Navigation path

Left navigation

Additional tools

Ενημέρωση – Η τραπεζική ένωση

European Commission - MEMO/12/478   22/06/2012

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI CS ET HU LT LV MT PL SK SL BG RO

European Commission

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Βρυξέλλες, 22 Ιουνίου 2012

Ενημέρωση – Η τραπεζική ένωση

Η Επιτροπή πιστεύει ότι είναι επιβεβλημένη μια σαφής μακροπρόθεσμη προοπτική για το μέλλον της οικονομικής και νομισματικής ένωσης της ΕΕ προκειμένου να δοθεί η αίσθηση συγκεκριμένης κατεύθυνσης των μεταρρυθμίσεων και των αποφάσεων που είναι αναγκαίες ώστε η ΕΕ και τα κράτη μέλη της να αντιμετωπίσουν τις τρέχουσες προκλήσεις.

Συνεπώς, η Επιτροπή ασκεί πιέσεις για βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση ως μία από τις απαντήσεις στην τρέχουσα κρίση. Το νέο αυτό βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα συμπληρώσει τη νομισματική μας ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή προτείνει την έννοια της τραπεζικής ένωσης.

Η ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση δεν αποτελεί, ακόμη, ένα νέο νομικό μέσο. Είναι ένα πολιτικό όραμα για περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το οποίο θα στηρίζεται σε πρόσφατες μείζονες εξελίξεις που στόχο έχουν την ενίσχυση της ρύθμισης του τραπεζικού τομέα και ακόμη παραπέρα.

Την έννοια της τραπεζικής ένωσης εισηγήθηκε ο πρόεδρος Μπαρόζο στο τελευταίο άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαΐου. Έχει προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου από την εν λόγω σύνοδο και μετά, και τοποθετείται μεταξύ των προτεραιοτήτων της ατζέντας της επόμενης ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής.

Τα πλήρη οφέλη που παρέχουν η εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και η δημιουργία της τραπεζικής ένωσης θα μπορούν πάντως να προκύψουν μόνο μέσα από την ανάπτυξη της δημοσιονομικής ένωσης.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα παρουσιάσει έκθεση σε στενή συνεργασία με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον πρόεδρο της Ευρωομάδας και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο προσεχές Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (28-29 Ιουνίου). Στο πλαίσιο της εκπόνησης της εν λόγω έκθεσης, θα συζητηθούν εκτενώς τόσο τα κύρια δομικά στοιχεία που οδηγούν σε μια βαθύτερη οικονομική και νομισματική ολοκλήρωση, περιλαμβανομένης της τραπεζικής και της δημοσιονομικής ένωσης, όσο και οι μέθοδοι εργασίας.

Άπαξ το συγκεκριμένο όραμα συμφωνηθεί σε πολιτικό επίπεδο, η Επιτροπή θα προτείνει τα αναγκαία μέτρα για την υλοποίηση του νέου αυτού στόχου πολιτικής. Η Επιτροπή μπορεί να είναι σε θέση να υποβάλει προτάσεις ήδη το φθινόπωρο του 2012. Ζητεί επίσης από το Συμβούλιο και το ΕΚ να επιταχύνουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων επί βασικών νομοθετημάτων που έχουν ήδη δρομολογηθεί.

1. Ρύθμιση του τραπεζικού τομέα της ΕΕ: τι έχουμε επιτύχει;

Από την έναρξη της κρίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημοσιεύσει περί τις 30 προτάσεις για την ενίσχυση της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την τόνωση της πραγματικής οικονομίας. Τούτο συνιστά στέρεα βάση για περαιτέρω πρόοδο προς τη δημιουργία μιας τραπεζικής ένωσης. Η Επιτροπή έχει επίσης συνεισφέρει στην ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στον τραπεζικό τομέα μέσα από την πολιτική για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων και τα διάφορα προγράμματα σταθερότητας και προσαρμογής.

Η Επιτροπή ανέλαβε τις εξής δράσεις:

1.1 Μέτρα που δίνουν τη δυνατότητα μιας πιο ολοκληρωμένης τραπεζικής εποπτείας:

  • Τρεις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές (ΕΕΑ) συστάθηκαν την 1η Ιανουαρίου 2011 με στόχο την εισαγωγή μιας εποπτικής αρχιτεκτονικής:

  • η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) με αντικείμενο την εποπτεία των τραπεζών, περιλαμβανομένης της εποπτείας της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών,

  • η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) με αντικείμενο την εποπτεία των κεφαλαιαγορών

  • και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) με αντικείμενο την εποπτεία των ασφαλίσεων.

