Navigation path

Left navigation

Additional tools

ΜΕΜΟ/11/238

Βρυξέλλες, 13 Απριλίου 2011

Αναθεώρηση της οδηγίας για την ενεργειακή φορολογία – Ερωτήσεις και απαντήσεις

Τι είναι η οδηγία για την ενεργειακή φορολογία;

Ενεργειακοί φόροι υπάρχουν ήδη σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και είναι, έως έναν βαθμό, εναρμονισμένοι σε επίπεδο ΕΕ. Η ισχύουσα οδηγία για την ενεργειακή φορολογία , η οποία εκδόθηκε το 2003, καταρτίστηκε κυρίως με στόχο την αποφυγή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στον τομέα της ενέργειας στην εσωτερική αγορά. Καθορίζει κοινούς κανόνες σχετικά με το τι και πότε θα πρέπει να φορολογείται και με το ποιες εξαιρέσεις επιτρέπονται. Θεσπίζει ελάχιστους συντελεστές, κυρίως βάσει του όγκου της ενεργειακής κατανάλωσης, για προϊόντα που χρησιμοποιούνται για θέρμανση, ηλεκτροπαραγωγή και ως καύσιμα κίνησης. Πέραν των ελάχιστων αυτών συντελεστών, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν εθνικούς συντελεστές κατά την κρίση τους.

Γιατί η Επιτροπή επιθυμεί να αναθεωρήσει αυτούς τους κανόνες;

Η ισχύουσα οδηγία για την ενεργειακή φορολογία είναι παρωχημένη διότι δεν επιτυγχάνει τους απώτερους στόχους που θέτει η ΕΕ στον τομέα των πολιτικών για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή. Πρέπει επίσης να αναθεωρηθεί ώστε να αντιμετωπίζει προβλήματα που έχουν αναδυθεί στην εσωτερική αγορά. Τέλος, το σημερινό πεδίο εφαρμογής της δεν είναι συναφές με εκείνο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ (ΣΕΔΕ της ΕΕ), του μεγαλύτερου διεθνούς συστήματος για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου.

Κατ’ αρχάς, οι ισχύοντες ελάχιστοι συντελεστές για τα ενεργειακά προϊόντα βασίζονται κυρίως στον όγκο (ευρώ/1000 λίτρα) και έχουν καθοριστεί βάσει συντελεστών του παρελθόντος στα κράτη μέλη. Το γεγονός αυτό δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των πηγών καυσίμων και αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα για ορισμένα είδη καυσίμων σε σχέση με άλλα. Επί παραδείγματι, βάσει των ισχυόντων ελάχιστων συντελεστών, ο άνθρακας υπόκειται στη χαμηλότερη φορολόγηση ενώ η αιθανόλη είναι το βαρύτερα φορολογούμενο καύσιμο. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας υφίστανται ιδιαίτερα διακριτική μεταχείριση υπό την ισχύουσα οδηγία για την ενεργειακή φορολόγηση, καθώς υπόκεινται στον ίδιο συντελεστή με την πηγή ενέργειας την οποία προορίζονται να αντικαταστήσουν (λ.χ. το βιοντίζελ φορολογείται όπως ακριβώς το ντίζελ κ.λπ.). Καθώς ο συντελεστής βασίζεται στον όγκο, και όχι στο ενεργειακό περιεχόμενο, τα προϊόντα με μικρότερο ενεργειακό περιεχόμενο, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υποβάλλονται σε βαρύτερη φορολογία σε σχέση με τα καύσιμα τα οποία ανταγωνίζονται. Το ζήτημα αυτό θα πραγματεύεται η αναθεωρημένη οδηγία της Επιτροπής, καθώς οι ενεργειακοί φόροι θα συνδέονται με το ενεργειακό περιεχόμενο.

Δεύτερον, από τη σκοπιά της κλιματικής αλλαγής, η ισχύουσα οδηγία για την ενεργειακή φορολογία δεν περιέχει καμία πρόβλεψη για την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται παραπάνω, ορισμένα ορυκτά καύσιμα χαίρουν ευνοϊκής φορολόγησης σε σχέση με λιγότερο επιβαρυντικούς για το περιβάλλον ανταγωνιστές τους. Ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να επιβάλουν φόρο για το διοξείδιο του άνθρακα ώστε να ικανοποιούν τον στόχο του επιμερισμού της προσπάθειας, χωρίς να διακυβεύεται η ανταγωνιστικότητά τους εντός της ΕΕ.

Τέλος, η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή φορολογία η οποία θα περιλαμβάνει πρόβλεψη για το διοξείδιο του άνθρακα θα εμποδίζει την ύπαρξη πληθώρας εθνικών πολιτικών που προκαλούν εμπόδια και στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά. Τα κράτη μέλη έχουν ήδη αρχίσει να υιοθετούν δικούς τους εθνικούς φόρους για το διοξείδιο του άνθρακα, όμως υπάρχει ο κίνδυνος οι διαφορετικές ερμηνείες να οδηγήσουν σε διπλή φορολογία και σε υψηλό κόστος συμμόρφωσης για τις διασυνοριακά δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις. Μια ενωσιακή προσέγγιση για τη φορολογία του διοξειδίου του άνθρακα θα δημιουργήσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην ΕΕ και θα διευκολύνει τη διασυνοριακή δραστηριότητα. Η φορολογία του διοξειδίου του άνθρακα δεν θα ισχύει για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες θα αποκτήσουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα σε σχέση με τα συμβατικά καύσιμα με τα οποία ανταγωνίζονται.

