Navigation path

Left navigation

Additional tools

memO/10/424

Bρυξέλλες, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ευρυζωνικότητα: Η Επιτροπή καθορίζει κοινή προσέγγιση της ΕΕ για υπερταχέα ευρυζωνικά δίκτυα

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε σύσταση προς τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να ρυθμίζουν την ανταγωνιστική πρόσβαση τρίτων σε υπερταχέα δίκτυα οπτικής ίνας (επίσης γνωστά ως δίκτυα «πρόσβασης επόμενης γενιάς» - NGA) που προσφέρουν ευρυζωνικές συνδέσεις υψηλής ταχύτητας σε κατοικίες και χώρους εργασίας. Οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να εφαρμόζουν τις νέες κατευθυντήριες γραμμές στην τρέχουσα λήψη αποφάσεων, μόλις το κείμενο δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την οδηγία πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες (2002/21/ΕΚ), οι ρυθμιστικές αρχές είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν «ιδιαιτέρως υπόψη» τη σύσταση της Επιτροπής και να αιτιολογούν οποιαδήποτε απόκλιση από αυτήν. Η σύσταση παρέχει ρυθμιστική σαφήνεια στους φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών, διασφαλίζοντας την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης να ενθαρρυνθούν οι επενδύσεις και της ανάγκης να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός. Θα συμβάλει στην τόνωση των επενδύσεων σε ανταγωνιστικά υπερταχέα ευρυζωνικά δίκτυα, που αποτελεί τον κύριο στόχο του Ψηφιακού Θεματολογίου για την Ευρώπη (IP/10/581) και της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» . Η σύσταση εντάσσεται στη δέσμη μέτρων για την ευρυζωνικότητα που παρουσιάζει σήμερα η Επιτροπή (βλ. IP/10/1142).

Η σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τη ρυθμιζόμενη πρόσβαση σε δίκτυα πρόσβασης νέας γενιάς καθορίζει ενιαία πανευρωπαϊκή προσέγγιση για την κανονιστική ρύθμιση δικτύων που βασίζονται στις οπτικές ίνες. Τα δίκτυα οπτικής ίνας συμπληρώνουν ή αντικαθιστούν τα παραδοσιακά σταθερά χάλκινα δίκτυα σταθερής πρόσβασης τα οποία είναι ικανά να παρέχουν περιορισμένο εύρος ζώνης. Η ανάπτυξη δικτύων οπτικής ίνας απαιτεί σημαντικές επενδύσεις. Ωστόσο, οι οπτικές ίνες είναι το επόμενο βήμα της φυσιολογικής τεχνολογικής εξέλιξης του τομέα των σταθερών τηλεπικοινωνιών και είναι απαραίτητες για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων για την ευρυζωνικότητα που ορίζονται στο ψηφιακό θεματολόγιο (βλ. IP/10/581, MEMO/10/199 και MEMO/10/200).

Βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις τηλεπικοινωνίες, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών οφείλουν να ενθαρρύνουν τις αποδοτικές επενδύσεις και να προωθούν τον ανταγωνισμό. Όταν ο ανταγωνισμός δεν είναι αποτελεσματικός, οι ρυθμιστικές αρχές μπορούν ― μετά από διεξοδική ανασκόπηση της αγοράς, όπως ορίζεται στην οδηγία πλαίσιο της ΕΕ για τις τηλεπικοινωνίες (2002/21/EΚ) ― να επιβάλλουν εκ των προτέρων κανονιστικά μέτρα στις κατέχουσες δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεις ώστε να αντιμετωπιστεί αυτή η αδυναμία της αγοράς. Η νέα σύσταση της Επιτροπής δίνει στις ρυθμιστικές αρχές τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές για τις αγορές «πρόσβασης επόμενης γενιάς» που βασίζονται στις οπτικές ίνες.