Οι 27 εθνικές εποπτικές αρχές εκπροσωπούνται και στις τρεις εποπτικές αρχές. Ο ρόλος τους είναι να συνεισφέρουν στην εκπόνηση ενός ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών υποθέσεων στην Ευρώπη, να επιλύουν προβλήματα διασυνοριακής υφής, να προλαμβάνουν τη συσσώρευση κινδύνων, καθώς και να βοηθούν στην αποκατάσταση της πίστης. Έκαστη ΕΕΑ έχει συγκεκριμένους ρόλους: η ΕΑΚΑΑ, λόγου χάρη, είναι η ευρωπαϊκή αρχή εποπτείας των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, ενώ η ΕΑΤ και η ΕΑΑΕΣ διενεργούν προσομοιώσεις αντίξοων καταστάσεων (stress tests) στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητάς τους. Επίσης, η ΕΑΤ επόπτευσε την υπό εξέλιξη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της ΕΕ. Η ΕΑΚΑΑ δύναται να απαγορεύει προϊόντα τα οποία απειλούν τη σταθερότητα του συνολικού χρηματοπιστωτικού συστήματος σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης.

Επιπλέον, στην ευρωπαϊκή επιτροπή συστημικών κινδύνων (ESRB) έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος στους κόλπους της Ένωσης.

Το νέο αυτό πλαίσιο εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει τεθεί σε λειτουργία από το Νοέμβριο του 2010.

Η ΕΑΤ επιτελεί με επιτυχία το έργο της και καθιερώθηκε σύντομα ως ένας αξιόπιστος νέος θεσμός. Τα πλεονεκτήματά της πρέπει να κριθούν στο πλαίσιο των περιορισμών των κανόνων που έχουν συμφωνηθεί από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επί του παρόντος, οι εθνικές εποπτικές αρχές διαθέτουν τις περισσότερες εξουσίες εποπτείας των τραπεζών, με την ΕΑΤ να διαδραματίζει συντονιστικό ρόλο. Όσον αφορά το μέλλον όμως, είναι σαφές ότι υπάρχει ανάγκη για ανάπτυξη εξουσιών άμεσης εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, ανατρέξτε στο MEMO/10/434.

1.2 Ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος με:

Τη διασφάλιση καλύτερης κεφαλαιοποίησης:

Τα τραπεζικά ιδρύματα εισήλθαν σε περίοδο κρίσης διαθέτοντας κεφάλαιο ανεπαρκές τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα, γεγονός που οδήγησε σε πρωτόγνωρη στήριξη από τις εθνικές αρχές. Με την πρόταση για την κεφαλαιοποίηση των τραπεζών («CRD IV») που υπέβαλε τον περασμένο Ιούλιο, η Επιτροπή δρομολόγησε τη διαδικασία εφαρμογής, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, των νέων παγκόσμιων προτύπων για το τραπεζικό κεφάλαιο που συμφωνήθηκαν σε επίπεδο G20 (τα οποία είναι ευρύτερα γνωστά ως συμφωνία Βασιλεία III). Η Ευρώπη διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον τομέα αυτό, εφαρμόζοντας τους εν λόγω κανόνες σε περισσότερες από 8.000 τράπεζες, αριθμός που αντιστοιχεί στο 53% των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων. Οι προτάσεις της Επιτροπής τελούν υπό συζήτηση από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή αναμένει ότι σύντομα θα επιτευχθεί συμφωνία.

Η Επιτροπή επιθυμεί επίσης να θεσπίσει ένα κυβερνητικό πλαίσιο παρέχοντας στις εθνικές εποπτικές αρχές νέες εξουσίες, έτσι ώστε να παρακολουθούν στενότερα τις τράπεζες και να αναλαμβάνουν δράσεις μέσα από δυνητικές κυρώσεις όποτε διαπιστώνουν κινδύνους, παραδείγματος χάρη να περιορίζουν τις πιστώσεις στις περιπτώσεις που φαίνεται ότι λαμβάνουν διαστάσεις φούσκας. Οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές θα παρεμβαίνουν σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν, λόγου χάρη, ανακύπτουν διαφωνίες μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών σε διασυνοριακές υποθέσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα της ΕΕ για την κεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ανατρέξτε στο IP/11/915.

