Navigation path

Left navigation

Additional tools

Υπόμνημα σχετικά με τη δέσμη μέτρων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την αλλαγή του κλίματος

European Commission - MEMO/08/33   23/01/2008

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI CS ET HU LT LV MT PL SK SL BG RO

MEMO/08/33

Βρυξέλλες, 23 Ιανουαρίου 2008

Υπόμνημα σχετικά με τη δέσμη μέτρων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την αλλαγή του κλίματος

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τις τελευταίες δεκαετίες, ο τρόπος ζωής μας και η αυξανόμενη ευημερία της κοινωνίας μας επηρέασαν δραματικά τον τομέα της ενέργειας, μεταβάλλοντας σημαντικά στο πλαίσιο αυτό τις ενεργειακές προοπτικές. Η αύξηση της ζήτησης ενέργειας, η κατακόρυφη άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η αβεβαιότητα ως προς τον ενεργειακό εφοδιασμό και οι φόβοι για αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη μας έκαναν να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε πλέον να θεωρούμε την ενέργεια ως δεδομένο αγαθό. Οι ηγέτες της ΕΕ ανέλαβαν συνεπώς τη δέσμευση να αυξήσουν τη χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ενέργειας ικανής να αντικαταστήσει τα ορυκτά καύσιμα, να διαφοροποιήσει τον ενεργειακό μας εφοδιασμό και να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Η τόνωση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην ενεργειακή απόδοση και στις νέες τεχνολογίες συμβάλλει στην αειφόρο ανάπτυξη και στην ασφάλεια του εφοδιασμού, αλλά και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην οικονομική ανάπτυξη, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην αγροτική ανάπτυξη. Για την προώθηση και τη χρησιμοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας απαιτείται ένα σφαιρικό νομοθετικό πλαίσιο. Μόνο ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να προσφέρει στους επιχειρηματικούς κύκλους τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα που χρειάζονται για να λάβουν ορθολογικές αποφάσεις και να επενδύσουν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε να μπει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια πορεία που θα εγγυάται καθαρότερο, ασφαλέστερο και πιο ανταγωνιστικό ενεργειακό μέλλον.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Τον Ιανουάριο του 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε μια ολοκληρωμένη πρόταση σχετικά με την ενέργεια και την αλλαγή του κλίματος, η οποία κάλυπτε όλες τις πτυχές του ενεργειακού εφοδιασμού, της αλλαγής του κλίματος και της βιομηχανικής ανάπτυξης. Δύο μήνες αργότερα οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκριναν το σχέδιο δράσης και κατέληξαν σε συμφωνία επί της ενεργειακής πολιτικής για την Ευρώπη.

Στο σχέδιο αυτό προβλέπονταν τα εξής:

αύξηση κατά 20% της ενεργειακής απόδοσης
μείωση κατά 20% των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (GHG)
αύξηση του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο 20% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας της ΕΕ μέχρι το 2020
αύξηση του μεριδίου των βιοκαυσίμων στο 10% των καυσίμων κίνησης μέχρι το 2020

Οι στόχοι αυτοί είναι πολύ φιλόδοξοι: σήμερα μόλις το 8,5% της ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Για να επιτευχθεί ο στόχος του 20% μέχρι το 2020, χρειάζεται να καταβληθούν σημαντικές προσπάθειες από όλους τους τομείς της οικονομίας και από όλα τα κράτη μέλη.

Η δίκαιη κατανομή των προσπαθειών επίτευξης του στόχου του 20%, προϋποθέτει την υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής προσέγγισης. Επιπλέον, χρειάζεται να δοθούν στους επενδυτές κάποιες εγγυήσεις ως προς τους στόχους και τη μέθοδο που θα χρησιμοποιηθεί για την επίτευξή τους.

3. Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής υπέρ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας. Με την πρόταση αυτή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να καθορίσει εθνικούς στόχους ως προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που να επιτρέπουν την υλοποίηση του δεσμευτικού γενικού στόχου της αύξησης του ποσοστού κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο 20% μέχρι το 2020, και ένα δεσμευτικό στόχο αύξησης του ποσοστού των βιοκαυσίμων στο 10% των καυσίμων κίνησης για κάθε κράτος μέλος.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αφορούν τους εξής τρεις κλάδους: ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση και ψύξη, και μεταφορές. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τα ενδεδειγμένα ποσοστά για κάθε κλάδο, ώστε να επιτύχουν τους εθνικούς τους στόχους επιλέγοντας τα μέσα που ανταποκρίνονται καλύτερα στις εθνικές τους συνθήκες. Τους παρέχεται επίσης η δυνατότητα να επιτύχουν τους στόχους τους διευκολύνοντας την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε άλλα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες.

Το ελάχιστο ποσοστό του 10% των βιοκαυσίμων στα καύσιμα κίνησης ισχύει για όλα τα κράτη μέλη. Τα βιοκαύσιμα μειώνουν την εξάρτηση του τομέα των μεταφορών από το πετρέλαιο, η οποία αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ.

Τέλος, η οδηγία έχει επίσης ως στόχο την άρση των περιττών φραγμών για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – καθώς απλοποιεί τις διοικητικές διαδικασίες για τις νέες εξελίξεις στο συγκεκριμένο τομέα – και ενθαρρύνει την ανάπτυξη βελτιωμένων τύπων ανανεώσιμης ενέργειας (καθορίζοντας πρότυπα αειφορίας για τα βιοκαύσιμα, κλπ.).

4. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ

Προκειμένου να επιτευχθεί ο γενικός στόχος της αύξησης του ποσοστού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο 20%, οι επιμέρους στόχοι για κάθε κράτος μέλος πρέπει να καθορισθούν κατά το δικαιότερο δυνατό τρόπο. Η Επιτροπή πρότεινε συνεπώς μια απλή προσέγγιση σε πέντε στάδια:

  • το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας το 2005 (έτος αναφοράς για όλους τους υπολογισμούς που εντάσσονται στην εν λόγω δέσμη μέτρων) έχει διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε να συνεκτιμώνται τα εθνικά σημεία αφετηρίας και οι ήδη καταβληθείσες προσπάθειες των κρατών μελών που πέτυχαν αύξηση μεγαλύτερη από 2% στο διάστημα μεταξύ 2001 και 2005·
  • για κάθε κράτος μέλος, το διαμορφωμένο ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας του 2005 έχει αυξηθεί κατά 5,5%·
  • η υπόλοιπη προσπάθεια (0,16 ΤΙΠ ανά άτομο στην ΕΕ) σταθμίζεται βάσει ενός δείκτη ΑΕΠ/κεφαλή, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές του επιπέδου ευημερίας μεταξύ των κρατών μελών, και στη συνέχεια πολλαπλασιάζεται επί τον πληθυσμό κάθε κράτους μέλους·
  • τα δύο αυτά στοιχεία προστίθενται ώστε να εξαχθεί το συνολικό ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη συνολική κατανάλωση ενέργειας το 2020·
  • τέλος, για κάθε κράτος μέλος ισχύει ένα ανώτατο συνολικό όριο για το επιδιωκόμενο ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας το 2020.

Αυτή η μέθοδος καθορισμού των στόχων διασφαλίζει τη δίκαιη κατανομή των προσπαθειών μεταξύ κρατών μελών. Ταυτόχρονα, η καθιέρωση ενός καθεστώτος εμπορεύσιμων εγγυήσεων προέλευσης επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιτύχουν τους στόχους κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο: τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα, αντί να αναπτύξουν τις τοπικές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να αγοράζουν εγγυήσεις προέλευσης (πιστοποιητικά που αποδεικνύουν την ανανεώσιμη προέλευση της ενέργειας) από άλλα κράτη μέλη όπου η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κοστίζει λιγότερο.

5. ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΑ

Ο στόχος του 10% για την ανανεώσιμη ενέργεια στις μεταφορές ισχύει για όλα τα κράτη μέλη, ώστε να είναι σύμφωνα προς τις προδιαγραφές τα διαθέσιμα καύσιμα κίνησης. Τα κράτη μέλη που δεν έχουν τους απαραίτητους πόρους για να παράγουν βιοκαύσιμα κίνησης θα μπορούν εύκολα να τα προμηθεύονται από αλλού. Παρότι είναι τεχνικά δυνατό για την Ευρωπαϊκή Ένωση να καλύψει τις ανάγκες της σε βιοκαύσιμα από την εσωτερική της παραγωγή και μόνο, είναι πιθανό αλλά και επιθυμητό οι ανάγκες αυτές να καλυφθούν στην πραγματικότητα τόσο από την εσωτερική παραγωγή της ΕΕ όσο και από εισαγωγές από τρίτες χώρες.