Ποιοι είναι οι κύριοι στόχοι της προτεινόμενης νέας οδηγίας για την ενεργειακή φορολογία;

Η αναθεωρημένη οδηγία αποσκοπεί στην αναδιάρθρωση του τρόπου φορολόγησης της ενέργειας ώστε να συμβάλει στη μετάβαση σε ενεργειακώς αποδοτική οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, καθώς και στην αποφυγή προβλημάτων στην εσωτερική αγορά.

  • Κλιματική αλλαγή: Με την υιοθέτηση συνιστώσας φόρου για το CO2 στην ενεργειακή φορολογία, η πρόταση αποσκοπεί στην εναρμόνιση της ενεργειακής φορολογίας με τις δεσμεύσεις της ΕΕ για την κλιματική αλλαγή. Θα επιβάλλεται τιμή στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που προέρχονται από τομείς εκτός του ΣΕΔΕ της ΕΕ: όσο υψηλότερες είναι οι εκπομπές συγκεκριμένου καυσίμου τόσο υψηλότερος θα είναι ο φόρος επί του διοξειδίου του άνθρακα. Με τον τρόπο αυτό θα ανταμείβονται οι οικολογικές πηγές ενέργειας και θα ενταθούν οι προσπάθειες για την εκπλήρωση των στόχων της ΕΕ για μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα, την ενεργειακή αποδοτικότητα και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

  • Ενεργειακή αποδοτικότητα: Η ενέργεια σπανίζει και τούτο πρέπει να αντανακλάται στη φορολογία. Η σύνδεση του επιπέδου του φόρου με το ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων θα παράσχει σημαντικό κίνητρο σε όλους τους κλάδους ώστε να γίνουν περισσότερο αποδοτικοί ως προς την ενέργεια.

  • Εσωτερική αγορά: Με τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για τη φορολογία του διοξειδίου του άνθρακα θα αποφευχθεί η ύπαρξη πληθώρας οικολογικών φορολογικών πολιτικών στα κράτη μέλη, γεγονός που θα παράσχει στις επιχειρήσεις ασφάλεια δικαίου και θα περιορίσει το κόστος συμμόρφωσης. Επίσης, η πρόταση θα διακρίνει τους τομείς που καλύπτονται από το ΣΕΔΕ της ΕΕ από εκείνους που δεν καλύπτονται από αυτό, γεγονός που θα συμβάλει στην αποφυγή της διπλής φορολογίας.

  • Προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και των θέσεων εργασίας: Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να διαμορφώσουν μια φιλική προς την οικονομική ανάπτυξη μεταστροφή της φορολογίας, αυξάνοντας τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων ώστε να μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας σύμφωνα με τη Στρατηγική για το 2020.

Τι αλλαγές θα προωθεί η νέα πρόταση;

Οι ενεργειακοί φόροι θα περιλαμβάνουν 2 συνιστώσες: η μία θα βασίζεται στο περιεχόμενο σε διοξείδιο του άνθρακα και η άλλη στο ενεργειακό περιεχόμενο.

Διοξείδιο του άνθρακα: Πρόκειται να θεσπιστεί ενιαίος ελάχιστος συντελεστής για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (20 ευρώ/t CO2) για όλους τους τομείς οι οποίοι δεν καλύπτονται από το ΣΕΔΕ της ΕΕ. Με τον τρόπο αυτό θα προβλέπεται τιμή για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τους τομείς της οικονομίας ― συγκεκριμένα τα νοικοκυριά, τις μεταφορές, τις μικρότερες επιχειρήσεις και τη γεωργία ― που δεν εμπίπτουν στο ΣΕΔΕ της ΕΕ. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν θα υπόκεινται στον φόρο για το διοξείδιο του άνθρακα.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ: Οι ελάχιστοι φορολογικοί συντελεστές για την ενέργεια δεν θα βασίζονται στον όγκο, αλλά στο ενεργειακό περιεχόμενο του καυσίμου (ευρώ/GJ). Αυτό σημαίνει ότι τα καύσιμα θα φορολογούνται βάσει της ποσότητας ενέργειας που παράγουν, με αποτέλεσμα να ανταμείβεται αυτομάτως η υψηλότερη ενεργειακή αποδοτικότητα. Η ενεργειακή συνιστώσα του φόρου θα συμβάλει στην εξάλειψη των σημερινών στρεβλώσεων στις ανταγωνιζόμενες πηγές ενέργειας (λ.χ. βενζίνη και ντίζελ) και θα καταστήσει τη φορολογία πιο δίκαιη για τους καταναλωτές, διότι το ενεργειακό περιεχόμενο είναι σημαντικότερο από ό,τι ο όγκος όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας. Κάθε GJ (Gigajoule) θα φορολογείται κατά τον ίδιο τρόπο, άσχετα με το προϊόν από το οποίο παράγεται.

Οι συνιστώσες για το διοξείδιο του άνθρακα και το ενεργειακό περιεχόμενο θα συνδυάζονται για τη διαμόρφωση του τελικού συντελεστή βάσει του οποίου θα φορολογείται το προϊόν. Τα κράτη μέλη θα είναι ελεύθερα να καθορίζουν δικούς τους συντελεστές άνω των ελάχιστων συντελεστών της ΕΕ και να καταρτίζουν τη δική τους διάρθρωση για τους συγκεκριμένους φόρους: για παράδειγμα, θα μπορούν να αποφασίζουν να αυξήσουν άνω των ελάχιστων συντελεστών τη συνιστώσα φόρου μόνο για το ενεργειακό περιεχόμενο και όχι τη συνιστώσα για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ή το αντίστροφο. Ωστόσο, πρέπει να ισχύουν οι ίδιοι συντελεστές και η ίδια διάρθρωση για όλα τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό (καύσιμα κίνησης ή άλλα καύσιμα).