Τη διευκόλυνση της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού τομέα:

Οι απαιτήσεις πολιτικής που απευθύνονται προς τα κράτη μέλη τα οποία έλαβαν διεθνή χρηματοδοτική ενίσχυση περιλαμβάνουν εκτενείς προϋποθέσειςαπευθυνόμενες στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, τα απαιτούμενα μέτρα πολιτικής συνίστανται, αφενός, στην τακτική εκκαθάριση των μη βιώσιμων ιδρυμάτων και, αφετέρου, στην αναδιάρθρωση των βιώσιμων τραπεζών. Στις πρωτοβουλίες πολιτικής περιλαμβάνονται επίσης υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών, προσομοιώσεις αντίξοων καταστάσεων, στόχοι απομόχλευσης, καθώς και η βελτίωση των ρυθμιστικών και εποπτικών πλαισίων. Μολονότι τα εν λόγω μέτρα σταθεροποίησης δεν αφορούν αποκλειστικά χώρες του προγράμματος, είναι ευκολότερο να υλοποιηθούν στο πλαίσιο διεθνούς χρηματοδοτικής ενίσχυσης.

Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΜΧΣ) μπορεί να παρέχει δάνεια σε κράτη μέλη της ευρωζώνης που δεν εντάσσονται σε κάποιο πρόγραμμα, με συγκεκριμένο στόχο την ανακεφαλαιοποίηση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με την προσήκουσα επιβολή προϋποθέσεων, τόσο ανά ίδρυμα όσο και οριζοντίως, περιλαμβανομένης της διαρθρωτικής μεταρρύθμισης του εγχώριου χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η αναδιάρθρωση συγκεκριμένων τραπεζών υπό το πρόγραμμα προϋποθέτει την εξάρτηση της εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων για τις κρατικής ενισχύσεις από την τήρηση προϋποθέσεων.

Συγκεκριμένα παραδείγματα μέτρων που στοχεύουν στον τραπεζικό τομέα, τα οποία ελήφθησαν στο πλαίσιο προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής ή προγραμμάτων στήριξης του ισοζυγίου πληρωμών

Στην Ελλάδα, 50 δισεκατ. ευρώ αποδόθηκαν στο Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στην Πορτογαλία, 12 δισεκατ. ευρώ από το Μηχανισμό Στήριξης της Φερεγγυότητας των Τραπεζών έχουν προβλεφθεί σε ειδικό λογαριασμό στην κεντρική τράπεζα.

Όσον αφορά τις χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ οι οποίες έχουν γίνει αποδέκτες στήριξης του ισοζυγίου πληρωμών, το πρόγραμμα για τη Λετονία περιλάμβανε επίσης τραπεζική ενίσχυση ύψους 600 εκατ. ευρώ. Μολονότι οι εν λόγω χρηματοοικονομικοί πόροι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των διεθνών πακέτων χρηματοδοτικής ενίσχυσης, η μεγαλύτερη συνεισφορά του τελευταίου για τη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα προέρχεται από την τραπεζική αναδιάρθρωση που κατευθύνεται από το πρόγραμμα.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα ανατρέξτε στις εξής πηγές:

http://ec.europa.eu/economy_finance/eu_borrower/greek_loan_facility/index_en.htm

http://ec.europa.eu/economy_finance/eu_borrower/portugal/index_en.htm

http://ec.europa.eu/economy_finance/eu_borrower/balance_of_payments/latvia/latvia_en.htm

Την παροχή μεγαλύτερης προστασίας των τραπεζικών καταθέσεων:

Χάρη στην ενωσιακή νομοθεσία, οι τραπεζικές καταθέσεις σε οιοδήποτε κράτος μέλος είναι ήδη διασφαλισμένες έως το ποσό των 100.000 ευρώ ανά καταθέτη σε περίπτωση χρεοκοπίας μιας τράπεζας. Από πλευράς χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η εν λόγω εγγύηση αποτρέπει τις υπό καθεστώς πανικού αποσύρσεις καταθέσεων από τις τράπεζες, προλαμβάνοντας έτσι σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.