Πρόσβαση νέας γενιάς

Τόσο οι πάγια εδραιωμένοι κατεστημένοι φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών όσοι και οι προσφάτως εμφανισθέντες αναβαθμίζουν επί του παρόντος τα υφιστάμενα δίκτυά τους από χαλκό σε δίκτυα οπτικής ίνας, επενδύοντας σε δίκτυα «οπτικής ίνας έως τον κόμβο» (FTTN) ή «οπτικής ίνας έως το σπίτι» (FTTH). Στην ΕΕ, οι μεγάλες εταιρείες τηλεπικοινωνιών (που μπορεί να είχαν στο παρελθόν το μονοπώλιο) ανταγωνίζονται με άλλους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες βασιζόμενες, για παράδειγμα, στα καλωδιακά δίκτυα, στην «αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου» (LLU) που στηρίζεται στην αδεσμοποίητη πρόσβαση στο τελευταίο χιλιόμετρο των κατεστημένων φορέων, καθώς και στην πρόσβαση διφυορεύματος στα δίκτυα αυτά.

Αναγκαία η δράση της Επιτροπής

Η εξάπλωση στην ΕΕ των δικτύων πρόσβασης επόμενης γενιάς που βασίζονται στις οπτικές ίνες βρίσκεται ακόμα σε σχετικά πρώιμο στάδιο. Ωστόσο, πληθαίνουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που έχουν αρχίσει να εξετάζουν ζητήματα ρύθμισης της πρόσβασης σε δίκτυα NGA, στο πλαίσιο των τακτικών ανασκοπήσεων της αγοράς. Αυξάνεται ο αριθμός των ρυθμιστικών μέτρων που κοινοποιούνται στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης κατά το άρθρο 7 (βλ. MEMO/09/539). Με βάση την εξέταση των μέτρων αυτών, η Επιτροπή έκρινε ότι χωρίς κατευθυντήριες γραμμές προς τις ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών διαγράφεται σαφής κίνδυνος αποκλίσεων μεταξύ των τηλεπικοινωνιακών αγορών των κρατών μελών. Μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να επιφέρει στρεβλώσεις της αγοράς, ως αποτέλεσμα ασυνεπούς κανονιστικής ρύθμισης, καθώς και αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις που επενδύουν σε δίκτυα πρόσβασης νέας γενιάς.

Η σύσταση της Επιτροπής θα έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη συνοχή και σαφήνεια στις αποφάσεις των ρυθμιστικών αρχών τηλεπικοινωνιών, ώστε να ενθαρρυνθούν έγκαιρες και αποτελεσματικές επενδύσεις στο τομέα των δικτύων NGA σε ολόκληρη την ενιαία αγορά της ΕΕ, ενισχύοντας ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό στην αγορά των ευρυζωνικών υπηρεσιών.

Εξισορρόπηση των αναγκών των καθιερωμένων και των νέων φορέων της αγοράς

Με τη σύσταση για την πρόσβαση επόμενης γενιάς παρέχονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τα εργαλεία για την υποστήριξη των νεοεισερχόμενων στην αγορά NGA, καθώς και για την υποστήριξη των υποδομών με βάση επενδύσεις από τους κατεστημένους παράγοντες της αγοράς. Για παράδειγμα, κατά τον καθορισμό κοστοστρεφών τιμών πρόσβασης για επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση στις εθνικές αγορές ευρυζωνικών συνδέσεων, οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει επίσης να λαμβάνουν δεόντως υπόψη κάθε επενδυτικό κίνδυνο, μέσω ασφάλιστρου κινδύνου. Ταυτόχρονα, η σύσταση αποβλέπει στη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά και τον ανταγωνισμό εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να αναρριχηθούν στην «επενδυτική κλίμακα» και, σταδιακά, να αναπτύξουν τη δική τους δικτυακή υποδομή.