Με την πρόβλεψη μακρών μεταβατικών περιόδων για την πλήρη εναρμόνιση της φορολογίας του ενεργειακού περιεχομένου, έως το 2023, παρέχεται στη βιομηχανία χρόνος για να προσαρμοστεί στη νέα δομή της φορολογίας.

Ποιο είναι το πεδίο εφαρμογής της πρότασης;

Η ενεργειακή συνιστώσα του φόρου θα ισχύει για όλα τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές και στη θέρμανση. Οι χρήσεις ενεργειακών προϊόντων που δεν σχετίζονται με τα καύσιμα θα παραμείνουν εκτός του πεδίου εφαρμογής της ενεργειακής φορολογίας, όπως συμβαίνει σήμερα (λ.χ. μεταλλουργικές κατεργασίες).

Ο συνιστώσα φόρου για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα συμπληρώνει το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, καθώς θα εφαρμόζεται σε τομείς που δεν καλύπτονται από το ΣΕΔΕ της ΕΕ (μεταφορές, νοικοκυριά, γεωργία και μικρές βιομηχανίες). Με τον τρόπο αυτό, η τιμή για το διοξείδιο του άνθρακα θα αποτελεί μήνυμα για όλες τις εκπομπές των βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

Γιατί τώρα;

Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για να υποβάλει η Επιτροπή την εν λόγω πρόταση. Πρώτον, καθώς τα κράτη μέλη καταρτίζουν και εφαρμόζουν τις στρατηγικές τους προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους της ΕΕ για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή κατά το διάστημα 2013-2020, η πρόταση παρέχει μια σαφή απάντηση για τον ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι φόροι. Δεύτερον, η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή φορολογία είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο ώστε να συμπληρώσει την τρίτη φάση του ΣΕΔΕ της ΕΕ (2013-2020), για την οποία θα καθοριστεί ανώτατο όριο για ολόκληρη την ΕΕ και θα προβλεφθεί η μετάβαση από τη δωρεάν κατανομή στον πλειστηριασμό δικαιωμάτων εκπομπής. Συνεπώς, επείγει να υποβληθεί τώρα η πρόταση ώστε να επαρκεί ο χρόνος για να συμφωνηθεί από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Από την οπτική της εσωτερικής αγοράς είναι επίσης σημαντικό να θεσπιστεί τώρα κοινό πλαίσιο για τη φορολογία των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Τα κράτη μέλη έχουν αρχίσει να υιοθετούν δικούς τους φόρους για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και οι προσεγγίσεις τους μπορεί να διαφέρουν. Η ύπαρξη πολλών και διαφορετικών εθνικών πολιτικών θα μπορούσε να δημιουργήσει δυσκολίες για διασυνοριακά δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις, καθώς και στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό στους κόλπους της ΕΕ. Συνεπώς, είναι προτιμότερο να θεσπιστεί τώρα ενωσιακή προσέγγιση, διότι αργότερα ενδέχεται να απαιτηθούν περίπλοκες αναπροσαρμογές των εθνικών νομοθεσιών.

Τέλος, η αναθεώρηση της οδηγίας για την ενεργειακή φορολογία εντάσσεται στη στρατηγική «Ευρώπη 2020» και ανταποκρίνεται σε αίτημα που είχε υποβάλει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2008. Επίσης, απηχεί τα αποτελέσματα της διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, η οποία πραγματοποιήθηκε στη μεξικανική πόλη Κανκούν, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2010. Με τον τρόπο αυτό, θα συμβάλλει στην αειφόρο ανάπτυξη και στην προώθηση μιας αποτελεσματικότερης από πλευράς αξιοποίησης των πόρων, οικολογικότερης και ανταγωνιστικότερης οικονομίας. Δεδομένου ότι πολλά κράτη μέλη καθορίζουν τις στρατηγικές τους για να εξέλθουν από την οικονομική και δημοσιονομική κρίση, η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή φορολογία παρέχει επίσης ευκαιρίες για τον συγκερασμό περιβαλλοντικών και οικονομικών στόχων. Η αναθεωρημένη οδηγία παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν να μετατοπίσουν μέρος της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας ή του κεφαλαίου προς φορολογία που να προάγει μια φιλική για το περιβάλλον και ενεργειακά αποδοτική συμπεριφορά. Ετερόκλητο πλήθος ενδιαφερομένων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και αρκετά κράτη μέλη, ΜΚΟ και τμήματα της επιχειρηματικής κοινότητας παροτρύνουν την Επιτροπή να υποβάλει την εν λόγω πρόταση όσο το δυνατόν συντομότερα.