Τον Ιούλιο του 2010, η Επιτροπή πρότεινε να γίνουν περαιτέρω βήματα με την εναρμόνιση και την απλούστευση των προστατευμένων καταθέσεων, με ταχύτερες αποζημιώσεις και με βελτιωμένη χρηματοδότηση προγραμμάτων, κυρίως μέσα από την εκ των προτέρων χρηματοδότηση των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, όπως και έναν υποχρεωτικό μηχανισμό αμοιβαίου δανεισμού. Πίσω από αυτά είναι η ιδέα ότι σε περίπτωση που ένα εθνικό σύστημα εγγύησης των καταθέσεων φτάσει σε σημείο να εξαντληθεί, τότε μπορεί να δανειστεί από ένα άλλο εθνικό ταμείο. Τούτο θα αποτελεί το πρώτο βήμα προς ένα πανενωσιακό σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Η συγκεκριμένη πρόταση παραμένει υπό εξέταση από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο σε δεύτερη ανάγνωση. Η Επιτροπή καλεί τα εν λόγω νομοθετικά όργανα να επιταχύνουν τη σχετική διαδικασία συναπόφασης, διατηρώντας τον μηχανισμό αμοιβαίου δανεισμού.

Στο πλαίσιο της διαχείρισης της τραπεζικής κρίσης τα τελευταία χρόνια, οι εθνικές αρχές πολλές φορές δημιούργησαν μέσα από την προβληματική τράπεζα μια νέα δομή και μετέφεραν ορισμένες κρίσιμες λειτουργίες της οικείας τράπεζας στην εν λόγω δομή, όπως την εγγύηση των καταθέσεων. Με τους εν λόγω μηχανισμούς εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι οι καταθέτες δεν χάνουν ποτέ την πρόσβαση στους λογαριασμούς τους (λόγου χάρη, στην περίπτωση της Northern Rock, η τράπεζα χωρίστηκε σε ένα υγιές πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο περιείχε τις καταθέσεις και τα υγιή στεγαστικά δάνεια, και σε ένα προβληματικό ίδρυμα αρμόδιο για την εκκαθάριση των απομειωμένων δανείων).

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής για ένα ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, ανατρέξτε στο IP/10/918.

Τη διαβάθμιση του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων:

Με ποιον τρόπο ήλεγχε η Επιτροπή την κρατική ενίσχυση προς τις τράπεζες κατά τη διάρκεια της κρίσης;

Τη στιγμή που οι χρηματοοικονομικές αγορές βρίσκονταν στο χείλος της καταστροφής, η ενστικτώδης κίνηση ορισμένων αρμοδίων φορέων χάραξης πολιτικής ήταν να αφήσουν τους κοινούς κανόνες κατά μέρος και να δράσουν μονομερώς. Χωρίς κάποια μορφή πανευρωπαϊκού συντονισμού, ενδέχεται να βλέπαμε να εκτυλίσσεται ένας αγώνας παροχής επιδοτήσεων, μαζικές μεταφορές κεφαλαίου από τη μια χώρα σε άλλη, και πιθανόν το τέλος της εσωτερικής αγοράς όπως την γνωρίζουμε.

Χωρίς καθυστέρηση θέσαμε σε ισχύ ένα καθεστώς κρίσης. Το φθινόπωρο του 2008, η Επιτροπή αμέσως δημοσίευσε κατευθύνσεις, διευκρινίζοντας τους τρόπους με τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούσαν να συνδράμουν προβληματικές τράπεζες ή επιχειρήσεις σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις. Οι κατευθύνσεις αυτές βασίζονταν στο άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο επιτρέπει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων με σκοπό την αποκατάσταση σοβαρής διατάραξης της οικονομίας ενός κράτους μέλους.

Μια πρώτη ανακοίνωση, η οποία εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2008, καθόριζε τις βασικές αρχές για συστήματα στήριξης, όπως τον περιορισμό της στήριξης τόσο σε χρόνο όσο και σε πεδίο εφαρμογής, τη διασφάλιση του ότι η επιλεξιμότητα ενός συστήματος στήριξης δεν βασίζεται στην υπηκοότητα και την αποφυγή της πιθανότητας οι δικαιούχοι τράπεζες να προσελκύουν αθέμιτα νέες επιπρόσθετες επιχειρήσεις αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής στήριξης (βλ. IP/08/1495). Ένα καλό παράδειγμα είναι το ιρλανδικό σύστημα στήριξης των τραπεζών, το οποίο τροποποιήθηκε κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η αμερόληπτη κάλυψη των τραπεζών με συστημική αναφορά στην ιρλανδική οικονομία, ασχέτως προέλευσης (βλ. IP/08/1497).