Έχουν εκφραστεί ανησυχίες ως προς την αειφορία της παραγωγής βιοκαυσίμων. Τα βιοκαύσιμα αποτελούν μεν βασικό στοιχείο της πολιτικής υπέρ της ανανεώσιμης ενέργειας και σημαντική λύση στο πρόβλημα της αύξησης των εκπομπών στον τομέα των μεταφορών, αλλά πρέπει να προωθηθούν μόνο εφόσον παράγονται με αειφόρους μεθόδους. Παρότι τα περισσότερα βιοκαύσιμα που καταναλώνονται σήμερα στην ΕΕ έχουν παραχθεί με αειφόρους μεθόδους, οι σχετικές ανησυχίες είναι δικαιολογημένες και πρέπει να γίνουν οι σχετικές διευκρινίσεις. Η οδηγία καθορίζει συνεπώς αυστηρά κριτήρια περιβαλλοντικής αειφορίας, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα που λαμβάνονται υπόψη για την υλοποίηση των ευρωπαϊκών στόχων είναι αειφόρα και ότι δεν έρχονται σε αντίθεση με τους γενικούς περιβαλλοντικούς μας στόχους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συμβάλλουν στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και να πληρούν μια σειρά όρων που αφορούν τη βιοποικιλότητα. Τα μέτρα αυτά, μεταξύ άλλων, θα αποτρέψουν τη χρήση εκτάσεων με υψηλή αξία βιοποικιλότητας, όπως τα φυσικά δάση και οι προστατευόμενες ζώνες, για την παραγωγή πρώτων υλών για βιοκαύσιμα.

Τα βιοκαύσιμα κοστίζουν περισσότερο σε σχέση με άλλες μορφές ανανεώσιμης ενέργειας και δεν πρόκειται να αναπτυχθούν αν δεν οριστεί ένας χωριστός ελάχιστος στόχος ως προς αυτά. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, διότι ο τομέας των μεταφορών είναι εκείνος στον οποίο παρατηρούνται οι πιο ανησυχητικές τάσεις όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, τα δε βιοκαύσιμα αποτελούν ένα από τα ελάχιστα μέτρα – μαζί με τη βελτίωση της απόδοσης των καυσίμων κίνησης – που μπορούν όντως να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τις μεταφορές. Επιπλέον, η εξάρτηση του τομέα των μεταφορών από το πετρέλαιο αποτελεί το σοβαρότερο πρόβλημα για την ασφάλεια του εφοδιασμού. Τέλος, χρειάζεται να περάσουν τα σωστά μηνύματα για το μέλλον: σήμερα κατασκευάζονται τα παλιά αυτοκίνητα του 2020. Οι κατασκευαστές οχημάτων πρέπει επομένως να γνωρίζουν με ποιους τύπους καυσίμων θα πρέπει να λειτουργούν τα οχήματα που σχεδιάζουν.

6. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ;

Τα πολυάριθμα πλεονεκτήματα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – ως προς την αλλαγή του κλίματος και την ασφάλεια του εφοδιασμού και τα μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη – είναι ευρέως αναγνωρισμένα. Σύμφωνα με την ανάλυση της Επιτροπής, η υλοποίηση των στόχων μας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα έχει τις ακόλουθες συνέπειες:

  • μείωση των εκπομπών CO2 κατά 600 έως 900 εκατομμύρια τόνους ετησίως – η οποία θα συμβάλει στην επιβράδυνση της αλλαγής του κλίματος και θα στείλει ένα μήνυμα στις άλλες χώρες να κάνουν το ίδιο
  • μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων, εισαγόμενων ως επί το πλείστον, κατά 200 έως 300 τόνους ετησίως, και συνεπώς ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού για τους ευρωπαίους πολίτες
  • προώθηση των βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας, νέες οικονομικές δυνατότητες και θέσεις απασχόλησης.