Με ποιον τρόπο η πρόταση θα προάγει την ενεργειακή αποδοτικότητα;

Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να προάγει την ενεργειακή αποδοτικότητα προκειμένου, αφενός, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού της ΕΕ και, αφετέρου, να επιτύχει πιο φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των θερμοκηπικών αερίων. Η φορολογία συνιστά εργαλείο ικανό να στρέψει τους καταναλωτές προς αποτελεσματικότερες ενεργειακές χρήσεις όσον αφορά τη αξιοποίηση των πόρων. Η φορολογία των ενεργειακών προϊόντων ανάλογα με το ενεργειακό τους περιεχόμενο είναι η αποτελεσματικότερη προσέγγιση για την παροχή κινήτρων με σκοπό την αποδοτικότερη χρήση της ενέργειας, καθώς παρέχει στον χρήστη σαφές μήνυμα μέσω τιμής συνδεόμενης με την πραγματική «ενεργειακή αξία» των προϊόντων που καταναλώνει.

Όσον αφορά την ενεργειακή συνιστώσα του φόρου, η πρόταση θα ενισχύσει επίσης τη συνάφεια των ελάχιστων συντελεστών, επειδή θα διασφαλίζονται ότι δεν θα παρέχονται πλέον μειώσεις κάτω από τους ελάχιστους συντελεστές για τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, η δυνατότητα εκχώρησης μειωμένων φορολογικών συντελεστών, που θα πρέπει ούτως ή άλλως να υπερβαίνουν τους ελάχιστους συντελεστές, θα πρέπει να συνδέεται σαφώς με την επίτευξη ενεργειακά αποδοτικών στόχων, λ.χ. μέσω βιομηχανικών συμφωνιών με επαληθεύσιμους στόχους εξοικονόμησης ενέργειας.

Με ποιον τρόπο η νέα πρόταση θα λαμβάνει υπόψη τη ρύπανση;

Σύμφωνα με την πρόταση, θα λαμβάνονται υπόψη στο φορολογικό σύστημα οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από καύσιμα με την εφαρμογή συνιστώσας φόρου για το διοξείδιο του άνθρακα στα καύσιμα τα οποία δεν καλύπτονται από το ΣΕΔΕ της ΕΕ. Καθώς οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα δεν γνωρίζουν σύνορα και είναι ζήτημα διασυνοριακού χαρακτήρα, είναι εύλογο ότι χρειάζεται αντιμετώπιση με ενιαίο ενωσιακό φορολογικό πλαίσιο. Από την άλλη πλευρά, όταν πρόκειται για ατμοσφαιρική ρύπανση σε τοπικό επίπεδο, ενδείκνυται καλύτερα να αφήνει η Επιτροπή την επιλογή του μέσου στα κράτη μέλη. Μάλιστα, για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, αντί της ενεργειακής φορολογίας, είναι σκοπιμότερο να χρησιμοποιηθούν άλλα πιο στοχευμένα μέσα, όπως τα οδικά τέλη ή τα τέλη συμφόρησης.

Για ποιο λόγο η Επιτροπή προτείνει ελάχιστους συντελεστές και όχι την πλήρη εναρμόνιση των ενεργειακών φόρων;

Η προσέγγιση των ελάχιστων συντελεστών επιλέχθηκε ως λύση συμβιβασμού το 1993 προκειμένου να περιοριστούν οι στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά και τα κράτη μέλη να διαθέτουν κάποια ευελιξία ώστε να ικανοποιούν τις δημοσιονομικές ανάγκες τους. Παρόλο που η γενική προσέγγιση εξακολουθεί να ισχύει, είναι σημαντικό οι ελάχιστοι συντελεστές που καθορίζονται στη νομοθεσία της ΕΕ να είναι ουσιαστικοί και να επικαιροποιούνται τακτικά ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές, πολιτικές και διεθνείς εξελίξεις.

Ποιες οι επιπτώσεις της αναθεωρημένης οδηγίας για την ενεργειακή φορολογία στα καύσιμα κίνησης;

Οι επιπτώσεις της θα εξαρτηθούν από πολλούς παράγοντες, όπως τα υφιστάμενα φορολογικά επίπεδα και ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη αποφασίζουν να διαρθρώσουν τους φόρους με βάση τους νέους ελάχιστους συντελεστές. Η κύρια επίπτωση για όλα τα κράτη μέλη θα είναι ότι θα εξαλειφθεί η τρέχουσα στρεβλωτική φορολογική μεταχείριση της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης (ντίζελ). Το ντίζελ φορολογείται σήμερα με χαμηλότερο συντελεστή ανά λίτρο σε σχέση με τη βενζίνη σε όλα τα κράτη μέλη (εκτός του ΗΒ), παρά το υψηλότερο κατ’ όγκο περιεχόμενό του σε ενέργεια και διοξείδιο του άνθρακα. Τούτο έχει οδηγήσει στην κατάσταση να μην μπορούν να εκπληρώσουν πλέον τον ρόλο τους τα μηνύματα των τιμών της αγοράς: μολονότι η τιμή του ντίζελ (προ φόρου) είναι υψηλότερη από την τιμή της βενζίνης (λόγω υπερβολικής ζήτησης ντίζελ στην ΕΕ), η σχέση αυτή αντιστρέφεται στην αντλία ανεφοδιασμού με καύσιμο λόγω του συστήματος φορολόγησης. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε αυξανόμενη ζήτηση ντίζελ παρά την έλλειψή του στην ΕΕ. Με την προτεινόμενη οδηγία θα τεθεί τέλος στη στρέβλωση αυτή, με την εφαρμογή ουδέτερης φορολογίας στη βενζίνη και στο ντίζελ καθώς και σε άλλα καύσιμα κίνησης, μετά το πέρας δεκαετούς μεταβατικής περιόδου, ώστε οι παράγοντες της αγοράς να μπορέσουν να προσαρμόσουν τις βιομηχανικές διεργασίες τους. Τα περισσότερα κράτη μέλη θα μπορέσουν να επιτύχουν τον στόχο αυτό, είτε αυξάνοντας τους συντελεστές για το ντίζελ είτε μειώνοντας τους συντελεστές για τη βενζίνη.