Συγκεκριμένα, η σύσταση NGA ενισχύει ορισμένες θεμελιώδεις αρχές που πρέπει να τηρούν οι ρυθμιστικές αρχές της ΕΕ:

  • Πρώτον, δεν θα επιτρέπεται «ρυθμιστική ανάπαυλα» για επιχειρήσεις κατέχουσες δεσπόζουσα θέση, αλλά η ρύθμιση των τιμών για την πρόσβαση στα δίκτυα οπτικής ίνας θα αντανακλά πλήρως τον επενδυτικό κίνδυνο και θα προσφέρει στις επενδυτικές εταιρείες τη δυνατότητα ελκυστικών κερδών. Με δεδομένα το δυνητικό μέγεθος των εν λόγω επενδύσεων και τις τρέχουσες χαμηλές αποδόσεις σε πολλές κατηγορίες χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων, πρόκειται για ένα ευνοϊκό πλαίσιο για τις εταιρείες που επιθυμούν να επενδύσουν

  • Δεύτερον, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους πλήρες φάσμα επανορθωτικών μέτρων παροχής πρόσβασης, από τα οποία, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της εθνικής αγοράς, επιλέγουν τον κατάλληλο συνδυασμό που προωθεί την είσοδο στην αγορά και τον ανταγωνισμό στις υποδομές

  • Τρίτον, η εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση για τις οπτικές ίνες πρέπει να αντικατοπτρίζει τις διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των επιμέρους αγορών και περιοχών (αγροτικές και αστικές) εντός συγκεκριμένης αγοράς, με αποτέλεσμα ήπια ρύθμιση όπου είναι ισχυρές οι ανταγωνιστικές δυνάμεις (φορείς εκμετάλλευσης καλωδιακών δικτύων και κινητό Διαδίκτυο).

  • Τέλος, η σύσταση στηρίζει σθεναρά ρυθμίσεις για την από κοινού επένδυση σε δίκτυα NGA και επιτρέπει τον καθορισμό χαμηλότερων τιμών πρόσβασης στον αδεσμοποίητο βρόχο οπτικής ίνας έναντι αρχικών δεσμεύσεων για μακροπρόθεσμες συμβάσεις ή συμβάσεις όγκου.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν «ιδιαιτέρως υπόψη»

Από νομική άποψη, κατά το άρθρο 19 της οδηγίας πλαισίου (οδηγία 2002/21/ΕΚ) απαιτείται από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών τους λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη σύσταση της Επιτροπής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι εν λόγω κανόνες ορίζουν επίσης ότι όταν ρυθμιστική αρχή επιλέξει να μην ακολουθήσει σύσταση της Επιτροπής, οφείλει να υποβάλει στην Επιτροπή γραπτές εξηγήσεις. Μέχρι σήμερα, ήταν υψηλό το επίπεδο συμμόρφωσης των ρυθμιστικών αρχών τηλεπικοινωνιών με τις προηγούμενες συστάσεις της Επιτροπής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Η σύσταση NGA θα τεθεί σε ισχύ μόλις δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναμένεται ότι, από τη στιγμή έναρξης ισχύος, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών θα εφαρμόζουν τις νέες κατευθυντήριες γραμμές στην τρέχουσα λήψη αποφάσεων, συνεργαζόμενες μέσω του Φορέα των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC).

Συνήθεις ερωτήσεις

Ποια είναι η νομική βάση της σύστασης NGA;

Η σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τη ρυθμιζόμενη πρόσβαση σε δίκτυα πρόσβασης νέας γενιάς βασίζεται στο άρθρο 19 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες).

Δεν θα έπρεπε να προστατεύονται για μια αρχική περίοδο οι εταιρείες που επενδύουν τεράστια ποσά σε δίκτυα NGA;

Δεν προβλέπεται ρυθμιστική ανάπαυλα για δίκτυα NGA. Στην πράξη, η πείρα δείχνει ότι είναι δυνατόν να επιλυθούν διαρθρωτικά προβλήματα και να ανοίξουν οι αγορές στον ανταγωνισμό με εκ των προτέρων ρύθμιση η οποία καθορίζει τους όρους για την είσοδο στην αγορά, παρέχει σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο στους δυνητικούς νεοεισερχόμενους και, συνεπώς, ενθαρρύνει τις επενδύσεις. Οι υποκείμενες στις ρυθμίσεις επιχειρήσεις θα επωφεληθούν σημαντικά από το ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) θα πρέπει να συνεκτιμούν πλήρως τον επενδυτικό κίνδυνο.

