις διμερείς συναλλαγές.

Δεδομένου ότι η Ένωση δεν είναι μόνο μία κοινή αγορά, υπάρχουν και άλλες πτυχές της που θα πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν:

  • Εάν έχουμε κοινούς στόχους, πρέπει επίσης να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε κοινές απειλές, όπως το έγκλημα, την τρομοκρατία, την παράνομη μετανάστευση και τις περιβαλλοντικές προκλήσεις.

  • Πρέπει να αναλάβουμε κοινή δράση προκειμένου να σταματήσουμε τις τοπικές διαμάχες στην ήπειρό μας. Πρέπει να μεριμνήσουμε ώστε τα κοινά μας σύνορα να μην αποτελούν φραγμό στις πολιτιστικές ανταλλαγές ούτε στην περιφερειακή συνεργασία σε μία περίοδο που δεν είναι δυνατή η απόλυτα ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων και εργατικού δυναμικού.

Επιτρέψτε μου να επανέλθω στο ερώτημα εάν χρειαζόμαστε νέα μέσα ή νέες δομές που θα δημιουργήσουν αυτή τη νέα πολιτική ώθηση. Συνήθως είμαι πολύ επιφυλακτικός όταν πρόκειται για τη δημιουργία νέων δομών εάν οι επιδιωκόμενοι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν με τις ήδη υπάρχουσες.

Η ιδέα του "Μοιράζομαι τα πάντα εκτός από τα θεσμικά όργανα" ισχύει για τα υπάρχοντα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα να δημιουργηθούν νέες δομές με τους γείτονές μας σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν παραστεί ανάγκη.

Έχω κατά νου νεωτεριστικές έννοιες όπως θεσμικά όργανα τα οποία θα ανήκουν από κοινού στους εταίρους: θα αναφέρω ως παράδειγμα την Ευρωπαϊκή - Μεσογειακή Τράπεζα και το Ίδρυμα για το Διάλογο μεταξύ Πολιτισμών· και τα δύο αυτά όργανα δημιουργήθηκαν ως μέσα για να ενισχύσουν και όχι για να υποκαταστήσουν μια υπάρχουσα διαδικασία.

Θα επιθυμούσα επίσης να αρχίσει ένας νέος πολιτικός διάλογος βάσει των "κοινών αρχών και αξιών", χρησιμοποιώντας πλήρως όλο το δυναμικό που προσφέρουν οι κοινές εξωτερικές πολιτικές μας.

Αναφέρω, ενδεικτικά, πολιτικές για το περιβάλλον, τις μεταφορές, την έρευνα, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Νέες μορφές βοήθειας και συνεργασίας βάσει του μοντέλου κοινωνικής συνοχής ή νέα κοινά μέτρα για την αντιμετώπιση προβλημάτων που όλοι αντιμετωπίζουμε στα σύνορά μας.

Θα επιχειρήσω τώρα να εξηγήσω με ποιόν τρόπο θα πρέπει να ερμηνεύεται η ιδέα του μοιράζομαι τα πάντα εκτός από τα θεσμικά όργανα: το παράδειγμα που έχω κατά νου είναι η πρόταση που υπέβαλα στη Ρωσία:

Ένας Κοινός Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος θα μπορούσε να αποτελέσει το πλαίσιο στο οποίο θα μπορούσαμε τελικά να μοιραστούμε τα πάντα εκτός από τα θεσμικά όργανα. Είναι προφανές ότι ο χώρος αυτός δεν μπορεί να οικοδομηθεί σε μία ημέρα. Κάθε εταίρος θα χρειαστεί να εξετάσει εάν έχει την ετοιμότητα και την ικανότητα να υιοθετήσει τα πρότυπα και τα νομοθετικά μοντέλα μας. Ωστόσο, αυτή είναι μόνο μία πρώτη, δοκιμαστική προσπάθεια για να δημιουργήσουμε κάτι νέο, το οποίο μπορούμε να μοιραστούμε με τους γείτονές μας για το κοινό μας όφελος.

Μία Ευρωπαϊκή-Ρωσική Ομάδα Υψηλού Επιπέδου διερευνά τη δυνατότητα δημιουργίας των συστατικών στοιχείων αυτού του Κοινού Οικονομικού Χώρου όπως για παράδειγμα πρότυπα, τελωνεία, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, μεταφορές, βιομηχανία και τηλεπικοινωνίες.

Και μπορούμε να αναφέρουμε ένα παράδειγμα λειτουργούντος οικονομικού χώρου που διαθέτει αυτά τα στοιχεία και ακόμη περισσότερα.

Ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος, που βασίζεται στη συμφωνία ΕΟΧ, συνενώνει τις χώρες ΕΖΕΣ και την Ευρωπαϊκή Ένωση στο ίδιο οικοδόμημα: μοιραζόμαστε μία ενιαία αγορά, η οποία διέπεται από το ίδιο κοινοτικό κεκτημένο. Η ενιαία αγορά προϋποθέτει τέσσερις ελευθερίες: την ελεύθερη κυκλοφορία ατόμων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Εάν μία χώρα έχει επιτύχει το επίπεδο αυτό, έχει πλησιάσει την ΕΕ όσο είναι δυνατόν χωρίς να αποτελεί μέλος της.

Γνωρίζω ότι πολλές χώρες ενδέχεται να χρειαστούν δεκαετίες για να φθάσουν στο σημείο αυτό. Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο γι' αυτές να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και να λάβουν τα σωστά μέτρα διότι θα πρέπει να επιτύχουν ένα στόχο. Είναι ακόμα σαφές ότι η διαδικασία αυτή θα προσέφερε αμοιβαία οφέλη, και κατά συνέπεια αμοιβαία κίνητρα, τόσο για την Ένωσή όσο και για τους γείτονές της.

Το μοντέλο ΕΟΧ δεν προϋποθέτει την ένταξη ως στόχο. Ωστόσο, όπως αποδεικνύει η ιστορία, η ιδιότητα μέλους του ΕΟΧ δεν αποκλείει την ένταξη στην ΕΕ σε μεταγενέστερο στάδιο. Θεωρώ ότι αυτό αποτελεί ιδιαίτερα ελκυστική προοπτική.

Φυσικά, η κατάσταση χωρών όπως η Ουκρανία, η Μολδαβία και η Λευκορωσία διαφέρει εντελώς από αυτήν της Νορβηγίας για παράδειγμα. Ωστόσο, θα πρέπει να προσφέρουμε στις εν λόγω χώρες έναν εύλογο βαθμό γειτονίας που καθορίζει το θέμα της μελλοντικής ένταξης εκ των προτέρων. Όντως, δεδομένου ότι η κατάστασή τους είναι πολύ διαφορετική και ότι θα χρειασθούν πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να φθάσουν σε ένα συγκεκριμένο στάδιο, αξίζει τον κόπο να διδαχθούμε από τον τρόπο δημιουργίας του ΕΟΧ και, στη συνέχεια, να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία αυτή ως μοντέλο για να συνάψουμε ολοκληρωμένες σχέσεις με τις γείτονές μας.

Θεωρώ ότι χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο για να αναπτύξουμε την ιδέα αυτή. Το Φεβρουάριο του 2000 οι σχέσεις με τους γείτονές μας χαρακτηρίστηκαν ως στρατηγικός στόχος της παρούσας Επιτροπής. Καθήκον της Επιτροπής είναι να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία αυτή για την εξεύρεση μιας σφαιρικής λύσης όσον αφορά το θέμα των σχέσεων της Ένωσης με τους γείτονές της.

Όσα περισσότερα μοιραζόμαστε, τόσο δυσκολότερο θα είναι να διαιρεθούμε. Αυτό αφορά αξίες, πεποιθήσεις, τρόπο ζωής, εμπορικές συναλλαγές, αγορές, κανόνες, νόμους, ανάγκες και ιδέες. Μολονότι, μόνο άτομα μπορούν να μοιραστούν πολλά από αυτά, υπάρχουν και πολλά, και μάλιστα σημαντικά, τα οποία μπορεί να προσφέρει μία Ένωση η οποία έχει συνείδηση της ευθύνης της έναντι των γειτόνων της.

Αυτό εννοώ με την ιδέα του "Μοιράζομαι τα πάντα εκτός από τα θεσμικά όργανα." Σ' αυτή την ευρύτερη Ευρώπη δεν μπορούμε να περιορίζουμε τη δράση μας σε διμερείς πρωτοβουλίες ad hoc. Δεν μπορούμε απλά να αγνοήσουμε τι συμβαίνει εκτός των συνόρων μας· αλλά, ούτε μπορούμε να λύσουμε προβλήματα με τους νέους γείτονές μας δεχόμενοι απλώς την ένταξή τους στην Ένωση.

Είμαστε ανεκτικοί και ανοιχτοί στο διάλογο, στη συνύπαρξη και στη συνεργασία. Θα πρέπει να αναλάβουμε το ρόλο μας στη διεθνή σκηνή. Η ανάπτυξη μιας ουσιαστικής πολιτικής καλής γειτονίας θα πρέπει να αποτελέσει ένα από τα πρώτα βήματα.

Χρειαζόμαστε μία νέα και ολοκληρωμένη περιφερειακή προσέγγιση η οποία θα συμβάλει στη διατήρηση και στην προώθηση της ειρήνης, θα καλλιεργήσει τη σταθερότητα και την ασφάλεια σε όλη την ήπειρο και τελικά θα συμβάλει στην καλύτερη παγκόσμια διακυβέρνηση.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.


Side Bar