Ποια θα είναι η αντιμετώπιση των εναλλακτικών καυσίμων κίνησης όπως το LPG (υγραέριο) και το CNG (πεπιεσμένο φυσικό αέριο);

Τα κράτη μέλη που προωθούν το CNG και το LPG συχνά επιβάλλουν πολύ χαμηλή φορολογία στα προϊόντα αυτά. Ωστόσο, το συνολικό επίπεδο απορρόφησης των καυσίμων αυτών είναι μέχρι στιγμή περιορισμένο. Για μεγαλύτερη συνέπεια, οι ίδιοι φορολογικοί συντελεστές ανάλογα με το περιεχόμενο σε ενέργεια και διοξείδιο του άνθρακα θα πρέπει τελικά να εφαρμοστούν σε όλα τα καύσιμα κίνησης, περιλαμβανομένων των CNG και LPG. Αυτό σημαίνει ότι τα σχετικά πλεονεκτήματα κάθε καυσίμου από άποψης εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα θα ανταμείβονται αυτομάτως μέσω του φορολογικού συστήματος, πέραν αυτού όμως δεν θα παρέχεται κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, εφόσον οι τρέχοντες φορολογικοί συντελεστές που επιβάλλονται στα εν λόγω προϊόντα είναι συχνά αρκετά χαμηλοί και ενδεχομένως να απαιτηθεί χρόνος έως ότου τα προϊόντα αυτά να είναι σε θέση να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις τα παραδοσιακά καύσιμα κίνησης, στη νέα οδηγία προβλέπονται μακρές μεταβατικές περίοδοι για την ευθυγράμμιση των φορολογικών συντελεστών. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν για δώδεκα έτη να παρέχουν ευνοϊκή μεταχείριση στο CNG και το LPG.

Ποιες θα είναι οι συνέπειες της πρότασης για τα βιοκαύσιμα;

Σήμερα, τα βιοκαύσιμα φορολογούνται, βάσει του όγκου, με τον ίδιο συντελεστή με το καύσιμο που πρόκειται να αντικαταστήσουν, γεγονός που συνιστά ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Δυνάμει της πρότασης, τα βιοκαύσιμα θα φορολογούνται βάσει του – γενικά χαμηλότερου – ενεργειακού περιεχομένου τους. Επίσης, θα εξαιρούνται από τη φορολογική συνιστώσα του διοξειδίου του άνθρακα, ώστε να αντανακλάται η καλύτερή απόδοσή τους όσον αφορά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Εντούτοις, η ευνοϊκή αυτή αντιμετώπιση προορίζεται για βιοκαύσιμα που πληρούν ορισμένα κριτήρια αειφορίας, που ορίζονται στο άρθρο 17 της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες (2009/28/ΕΚ) και στο άρθρο 7β της οδηγίας για την ποιότητα των καυσίμων (2009/30/ΕΚ).

Ποιες θα είναι οι συνέπειες για τα καύσιμα θέρμανσης;

Και στην περίπτωση των καυσίμων θέρμανσης, η νέα οδηγία πρόκειται να εξαλείψει τη σημερινή διακριτική μεταχείριση των ενεργειακών προϊόντων επειδή θα υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν το ίδιο επίπεδο φορολογίας ανά t/CO2 καθώς και ανά GJ. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι θα πρέπει να αυξηθούν οι σημερινοί ιδιαίτερα χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές που ισχύουν για τον άνθρακα, το προϊόν με το μεγαλύτερο περιεχόμενο σε διοξείδιο του άνθρακα,.

Ταυτόχρονα, με την εισαγωγή φορολογικής συνιστώσας για το διοξείδιο του άνθρακα, η φορολογία των προϊόντων θέρμανσης θα απηχεί για πρώτη φορά την επίδραση των προϊόντων στο κλίμα. Καθώς όλες οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στο ΣΕΔΕ της ΕΕ θα απαλλάσσονται αυτομάτως από την εν λόγω φορολογία, με την προτεινόμενη οδηγία θα δημιουργηθούν επίσης ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ εγκαταστάσεων εντός και εκτός ΣΕΔΕ της ΕΕ και θα διασφαλιστεί ότι όλες οι πηγές εκπομπών θα συμβάλλουν στην προσπάθεια για τη μείωση των θερμοκηπικών αερίων.

Με ποιον τρόπο αντιμετωπίζεται η ηλεκτρική ενέργεια;

Κατ’ αρχήν, η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή φορολογία δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ηλεκτρική ενέργεια. Όπως έως τώρα, ο φόρος που σχετίζεται με το ενεργειακό περιεχόμενο θα επιβάλλεται στο σημείο κατανάλωσης και ο ελάχιστος συντελεστής δεν θα τροποποιηθεί.

Όσον αφορά τη φορολογική συνιστώσα για το διοξείδιο του άνθρακα, είναι δυνατό να επιβάλλεται μόνο στα καύσιμα για ηλεκτροπαραγωγή, καθώς η ηλεκτρική ενέργεια δεν επιφέρει εκπομπές στο σημείο κατανάλωσης. Η ηλεκτροπαραγωγή όμως υπόκειται στο ΣΕΔΕ της ΕΕ και, ως εκ τούτου, θα εξαιρείται από τη φορολογική συνιστώσα για το διοξείδιο του άνθρακα. Ωστόσο, η συνιστώσα φόρου επί του διοξειδίου του άνθρακα θα ισχύει για μικρές εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο ΣΕΔΕ της ΕΕ λόγω του μεγέθους τους.

