Navigation path

Left navigation

Additional tools

MEMO/10/563

Βρυξέλλες, 10 Νοεμβρίου 2010

Ο υπολογισμός της αναπροσαρμογής των μισθών/ συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ: η αναπροσαρμογή για το 2010/11

Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης ορίζει ρητά τους κανόνες για την ετήσια αναπροσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ σε όλα τα όργανα και τους οργανισμούς συνδέοντας αυτές με την αγοραστική δύναμη των δημοσίων υπαλλήλων 8 κρατών μελών που αντιπροσωπεύουν το 76% του ΑΕΠ της ΕΕ. Έτσι, οι μισθοί των υπαλλήλων της ΕΕ ακολουθούν την εξέλιξη των μισθών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων στις 8 αυτές χώρες (DE, FR, UK, IT, ES, NL, BE, LU). Οι κανόνες αυτοί δεν παρέχουν στην Επιτροπή ή το Συμβούλιο τη δυνατότητα να εφαρμόσουν, κατά διακριτική ευχέρεια, άλλα κριτήρια.

Η μέθοδος αναπροσαρμογής των μισθών και συντάξεων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης δέσμης μεταρρυθμίσεων του 2004, που περιλάμβανε δημιουργία της κατηγορίας των χαμηλόμισθων συμβασιούχων υπαλλήλων, αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης, μείωση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αύξηση των συνταξιοδοτικών εισφορών, έκτακτη εισφορά αυξανόμενη ετησίως έως το 2012 (με ανώτατο ποσοστό 5,5%) και μείωση των μισθών πρόσληψης.

Η μέθοδος αναπροσαρμογής σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης εξασφαλίζει την παράλληλη εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μείωση της αγοραστικής δύναμης στα προαναφερόμενα κράτη μέλη έχει ως αντίκτυπο αντίστοιχη μείωση της αγοραστικής δύναμης των υπαλλήλων της ΕΕ. Όσον αφορά τους υπαλλήλους που εργάζονται στην έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναπροσαρμογή των μισθών λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις του κόστους ζωής στις Βρυξέλλες (το ύψος της αναπροσαρμογής υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό του δείκτη διακύμανσης του κόστους ζωής στις Βρυξέλλες με τον ειδικό δείκτη που μετρά τις μεταβολές στην αγοραστική δύναμη των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων). Για τους υπαλλήλους της ΕΕ που εργάζονται σε άλλους τόπους, εφαρμόζονται δείκτες που συγκρίνουν το κόστος ζωής στον τόπο υπηρεσίας τους με εκείνο στις Βρυξέλλες.

Η Eurostat υπολογίζει την αναπροσαρμογή βασιζόμενη σε στατιστικά στοιχεία που παρέχουν τα 8 κράτη μέλη, και το Συμβούλιο πρέπει να λάβει τη σχετική απόφαση πριν από το τέλος του εκάστοτε έτους.

Υπάρχει πάντα χρονική υστέρηση δεδομένου ότι η ετήσια αναπροσαρμογή στηρίζεται σε στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη τα οποία αντικατοπτρίζουν τις εξελίξεις κατά το προηγούμενο έτος αναφοράς και καθορίζουν την αναπροσαρμογή των μισθών και των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ για το επόμενο έτος. Ως εκ τούτου, μερικές από τις πρόσφατες μειώσεις μισθών σε εθνικό επίπεδο αντικατοπτρίζονται στην προσαρμογή του τρέχοντος έτους. Άλλες θα επηρεάσουν την αναπροσαρμογή του επόμενου έτους. Οι επικρίσεις κατά της μεθόδου το περασμένο έτος ήταν αποτέλεσμα της χρονικής υστέρησης μέχρις ότου η Eurostat λάβει τα εθνικά στοιχεία.

Η μέθοδος έχει αποδείξει την αξία της, με την πάροδο του χρόνου, ως μηχανισμός δίκαιος τόσο έναντι του προσωπικού όσο και έναντι του ευρωπαίου φορολογούμενου, καθώς συνδέει τους μισθούς των υπαλλήλων των οργάνων της ΕΕ με την αγοραστική δύναμη των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων. Εκτός αυτού, έχει εξαλείψει την ανάγκη για αντιπαράθεση με το Συμβούλιο στο πλαίσιο των ετήσιων μισθολογικών διαπραγματεύσεων.

Η κατάσταση για το έτος 2010/11

Η αγοραστική δύναμη των δημοσίων υπαλλήλων στα 8 κράτη μέλη αναφοράς μειώθηκε κατά – 2%.

Αυτό πρέπει να αντικατοπτριστεί στο ευρωπαϊκό επίπεδο για τους των δημόσιους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο διεθνής δείκτης Βρυξελλών – ένας στοχοθετημένος δείκτης πληθωρισμού για το εκπατρισμένο προσωπικό στις Βρυξέλλες που αποτελεί δείκτη αναφοράς – είναι + 2,4%. Για να φτάσουμε σε μείωση – 2% της αγοραστικής δύναμης, οι μισθοί θα πρέπει να αυξηθούν κατά + 0,4% για το προσωπικό των Βρυξελλών και του Λουξεμβούργου (που έχουν την ίδια μεταχείριση).