Ακολούθησαν, το Δεκέμβριο του 2008, η ανακοίνωση σχετικά με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η οποία εξέταζε την ανάγκη για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, για την αντιμετώπιση προβλημάτων φερεγγυότητας και για την πρόσβαση της πραγματικής οικονομίας σε πιστώσεις (βλ. IP/08/1901) και, το Φεβρουάριο του 2009, η «ανακοίνωση για την αντιμετώπιση των απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων», η οποία παρείχε ένα πλαίσιο για την υπερκέραση των προβλημάτων που σχετίζονται με τοξικά περιουσιακά στοιχεία (βλ. IP/09/322).

Τέλος, τον Ιούλιο του 2009, η Επιτροπή ενέκρινε την «ανακοίνωση για την αναδιάρθρωση», η οποία παρείχε διασαφηνίσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή επρόκειτο να εξετάσει την αναδιάρθρωση των τραπεζών ούτως ώστε να αποκατασταθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους, να κατανεμηθεί το βάρος του κόστους για τη διάσωσή τους, και να αντιμετωπιστούν οποιεσδήποτε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού προκύψουν από τις μεγάλου ύψους ενισχύσεις που λαμβάνουν οι τράπεζες (βλ. IP/09/1180). Από την 1η Ιανουαρίου 2011, κάθε τράπεζα που απαιτούσε κρατική ενίσχυση υπό μορφή κεφαλαίου ή μέτρων απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων έπρεπε να υποβάλει σχέδιο αναδιάρθρωσης (και τούτο δεν αφορούσε μόνο τις προβληματικές τράπεζες, όπως ίσχυε παλαιότερα).

Η KBC (βλ. IP/09/1730) και η Lloyds (βλ. IP/09/1728) αποτελούν δύο περιπτώσεις που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η αναδιάρθρωση σημαντικών τραπεζών έγινε σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που προβλέπουν οι εν λόγω κανόνες.

Ποια ήταν η έως τώρα πρακτική της Επιτροπής;

Όσον αφορά τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων σε τράπεζες, η Επιτροπή έχει λειτουργήσει ως de facto αρχή διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων σε επίπεδο ΕΕ, καταβάλλοντας προσπάθειες ώστε να αντιμετωπίζει τα διαρθρωτικά προβλήματα που επηρέαζαν πολλές τράπεζες πολύ πριν από την κρίση. Το έργο μας διέπεται από τρεις κύριους στόχους: τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τη διατήρηση της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς και τη διασφάλιση της αποκατάστασης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας για τους δικαιούχους των ενισχύσεων. Η αναδιάρθρωση την οποία ζητήσαμε βασίζεται σε τρεις αρχές: να αποκατασταθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικείας τράπεζας χωρίς να υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω κρατική ενίσχυση, η τράπεζα, οι μέτοχοι και οι κάτοχοι υβριδικών κεφαλαίων να συμβάλουν στο κόστος της αναδιάρθρωσης, και να περιοριστούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούνται από την ενίσχυση. Παραδείγματος χάρη, ζητήσαμε από ορισμένες τράπεζες να εγκαταλείψουν μη διατηρήσιμα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται στην υπερβολική μόχλευση και εξάρτηση από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση χονδρικής. Σε άλλες περιπτώσεις, ζητήσαμε μείωση του προσωπικού και απλούστευση των τραπεζικών δομών. Τέλος, όταν είχε γίνει σαφές ότι δεν ήταν δυνατή η αποκατάσταση της βιωσιμότητας κάποιας τράπεζας, εφαρμόστηκε η συντεταγμένη εξυγίανσή της. Σε κάθε περίπτωση, ζητάμε από τις τράπεζες να επιστρέψουν την ενίσχυση που έλαβαν από την οικεία κυβέρνηση. Η συγκεκριμένη προϋπόθεση είναι ζωτικής σημασίας, διότι αντιμετωπίζει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου και περιορίζει το κόστος για το φορολογούμενο.