Η πρόταση θα έχει επιπτώσεις στην πυρηνική ενέργεια;

Η πρόταση δεν θα επηρεάσει την αντιμετώπιση της πυρηνικής ενέργειας. Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από πυρηνικές πηγές φορολογείται στο σημείο κατανάλωσης, όπως και η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από άλλες πηγές. Οι φόροι στα πυρηνικά καύσιμα, όπως οι φόροι που θεσπίστηκαν προσφάτως στη Γερμανία, δεν εμπίπτουν στην οδηγία για την ενεργειακή φορολογία και, συνεπώς, δεν επηρεάζονται από την εν λόγω αναθεώρηση.

Ποιες οι συνέπειες της νέας πρότασης στα νοικοκυριά;

Επειδή τα νοικοκυριά ευθύνονται για το 10% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμπεριλάβουν τον τομέα αυτό στις στρατηγικές τους, άσχετα με τα μέσα που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν (λ.χ. φόρος επί του διοξειδίου του άνθρακα ή απαίτηση για αντικατάσταση των συστημάτων θέρμανσης). Οι περιβαλλοντικές πολιτικές μερικές φορές πλήττουν τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, ιδιαίτερα εκείνων με χαμηλό εισόδημα. Συνεπώς, είναι ευρέως αποδεκτό ότι οι φιλόδοξες περιβαλλοντικές πολιτικές χρειάζονται ισχυρά δίχτυα ασφαλείας και πρέπει να συνοδεύονται από κοινωνικά μέτρα. Ο αντίκτυπος του προτεινόμενου νέου φόρου ενέργειας/διοξειδίου του άνθρακα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη θα αποφασίζουν να ανακυκλώνουν τα έσοδα από τον φόρο αυτό. Για παράδειγμα, είναι δυνατό να αξιοποιήσουν μέρος των εσόδων ως αποζημίωση σε νοικοκυριά (ιδιαίτερα σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος) με κατ’ αποκοπή πληρωμές. Εξάλλου, είναι δυνατόν να αναδιανέμεται αποτελεσματικά μέρος των εσόδων από την ενεργειακή φορολογία, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στα νοικοκυριά. Πολύ συχνά, τα κράτη μέλη που έχουν ήδη θεσπίσει φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα συνοδεύουν τα μέτρα αυτά με αποτελεσματικά κοινωνικά μέτρα.

Επιπλέον, βάσει της πρότασης, τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν μειωμένο συντελεστή για ενεργειακά προϊόντα προοριζόμενα για οικιακή θέρμανση. Ωστόσο, σε αντίθεση με την ισχύουσα οδηγία όπου η επιλογή μειωμένου συντελεστή ισχύει μόνο για το φυσικό αέριο, τον άνθρακα και την ηλεκτρική ενέργεια, τα κράτη μέλη θα μπορούν να εφαρμόζουν την εξαίρεση αυτή ισότιμα για όλα τα καύσιμα θέρμανσης για οικιακή χρήση (συμπεριλαμβανομένων του πετρελαίου θέρμανσης και του άνθρακα). Η Επιτροπή θα επανεξετάσει τις επιπτώσεις της εν λόγω εξαίρεσης, σε έκθεση μετά από δύο έτη.

Θα λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες ορισμένων τομέων;

Ένας από τους στόχους της αναθεωρημένης οδηγίας για την ενεργειακή φορολογία είναι να διασφαλίζεται ότι εφαρμόζεται συνεπέστερα και αποτελεσματικότερα σε ολόκληρη την ΕΕ. Το νέο φορολογικό σύστημα θα κάνει διάκριση μόνο μεταξύ τομέων που εμπίπτουν στο ΣΕΔΕ της ΕΕ, όπου ήδη ισχύει τιμή για τις ανθρακούχες εκπομπές, και τομέων εκτός ΣΕΔΕ της ΕΕ, οι οποίοι θα υποχρεούνται να καταβάλλουν τον φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα.

Ωστόσο, προς αποφυγή ανεπιθύμητων επιπτώσεων, προτείνονται ορισμένοι ειδικοί κανόνες για τομείς που εκτίθενται στον κίνδυνο διαρροής άνθρακα (ήτοι βιομηχανίες που εκπέμπουν θερμοκηπικά αέρια και ενδεχομένως να μπουν στον πειρασμό να μεταφέρουν την παραγωγή τους εκτός της ΕΕ ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές). Οι τομείς αυτοί θα επωφελούνται από πίστωση φόρου βάσει της εξέλιξης της κατανάλωσής τους για τη φορολογική συνιστώσα που σχετίζεται με το διοξείδιο του άνθρακα. Έως έναν βαθμό, η αναθεωρημένη οδηγία θα εξακολουθήσει να λαμβάνει υπόψη την ιδιαιτερότητα της γεωργίας, δεδομένου ότι θα παρέχεται η δυνατότητα εξαίρεσης καυσίμων από την ενεργειακή φορολογία εφόσον αναληφθούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις υπέρ του περιβάλλοντος και της ενεργειακής αποδοτικότητας.