Το όλο εγχείρημα θα έχει συνολικό κόστος περίπου 13-18 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Εντούτοις, η συγκεκριμένη επένδυση θα μειώσει το κόστος των τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας, οι οποίες θα διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο στον ενεργειακό εφοδιασμό μας στο μέλλον.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρουσιάζουν οικονομικά πλεονεκτήματα

Λαμβανομένων υπόψη των σημερινών τιμών του πετρελαίου, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως μια οικονομικά υγιής εναλλακτική λύση. Η αύξηση της αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αναμένεται να οδηγήσει, με την πάροδο του χρόνου, σε μείωση του κόστους της ανανεώσιμης ενέργειας, όπως συνέβη ήδη και με τις τεχνολογίες των πληροφοριών. Πράγματι, το κόστος έχει ήδη μειωθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη.

Πέρυσι οι συνολικές επενδύσεις στην ανανεώσιμη ενέργεια αυξήθηκαν κατά 43%. Τα εμπορικά έσοδα από τα συστήματα ηλιακής και αιολικής ενέργειας, τα βιοκαύσιμα και τις κυψέλες καυσίμου προβλέπεται να φτάσουν τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου μέχρι το 2016, ενώ τα πρωτοφανή επίπεδα επενδύσεων στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια και τα βιοκαύσιμα αντικατοπτρίζουν την ωριμότητα των αντίστοιχων τεχνολογιών, την αύξηση των πολιτικών μέτρων παροχής κινήτρων και της εμπιστοσύνης των επενδυτών.

Η ενίσχυση και η επέκταση της αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα διασφαλίσουν τη συνέχεια αυτής της διαδικασίας. Αντιθέτως, το κόστος των ορυκτών καυσίμων, και ιδίως του πετρελαίου, σημειώνει σταθερή αύξηση από το 1998. Η επικρατούσα άποψη είναι σαφής: μείωση των τιμών των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αύξηση των τιμών της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα.

Η αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας συμβάλλει επίσης στην ανάπτυξη της απασχόλησης σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Ο τομέας της ανανεώσιμης ενέργειας στην ΕΕ έχει κύκλο εργασιών ύψους 30 δισεκατομμυρίων ευρώ και προσφέρει περίπου 350.000 θέσεις εργασίας. Προσφέρει επίσης πολυάριθμες προοπτικές απασχόλησης, π.χ. στους κλάδους υψηλής τεχνολογίας (π.χ. κατασκευή φωτοβολταϊκών στοιχείων), στη συντήρηση των σταθμών αιολικής ενέργειας ή στην παραγωγή βιομάζας από το γεωργικό κλάδο.

Οι προορατικές πολιτικές της ΕΕ για την ανανεώσιμη ενέργεια προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες στη βιομηχανία. Η επίσπευση της μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα θα απαιτήσει λιγότερο δραστικές και απότομες αλλαγές. Η μείωση των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων θα αποφέρει οικονομικά οφέλη, ενώ η μεγαλύτερη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών θα εξασφαλίσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση καλύτερη προστασία από εξωτερικές κρίσεις.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρουσιάζουν περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα

Ο στόχος της προώθησης της ανανεώσιμης ενέργειας συνδέεται στενά με το στόχο της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η ΕΕ είναι πρακτικά αδύνατο να πετύχει τους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που έχει θέσει, αν δεν αυξήσει σημαντικά το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό της μείγμα.

Εντούτοις, ο όρος "καθαρή ενέργεια" δεν αφορά μόνο τη μείωση των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου, αλλά και των παραδοσιακών ρύπων (οξειδίων του αζώτου, διοξειδίου του θείου, σωματιδίων, κλπ.), τα οποία είναι επιβλαβή τόσο για την υγεία μας όσο και για το περιβάλλον.