Ο τομέας των τηλεπικοινωνιών αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης κανονιστικής ρύθμισης και ανταγωνισμού, ενώ η ρύθμιση θα μπορούσε καταργηθεί σταδιακά καθώς θα εξελίσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά.

Γιατί στα νέα δίκτυα οπτικής ίνας εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονταν προηγουμένως στην υποδομή από χαλκό;

Η προσέγγιση της Επιτροπής ακολουθεί τις αρχές της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, οι οποίες βασίζονται σε οικονομική ανάλυση των υπηρεσιών και των αγορών, και όχι στην εκάστοτε υποδομή παροχής τους. Είναι απαραίτητο να καθοριστεί μια δίκαιη αγορά για όλους τους συμμετέχοντες, ανεξαρτήτως της υφιστάμενης υποδομής ή τεχνολογίας. Όμως, η σύσταση δεν συνιστά απλώς επέκταση της εφαρμογής στα νέα δίκτυα οπτικής ίνας των κανόνων που αναπτύχθηκαν για δίκτυα χαλκού, αλλά περιλαμβάνει πολλές καινοτόμες διατάξεις που προσαρμόζουν τους ήδη υφιστάμενους κανόνες στις νέες συνθήκες, της οπτικής ίνας (βλ. παραπάνω).

Τι σημαίνει «σημαντική ισχύς στην αγορά» (ΣΙΑ) στο πλαίσιο του κανονισμού της ΕΕ για τις τηλεπικοινωνίες;

Σε γενικές γραμμές, επιτρέπεται να επιβληθούν εκ των προτέρων οικονομικά ρυθμιστικά μέτρα μόνον εάν, έπειτα από ανάλυση της αγοράς, προκύψει ότι δεν λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Αυτό συμβαίνει όταν η ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι φορέας εκμετάλλευσης έχει σημαντική ισχύ στην αγορά και, συνεπώς, αποφασίσει να επιβάλει τα κατάλληλα επανορθωτικά μέτρα. Η έννοια «σημαντική ισχύς στην αγορά» είναι ισοδύναμη με την έννοια «δεσπόζουσα θέση» κατά τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού, όπως ορίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο άρθρο 7 της οδηγίας πλαισίου για τις τηλεπικοινωνίες (2002/21/ΕΚ), οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποχρεούνται, σε διαβούλευση με τον κλάδο, να αναλύουν τις οικείες αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να προτείνουν κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα για την αντιμετώπιση των αδυναμιών της αγοράς. Εν συνεχεία, οφείλουν να κοινοποιούν τα πορίσματά τους και να προτείνουν μέτρα στην Επιτροπή και τις λοιπές εθνικές αρχές.

Πιο συγκεκριμένα, η εθνική ρυθμιστική αρχή πρέπει να καθορίζει τα όρια της σχετικής αγοράς, να αξιολογεί κατά πόσον ένας ή περισσότεροι παράγοντες έχουν ΣΙΑ στη συγκεκριμένη αγορά και, εφόσον διαπιστωθεί ότι φορέας εκμετάλλευσης κατέχει δεσπόζουσα θέση, να προτείνει κατάλληλα ρυθμιστικά επανορθωτικά μέτρα για να διασφαλιστεί αποτελεσματικός ανταγωνισμός.

Μήπως στην ουσία τίθεται ανώτατο όριο στην απόδοση των επενδύσεων μιας εταιρείας σε δίκτυα πρόσβασης επόμενης γενιάς εφόσον η ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι έχει σημαντική ισχύ στην αγορά;

Όταν διαπιστώσει ότι μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση σε συγκεκριμένη αγορά, η εθνική ρυθμιστική αρχή οφείλει να επιβάλει κανονιστικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας για την πρόσβαση στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (2002/19/ΕΚ). Αυτή η επιβολή δεν θα είναι αυθαίρετη, αλλά ανάλογη προς τη φύση του προβλήματος και των αντίστοιχων δομών της αγοράς. Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να επιβάλλουν κατάλληλο (και όχι πλήρες) σύνολο επανορθωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά.