Τέλος, έχουν προταθεί μεταβατικές περίοδοι προκειμένου να αποφευχθούν απότομες αλλαγές για τους χρήστες ορισμένων ενεργειακών προϊόντων (όπως για το ντίζελ, βλ. παραπάνω).

Τι ισχύει για τα εισαγόμενα προϊόντα;

Η επιβολή τιμής για τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα από την παραγωγή εντός της ΕΕ μπορεί να προκαλέσει στρεβλώσεις έναντι παραγωγών σε τρίτες χώρες όπου δεν εφαρμόζονται παρόμοιοι μηχανισμοί. Η πλειονότητα των βιομηχανιών που εκπέμπουν θερμοκηπικά αέρια και εκτίθενται στον κίνδυνο «διαρροής άνθρακα» καλύπτονται από το ΣΕΔΕ της ΕΕ. Εν προκειμένω, η ΕΕ έχει λάβει την απόφαση να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της διαρροής άνθρακα με την κατανομή μεγαλύτερου μεριδίου δωρεάν δικαιωμάτων στους τομείς που είναι εκτεθειμένοι, αντί να προσπαθεί να επιβάλει «συνοριακό φόρο ανθρακούχων εκπομπών» στα εισαγόμενα προϊόντα. Έτσι, η αναθεωρημένη οδηγία ενεργειακής φορολογίας δεν προβλέπει «συνοριακό φόρο ανθρακούχων εκπομπών» για τα εισαγόμενα προϊόντα. Οι μη υπαγόμενες στο ΣΕΔΕ της ΕΕ βιομηχανίες που θα υπόκεινται σε φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα είναι γενικά μικρότερου μεγέθους, λιγότερο ευάλωτες στον διεθνή ανταγωνισμό και λιγότερο εκτεθειμένες σε ενδεχόμενη διαρροή άνθρακα. Ωστόσο, η πρόταση περιέχει διατάξεις για εγκαταστάσεις σε τομείς/κλάδους που ενδέχεται να εκτίθενται σε κίνδυνο διαρροής άνθρακα (λ.χ. τομείς/κλάδοι με υψηλή ένταση ενέργειας και υψηλό βαθμό έκθεσης στον κίνδυνο διαρροής, όπως ορισμένες εξορυκτικές κατεργασίες), όπως ακριβώς οι διατάξεις του ΣΕΔΕ της ΕΕ για τις βιομηχανίες που εκτίθενται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα. Οι τομείς αυτοί θα λαμβάνουν πίστωση φόρου για τη φορολογική συνιστώσα του διοξειδίου του άνθρακα που θα βασίζεται στο ιστορικό της ενεργειακής τους κατανάλωσης, λύση η οποία τις προστατεύει από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ παράλληλα παρέχει κίνητρο ώστε να μειώσουν τις εκπομπές τους.

Συγκεφαλαιωτικά, ποιες είναι οι ισχύουσες εξαιρέσεις δυνάμει της οδηγίας για την ενεργειακή φορολογία και πώς θα εξελιχθούν στο μέλλον;

Τα κράτη μέλη θα διατηρήσουν σε μεγάλο βαθμό την ευελιξία που έχουν σήμερα, σύμφωνα με τους στόχους των πολιτικών για την ενέργεια και το κλίμα.

  • Όσον αφορά τα καύσιμα κίνησης, σκοπός της πρότασης είναι, μετά από μεταβατική περίοδο, να εφαρμοστεί ενιαία αντιμετώπιση όλων των προϊόντων από άποψης περιεχομένου σε ενέργεια και διοξείδιο του άνθρακα. Συνεπώς, θα καταργηθούν μακροπρόθεσμα (έως το 2023) οι ισχύουσες εξαιρέσεις για τα βιοκαύσιμα, το CNG (πεπιεσμένο φυσικό αέριο) και το LPG (υγραέριο). Αυτό σημαίνει ότι από το 2023 εξαιρέσεις για οποιοδήποτε προϊόν θα παρέχονται μόνο εάν δικαιολογούνται από το ισοζύγιό του σε διοξείδιο του άνθρακα.

  • Όσον αφορά τα καύσιμα θέρμανσης που χρησιμοποιούνται από επιχειρήσεις, οι ισχύοντες κανόνες επιτρέπουν στα κράτη μέλη, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μέχρι και να μηδενίζουν τους φορολογικούς συντελεστές για ενεργειοβόρες επιχειρήσεις και να τους μειώνουν έως και 50% σε σχέση με τους ελάχιστους συντελεστές της ΕΕ για άλλες επιχειρήσεις. Προκειμένου να περιοριστούν οι στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών μελών και να αποφεύγονται προβλήματα ως προς την κρατική ενίσχυση, η αναθεωρημένη οδηγία θα επιτρέπει στα κράτη μέλη μειώσεις φόρων διακριτικού χαρακτήρα υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι ελάχιστοι ευρωπαϊκοί συντελεστές (τόσο για τον ενεργειακό φόρο όσο και για τον φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα). Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο ΣΕΔΕ της ΕΕ θα εξαιρούνται αυτομάτως από τον φόρο επί του διοξειδίου του άνθρακα. Επιπλέον, στις επιχειρήσεις σε τομείς/κλάδους που εκτίθενται στον κίνδυνο διαρροής άνθρακα θα παρέχεται υποχρεωτική πίστωση φόρου για το διοξείδιο του άνθρακα. Αμφότεροι οι κανόνες θα εφαρμόζονται υποχρεωτικώς από τα κράτη μέλη, ώστε να αποτρέπονται στρεβλώσεις.