Μερικά παραδείγματα: τούτο οδήγησε στην εκ βάθρων αναδιάρθρωση και μερική εξυγίανση τραπεζών όπως οι Hypo Real Estate (βλ. IP/11/898), η Kommunalkredit (βλ. IP/11/389), και η Northern Rock (βλ. IP/09/1600). Το μη διατηρήσιμο επιχειρηματικό μοντέλο που είχε υιοθετηθεί από ορισμένες γερμανικές Landesbanken κατέληξε – σε περιπτώσεις όπως των LBBW (βλ. IP/09/1927) και HSH (βλ. IP/11/1047) – στην εκ νέου επικέντρωσή τους στις βασικές τους δραστηριότητες. Στην περίπτωση της WestLB – η βιωσιμότητα της οποίας δεν ήταν δυνατό να αποκατασταθεί – το αποτέλεσμα ήταν η τακτική εξυγίανσης (βλ. IP/11/1576). Σε άλλες περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις χρειάστηκε να αναλάβουν το βάρος των εσφαλμένων επιχειρηματικών αποφάσεων που είχαν εγκρίνει συστημικά σημαντικές τράπεζες. Στις περιπτώσεις αυτές, αιτηθήκαμε περιορισμό του προσωπικού και σημαντική απλοποίηση των τραπεζικών δομών, όπως έγινε με τις ING και Commerzbank (βλ. IP/09/711).

Για πόσο καιρό θα ισχύει το καθεστώς κρίσης αναφορικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα; Τι θα συμβεί μετά;

Ο έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων εντός της κρίσης είχε ανέκαθεν δύο στόχους: αφενός, έπρεπε να αναλάβουμε πυροσβεστική δράση· αφετέρου, προλειάναμε το έδαφος για το σενάριο μετά το πέρας της κρίσης. Από την αρχή επιβάλαμε προϋποθέσεις για την αναδιάρθρωση, ειδικά σχεδιασμένες ώστε να φέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και να βοηθήσουν τις τράπεζες να βρεθούν και πάλι σε θέση να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία. Στις προϋποθέσεις αυτές περιλαμβάνονται οι τράπεζες όχι μόνο να καταβάλλουν αμοιβή αλλά και, τελικά, να επιστρέφουν τη δημόσια ενίσχυση, και οι μέτοχοι και οι κάτοχοι υβριδικών κεφαλαίων να αναλάβουν ένα δίκαιο μερίδιο στην αντιμετώπιση του προβλήματος του ηθικού κινδύνου.

Στα τέλη του 2011, ετοιμαζόμασταν να μεταβούμε από το καθεστώς έκτακτης ανάγκης σε πιο μόνιμους μετά την κρίση κανόνες. Όμως, οι ανανεωμένες εντάσεις στις αγορές μας ανάγκασε να επεκτείνουμε το καθεστώς κρίσης στο 2012, παρατείνοντας και τις τέσσερις ανακοινώσεις για τον τραπεζικό τομέα, με ορισμένες τροποποιήσεις. Τούτο έγινε κυρίως προκειμένου να διασφαλιστεί η απόληψη αμοιβής από το κράτος όταν, όπως είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί στο μέλλον, τα κράτη μέλη αποφασίζουν την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τους με τη χρήση μέσων όπως οι κοινές μετοχές, η ανταμοιβή για τις οποίες δεν έχει καθοριστεί εκ των προτέρων. Συμφωνήθηκε επίσης μια αναθεωρημένη μεθοδολογία αναφορικά με την καταβολή εγγυήσεων για τις χρηματοδοτικές ανάγκες των τραπεζών – που καταλαμβάνουν τον κύριο όγκο της στήριξης έως σήμερα – ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αμοιβές που καταβάλλουν οι τράπεζες αντανακλούν το δικό τους εγγενή κίνδυνο, και όχι τον κίνδυνο που σχετίζεται με το οικείο κράτος μέλος ή την αγορά στο σύνολό της (βλ. IP/11/1488).

Οι κανόνες θα παραμείνουν σε εφαρμογή όσο το απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς. Μόλις οι συνθήκες της αγοράς το επιτρέψουν, η Επιτροπή θα εγκρίνει ένα μόνιμο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων για τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

1.3 Άλλα ληφθέντα μέτρα για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα

Παράλληλα με την ενίσχυση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα, την αύξηση της προστασίας για τους τραπεζικούς καταθέτες, την ενίσχυση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και τη βελτίωση της διαχείρισης της κρίσης στον τραπεζικό τομέα, η Επιτροπή εργάζεται επίσης για:

  • να εξετάσει τη μεταρρύθμιση της διάρθρωσης του τραπεζικού τομέα μέσα από τις εργασίες της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου υπό τον Erkki Liikanen (βλ. MEMO/12/129)·

  • να ρυθμίσει το σκιώδες τραπεζικό σύστημα (βλ. IP/12/253

  • να καταστήσει τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας περισσότερο αξιόπιστες (βλ. IP/11/1355