Για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ρυθμιστική αρχή ενδέχεται να αποφασίσει να μην επιβάλει την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον βρόχο οπτικής ίνας, λόγου χάρη σε τομείς όπου οι υπάρχουσες υποδομές ― όπως δίκτυα οπτικής ίνας έως το σπίτι» (FTTH) ή/και καλωδιακά ― καθώς και ελκυστικές τιμές καταναλωτή είναι πιθανό να επιφέρουν αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Επιπλέον, σε περίπτωση επιβολής υποχρεώσεων πρόσβασης, οι περιστάσεις ενδεχομένως να επιτρέπουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να παραχωρούν ευελιξία τιμών (δηλαδή απαλλαγή από αυστηρότερες υποχρεώσεις τιμολόγησης, όπως η εκ των προτέρων κοστοστρέφεια) σε επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση. Στη σύσταση προβλέπεται επίσης ότι για τα προϊόντα πρόσβασης διφυορεύματος επιτρέπεται να χρησιμοποιείται η τιμή λιανικής αφαιρουμένου του κόστους πρόσβασης.

Σήμερα, ο μέσος όρος των λιανικών εσόδων ανά χρήστη (ARPU) για την ευρυζωνικότητα τρέχουσας γενιάς στην ΕΕ είναι περίπου 37 ευρώ το μήνα, ποσό που αναμένεται να αυξηθεί κατά 10-15% για τα μελλοντικά υπερταχέα ευρυζωνικά προϊόντα. Η προσέγγιση της σύστασης είναι αρκετά ευέλικτη και κλιμακωτή ώστε να μην επενεργήσει ως σιωπηρό ανώτατο όριο στο κέρδος των επενδυτών.

Γιατί στη σύσταση δεν καθορίζεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο το ασφάλιστρο κινδύνου που πρέπει να εφαρμόζουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές;

Οι τιμές για την πρόσβαση βάσει ρυθμιστικών διατάξεων πρέπει να αντανακλούν τη συγκεκριμένη οικονομική κατάσταση του εκάστοτε δικτύου NGA, συνεκτιμώμενου του επενδυτικού κινδύνου. Οι συνθήκες αυτές ενδεχομένως να διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και το είδος της επένδυσης, και επομένως θα ήταν δυσανάλογη και αδικαιολόγητη η επιβολή ενιαίου ασφαλίστρου κινδύνου για την ΕΕ ή ενιαίας τιμής πρόσβασης. Θεωρείται προτιμότερο να ανατεθεί στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ο καθορισμός κανονιστικά ρυθμιζόμενων τιμών (ακόμα περισσότερο και από το σχεδιασμό επανορθωτικών μέτρων) κατόπιν διεξοδικής οικονομικής ανάλυσης της κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, σύμφωνα με τις αρχές που εκτίθενται στη σύσταση της Επιτροπής.

Πως μεθόδευσε η Επιτροπή την προετοιμασία αυτής της σύστασης;

Κατά την εκπόνηση της προσέγγισής της, η Επιτροπή συνεργάστηκε στενά με τις 27 εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών της ΕΕ και με τον Φορέα των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC). Εξάλλου, η σύσταση απετέλεσε αντικείμενο δύο δημόσιων διαβουλεύσεων, το 2008 και το 2009, κατά τις οποίες υποβλήθηκαν συνολικά περίπου 170 εισηγήσεις.

Οι εισηγήσεις κατά τις δύο δημόσιες διαβουλεύσεις έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα: http://ec.europa.eu/information_society/policy/ecomm/library/public_consult/index_en.htm

Τα κράτη μέλη της ΕΕ επίσης στηρίζουν σθεναρά το κείμενο και το ενέκριναν στο πλαίσιο της επιτροπής επικοινωνιών, τον Ιούνιο του 2010.

Για περισσότερες πληροφορίες:

http://ec.europa.eu/information_society/newsroom/cf/itemdetail.cfm?item_id=6070

Βλ. επίσης MEMO/10/426.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website