  • Όσον αφορά την οικιακή θέρμανση, η σημερινή ευελιξία που διαθέτουν τα κράτη μέλη να εξαιρούν ορισμένα προϊόντα (αέριο, άνθρακα, οπτάνθρακα και ηλεκτρική ενέργεια) θα επεκταθεί σε όλα τα καύσιμα θέρμανσης (περιλαμβανομένων των πετρελαιοειδών), ώστε να διασφαλίζεται η συνεπής αντιμετώπιση των ενεργειακών προϊόντων. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή θα αναφέρει τις επιπτώσεις της εξαίρεσης αυτής στην τακτική έκθεσή της, στην οποία θα αξιολογεί κατά πόσον συνάδει με τους στόχους των πολιτικών για την ενέργεια και το κλίμα.

  • Η γεωργία θα συνεχίσει να επωφελείται από χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές, αν και οι τελευταίοι θα εξαρτώνται πλέον από τους περιβαλλοντικούς στόχους, ώστε να διασφαλίζεται ότι και η γεωργία συμβάλλει στην κοινή προσπάθεια για εξοικονόμηση ενέργειας.

  • Τα κράτη μέλη θα διατηρούν την επιλογή να παρέχουν ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση όταν αυτό δικαιολογείται από περιβαλλοντική άποψη, όπως στην περίπτωση της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ή της, ιδιαίτερα αποδοτικής, συμπαραγωγής θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας.

  • Η εν λόγω πρόταση δεν θα αλλάξει τις ισχύουσες εξαιρέσεις για τη διεθνή αεροπορία και τις θαλάσσιες μεταφορές, λόγω των υφιστάμενων διεθνών υποχρεώσεων και του κινδύνου στρεβλώσεων του ανταγωνισμού σε περίπτωση μονομερών δράσεων των κρατών μελών. Ωστόσο, οι εξαιρέσεις αυτές θα επανεξεταστούν στην τακτική έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας.

  • Εννέα νέα κράτη μέλη (Βουλγαρία, Δημοκρατία της Τσεχίας, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία) θα επωφεληθούν από τη μεταβατική περίοδο έως το 2020, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν θα χρειάζεται να επιβάλλουν τη φορολογική συνιστώσα για το διοξείδιο του άνθρακα. Την πρόβλεψη αυτή δικαιολογούν τα γενικώς χαμηλότερα επίπεδα εισοδήματος στις χώρες αυτές.

Οι ελάχιστοι συντελεστές θα προσαρμόζονται σε εξωτερικές εξελίξεις όπως ο πληθωρισμός ή στις εξελίξεις στην τιμή του διοξειδίου του άνθρακα;

Ναι. Πρόκειται για ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της πρότασης. Οι ελάχιστοι συντελεστές θα προσαρμόζονται σε εξωτερικές εξελίξεις όπως ο πληθωρισμός και οι αυξομειώσεις της τιμής του διοξειδίου του άνθρακα. Με τον τρόπο αυτό, στην αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή φορολογία θα αποτυπώνονται εντονότερα οι εξωτερικοί παράγοντες. Ο ελάχιστος συντελεστής για το ενεργειακό περιεχόμενο θα διατηρεί την πραγματική αξία του και θα προσαρμόζεται ανά τριετία σύμφωνα με το βασικό ποσοστό πληθωρισμού (το ποσοστό πληθωρισμού προϊόντων εκτός τροφίμων και ενέργειας). Όσον αφορά τον ελάχιστο συντελεστή που σχετίζεται με το διοξείδιο του άνθρακα, η οδηγία προβλέπει τακτική αναθεώρηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο ελάχιστος συντελεστής ευθυγραμμίζεται με την τιμή του διοξειδίου του άνθρακα κατά το ΣΕΔΕ της ΕΕ και ότι ελαχιστοποιούνται εν προκειμένω οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων εντός και εκτός ΣΕΔΕ της ΕΕ.

Ποιες χώρες επιβάλλουν ήδη φόρο διοξειδίου του άνθρακα;

Επί του παρόντος, φόρο διοξειδίου του άνθρακα επιβάλλουν η Δανία, η Ιρλανδία, η Φινλανδία και η Σουηδία. Ωστόσο, οι οικείοι εθνικοί συντελεστές καθορίζονται σε πολύ διαφορετικά επίπεδα και δεν αντανακλούν την τιμή του διοξειδίου του άνθρακα βάσει του ΣΕΔΕ της ΕΕ.

Πότε θα αρχίσει να ισχύει η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή φορολογία;

Η αναθεωρημένη οδηγία είναι δυνατό να αρχίσει να ισχύει από το 2013, ώστε να εφαρμοστεί παράλληλα με την τρίτη φάση του ΣΕΔΕ της ΕΕ. Θα προβλέπεται εύλογη περίοδος σταδιακής εφαρμογής, ώστε τα κράτη μέλη να αναδιαρθρώσουν τους φόρους τους και οι εθνικές διοικήσεις, οι επιχειρήσεις και ο τομέας της ενέργειας να έχουν χρόνο να προσαρμοστούν. Με την πρόβλεψη μακρών μεταβατικών περιόδων για την πλήρη εναρμόνιση της φορολογίας του ενεργειακού περιεχομένου, έως το 2023, η βιομηχανία θα έχει τα χρονικά περιθώρια για να προσαρμοστεί στη νέα δομή της φορολογίας.

Βλ. επίσης IP/11/468


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website