  • να θέσει αυστηρότερους κανόνες για τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου (hedge funds) (βλ. IP/09/669), τις ανοικτές πωλήσεις (short selling) (βλ. IP/10/1126) και τα παράγωγα (βλ. IP/10/1125

  • να αναθεωρήσει τους τρέχοντες κανόνες σχετικά με τις συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα (βλ. IP/11/1219), την κατάχρηση αγοράς (βλ. IP/11/1217) και τους οργανισμούς επενδύσεων (βλ. IP/10/869

  • να συγκρατήσει τις τραπεζικές πρακτικές πληρωμών που ενθαρρύνουν την απερισκεψία (βλ. IP/09/1120

  • να μεταρρυθμίσει τους τομείς του λογιστικού ελέγχου (βλ. IP/11/1480) και της λογιστικής (βλ. IP/11/1238).

2. Προτάσεις που αναμένεται να τεθούν σύντομα σε εφαρμογή:

Πρόταση σχετικά με εργαλεία εξυγίανσης για τράπεζες σε κρίση

Η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με εργαλεία ανάκαμψης και εξυγίανσης για τράπεζες που διέρχονται κρίση, η οποία εγκρίθηκε στις 6 Ιουνίου, είναι η τελευταία μιας σειράς προτεινόμενων μέτρων για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα και την αποφυγή αλυσιδωτών επιπτώσεων από οιαδήποτε μελλοντική χρηματοπιστωτική κρίση, με αρνητικές επιπτώσεις σε καταθέτες και φορολογουμένους.

Για να διασφαλιστεί ότι ο ιδιωτικός τομέας θα καταβάλει δίκαια το δικό του μερίδιο σε τυχόν μελλοντικά μέτρα διάσωσης, η Επιτροπή έχει προτείνει ένα κοινό πλαίσιο κανόνων και εξουσιών προκειμένου να συνδράμει τις χώρες της ΕΕ στη διαχείριση των τραπεζών που βρίσκονται σε δυσχερή κατάσταση. Οι επανειλημμένες διασώσεις τραπεζών έχουν τροφοδοτήσει μια δημόσια εντύπωση έντονης αδικίας, έχουν διογκώσει το δημόσιο χρέος και έχουν επιβάλλει μεγαλύτερη επιβάρυνση των φορολογουμένων.

Ένα κοινό πανευρωπαϊκό πλαίσιο εργαλείων για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών θα μπορούσε να παρέχει εργαλεία για την αποτροπή της πρόκλησης κρίσεων και την αντιμετώπισή τους σε περίπτωση που αυτές ανακύψουν.

Με τον τρόπο αυτό θα παρέχεται μια δέσμη εργαλείων τα οποία θα επιτρέπουν τη διαχειριζόμενη εξυγίανση τραπεζών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον χρειάζεται.

Τι μέσα θα παρέχει ο ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθερότητας (ΕΜΣ) για τον τραπεζικό τομέα;

Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθερότητας (ΕΜΣ) θα διαθέτει ικανότητα δανεισμού 500 δισεκατ. EUR. Για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ που δεν υπόκεινται σε πρόγραμμα, ο ΕΜΣ θα έχει τη δυνατότητα να παρέχει δάνειο με συγκεκριμένο σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η χορήγηση μιας τέτοιας χρηματοδοτικής ενίσχυσης υπόκειται στη θετική απόφαση του συμβουλίου των διοικητών του ΕΜΣ, ήτοι των υπουργών οικονομικών των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ. Η επιβολή προϋποθέσεων που θα συνοδεύει τη χρηματοδοτική ενίσχυση θα εξηγείται αναλυτικά σε μνημόνιο συμφωνίας και θα περιλαμβάνει τις ανά ίδρυμα προϋποθέσεις καθώς και οριζόντιες προϋποθέσεις. Υπάρχει επίσης δυνατότητα ανακεφαλαιοποιήσεων στο πλαίσιο δανείου συνοδευόμενου από ένα πλήρως ανεπτυγμένο πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής. Η συνθήκη για τον ΕΜΣ δεν προβλέπει επί του παρόντος τον άμεσο δανεισμό ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος από τον ΕΜΣ.