Σημ.: Ο βελγικός δείκτης πληθωρισμού είναι υψηλότερος (+ 2,7%) από τον στοχοθετημένο διεθνή δείκτη που εξαρτάται από τα διάφορα αγοραστικά μοντέλα των τοπικών και των εκπατρισμένων πληθυσμών (π.χ. υψηλότερο μερίδιο για το κόστος των διεθνών ταξιδιών και επικοινωνιών καθώς και ενοικίων στέγασης σε σχέση με τον τοπικό πληθυσμό).

Μια αύξηση του μισθού της τάξης + 0,4% στις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο δεν συνεπάγεται ότι αυτή η αύξηση εφαρμόζεται σε όλους τους τόπους υπηρεσίας των υπαλλήλων της ΕΕ. Η μείωση κατά – 2% της αγοραστικής δύναμης είναι ο δείκτης που πρέπει να ληφθεί υπόψη σε όλους τους τόπους υπηρεσίας και ο οποίος οδηγεί σε διαφορετική αναπροσαρμογή ανάλογα με τον τόπο.

Για παράδειγμα, στο Varese της Ιταλίας, που μετά τις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο είναι το τρίτο μεγαλύτερο κέντρο της Επιτροπής (Κοινό Κέντρο Ερευνών) με περίπου 1500 μέλη προσωπικού, οι μισθοί θα μειωθούν κατά – 4,6% λόγω της μείωσης του κόστους ζωής εκεί.

Το οριστικό ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής είναι υψηλότερο από το προσωρινό ποσοστό που είχε ανακοινωθεί στις αρχές Οκτωβρίου δεδομένου ότι μεταβλήθηκαν οι πληροφορίες που διαβίβασαν στην EUROSTAT τα κράτη μέλη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διαβίβασε στην Eurostat επιπρόσθετα στοιχεία ως αποτέλεσμα της μεγαλύτερης μείωσης της αγοραστικής δύναμης για τους Βρετανούς δημόσιους υπαλλήλους, ενώ η Ισπανία ανακοίνωσε ότι μέρος των μέτρων λιτότητας θα εφαρμοστεί κατά το επόμενο έτος.

Από την έναρξη εφαρμογής της μεθόδου το 2004, οι μισθοί των υπαλλήλων της ΕΕ έχουν απολέσει το 5,3% της αγοραστικής τους δύναμης.

Άλλα σχετικά στοιχεία ως προς τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων της ΕΕ:

Η συνταξιοδοτική εισφορά την οποία καταβάλλουν οι δημόσιοι υπάλληλοι της ΕΕ θα μειωθεί από 11,3% σε 11,0% επί του μηνιαίου μισθού τους.

Η ειδική εισφορά, ένας ειδικός φόρος που καθιερώθηκε το 2004 στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, θα αυξηθεί από 5,07% σε 5,50%.

Ο συνολικός αντίκτυπος επί του προϋπολογισμού θα είναι αύξηση των δαπανών της τάξης των 9,7 εκατομμυρίων ευρώ, που αντιπροσωπεύει αύξηση του όγκου των μισθών και των συντάξεων στον προϋπολογισμό κατά +0,2%.

Τι συμβαίνει ως προς την προσφυγή στο Δικαστήριο (υπόθεση C-40/10 Επιτροπή κατά του Συμβουλίου);

Το Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα πέρσι να μη δεχτεί την πρόταση της Επιτροπής που ελάμβανε υπόψη τις αυξήσεις στα κράτη μέλη, και εφάρμοσε αύξηση κατά 1,85% αντί για το 3,7% που είχε υπολογιστεί σύμφωνα με τη μέθοδο όπως αυτή καθορίζεται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως.

Η Επιτροπή ως θεματοφύλακας της Συνθήκης και της νομοθεσίας της ΕΕ, με την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προσέφυγε στο Δικαστήριο για την ακύρωση του κανονισμού του Συμβουλίου λόγω παράβασης του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2010 και η απόφαση αναμένεται να εκδοθεί κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011.

Κύρια στοιχεία της ετήσιας αναπροσαρμογής 2010/2011:

Μείωση της αγοραστικής δύναμης των δημοσίων υπαλλήλων στα οκτώ κράτη μέλη αναφοράς: - 2%.

Απώλεια της αγοραστικής δύναμης των υπαλλήλων της ΕΕ: - 2,0%.

Διεθνής δείκτης Βρυξελλών (πληθωρισμός): + 2,4%.

Πληθωρισμός Βελγίου: + 2,7%.

Αύξηση του ακαθάριστου βασικού μισθού των δημοσίων υπαλλήλων της ΕΕ που είναι τοποθετημένοι στις Βρυξέλλες ή το Λουξεμβούργο: + 0,4%.

Αντίκτυπος του συνολικού ποσού για μισθούς και συντάξεις, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της συνταξιοδοτικής εισφοράς και της αύξησης της ειδικής εισφοράς (φόρος): + 0.2%.

Αντίκτυπος επί του (σχεδίου) προϋπολογισμού του 2011: 0,0068%.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website