3. Μέσα εξεταζόμενα για μεσοπρόθεσμη δράση

Η Επιτροπή θα είναι σε θέση να καταθέσει το φθινόπωρο μείζονες προτάσεις για την εισαγωγή μιας περισσότερο ολοκληρωμένης και άμεσης τραπεζικής εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ, κοινών εγγυήσεων των καταθέσεων και ταμείων εξυγίανσης, βάσει του πολιτικού προσανατολισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Τα ακόλουθα στοιχεία θα πρέπει να συνιστούν τμήμα του ίδιου συνολικού πλαισίου, καθώς η βασική αρχή είναι σαφής: ο επιμερισμός του κινδύνου που ενέχουν τα συστήματα εγγυήσεων επιβάλλει την ολοκληρωμένη και ισχυρή εποπτεία του τραπεζικού τομέα η οποία μπορεί να διασφαλίσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ όλων των οικείων χωρών.

  • ένα ολοκληρωμένο σύστημα για την εποπτεία των διασυνοριακών τραπεζών

Καθώς ο σημερινός ρόλος των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών συνίσταται κυρίως στην επίβλεψη της λειτουργίας και της σύγκλισης των εθνικών εποπτικών συστημάτων, η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει τη θέσπιση τραπεζικής εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ. Το σύστημά μας είναι ιδιαίτερα κατακερματισμένο για να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες προκλήσεις, γεγονός που δεν ευνοεί την αναγκαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών. Η τελευταία απαιτεί πολιτική συναίνεση για περισσότερη και ανεξάρτητη εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ.

ένα ενιαίο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων (ΣΕΚ):

Στο πλαίσιο της πρότασης ΣΕΚ του 2010, η Επιτροπή πρότεινε τη δυνατότητα αμοιβαίου δανεισμού, σε περίπτωση που εξαντληθεί κάποιο από τα συστήματα. Η Επιτροπή εξετάζει διάφορες επιλογές προκειμένου να εδράσει περαιτέρω ενέργειες πάνω σ’ αυτές. Επιπλέον, εξετάζουμε το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων και το ταμείο εξυγίανσης εντός του ίδιου πλαισίου, καθώς η επιτυχής εξυγίανση μιας τράπεζας αποφεύγει την ανάγκη για εγγυήσεις των καταθέσεων.

  • ένα ταμείο εξυγίανσης της ΕΕ

Ως ένα πρώτο βήμα προς ένα ευρωπαϊκό ταμείο εξυγίανσης μπορεί να εξεταστεί η σημερινή μας πρόταση σχετικά με τα εργαλεία ανάκαμψης και εξυγίανσης για τράπεζες που διέρχονται κρίση. Η Επιτροπή προτείνει τη σύσταση ταμείων σε εθνικό επίπεδο με δυνατότητα αλληλεπίδρασης και μεταξύ τους δανεισμού υπό συγκεκριμένες συνθήκες και όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο, ώστε να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό σύστημα ταμείων εξυγίανσης.

Επιπλέον, η στενότερη ολοκλήρωση των μηχανισμών εποπτείας και εξυγίανσης για τα διασυνοριακά ιδρύματα θα πρέπει να οργανωθεί εκ των προτέρων. Η πρόταση προβλέπει τους μηχανισμούς που διασφαλίζουν τη συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών και ΕΑΤ σε περίπτωση διασυνοριακών τραπεζών που αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Στα κράτη μέλη παρέχεται η επιλογή, αντί να δημιουργήσουν χωριστά ταμεία εξυγίανσης, να στραφούν στη συγχώνευση του ΣΕΚ και του μηχανισμού χρηματοδότησης για την εξυγίανση. Βλ. MEMO/12/416.

Η συγκεκριμένη πρόταση πρέπει να περάσει από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και επί του παρόντος βρίσκεται στο τραπέζι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

4. Άλλες ιδέες που τροφοδοτούν τις σκέψεις για το μέλλον

Όσον αφορά την προοπτική της άμεσης ενίσχυσης των τραπεζών από το ΕΜΧΣ ή/και τον ΕΜΣ, τούτο συνιστά άλλο ένα μείζον ζήτημα. Η πιθανότητα αποφυγής ή διάρρηξης της σύνδεσης κρατικών ομολόγων και τραπεζών μπορεί να εξεταστεί ως εναλλακτική για την άμεση ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, που δεν αποτελεί τμήμα της συνθήκης για τη θέσπιση του ΕΜΣ επί του παρόντος και στην παρούσα μορφή της. Θα πρέπει να αποτελέσει τροφή για σκέψη στο μέλλον προκειμένου να φτάσουμε στις ρίζες της τρέχουσας κρίσης χρέους.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website