Η ενέργεια που προέρχεται από ορυκτά καύσιμα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον σε όλα τα στάδια της αλυσίδας, από την εξόρυξη και την παραγωγή έως τη μεταφορά και την τελική χρήση. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα επιτρέψουν αν όχι την εξάλειψη, τουλάχιστον την ελαχιστοποίηση αυτών των αρνητικών επιπτώσεων.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας φυσικά δεν αποτελούν πάντοτε την τέλεια λύση και δεν μπορούν να αγνοηθούν οι κάποιες περιβαλλοντικές και αισθητικές τους επιπτώσεις, αλλά οι επιπτώσεις αυτές θα μετριασθούν με την πάροδο του χρόνου χάρη σε νέες τεχνολογικές λύσεις. Εάν δούμε όμως τη συνολική εικόνα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρνητικές επιπτώσεις από την αλλαγή του κλίματος είναι σημαντικότερες.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αυξάνουν την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού

Η εξάρτησή μας από περιορισμένο αριθμό ενεργειακών πόρων (πετρέλαιο και φυσικό αέριο) δημιουργεί όλο και εντονότερες ανησυχίες. Το πετρέλαιο δεν αποτελεί πλέον φθηνό βασικό αγαθό ούτε μπορούμε να το θεωρούμε ως δεδομένο. Οι τιμές του πετρελαίου ανά βαρέλι κυμάνθηκαν στα 25-30 δολάρια κατά τα πρώτα χρόνια της τρέχουσας δεκαετίας, αλλά σήμερα φθάνουν τα 100 δολάρια περίπου.

Από την άποψη της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, η ανανεώσιμη ενέργεια της ΕΕ παράγεται ως επί το πλείστον εντός της ΕΕ. Αυτό καθιστά την ΕΕ λιγότερο ευάλωτη στις διακοπές του εφοδιασμού και μετριάζει την αύξηση των τιμών των καυσίμων. Είναι επομένως λογικό να αυξήσει η ΕΕ την ενέργεια που παράγει και να αντλεί αυτή την ενέργεια από μεγαλύτερο φάσμα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η διαφοροποίηση της προμήθειας ενέργειας σημαίνει μεγαλύτερη ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού.

Οι πολίτες της ΕΕ τάσσονται υπέρ των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

Η αλλαγή της στάσης των καταναλωτών έναντι της λεγόμενης "πράσινης" ενέργειας γίνεται όλο και πιο σαφής. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι καταναλωτές αναγνωρίζουν τα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε σχέση με τις συμβατικές, πιο ρυπογόνους, πηγές ενέργειας, και προτιμούν τις επιχειρήσεις ηλεκτροδότησης που παράγουν τουλάχιστον ένα μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχουν με τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας[1].

Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση του Ευρωβαρομέτρου που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2007 το 55% των ευρωπαίων πολιτών θεωρεί τη χρήση ανανεώσιμης ενέργειας ως μια πολλά υποσχόμενη λύση, ενώ το 60% θεωρεί ότι η έρευνα στον τομέα της ενέργειας πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επιπλέον, οι πολίτες φαίνεται να υποστηρίζουν την τροποποίηση της ενεργειακής διάρθρωσης, την ενίσχυση της σχετικής έρευνας και ανάπτυξης και τη διασφάλιση της σταθερότητας στο συγκεκριμένο τομέα.

Ένας μεγάλος αριθμός ευρωπαίων πολιτών θεωρεί ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα τη διασφάλιση χαμηλών ενεργειακών τιμών και της συνέχειας του ενεργειακού εφοδιασμού, ενώ το 40% δηλώνει διατεθειμένο να πληρώνει περισσότερο για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

Είναι επομένως εμφανής η σημασία που αποδίδουν οι ευρωπαίοι πολίτες στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όλο και περισσότεροι θεωρούν ότι η αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έχει καθοριστική σημασία για τη διαβίωση σε ένα καθαρό, αειφόρο και ασφαλέστερο περιβάλλον.

7. ΟΙ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΕ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη πρωτοστατεί παγκοσμίως στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ο σχετικός βιομηχανικός κλάδος διαδραματίζει αξιόλογο και όλο και σημαντικότερο οικονομικό ρόλο σε διεθνές επίπεδο. Φιλοδοξία της ΕΕ είναι να παραμείνει στην πρώτη γραμμή αυτού του ταχέως αναπτυσσόμενου τομέα. Μέχρι τώρα, ωστόσο, η σχετική ανάπτυξη παρουσιάζει διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν ένα μικρό μόνο ποσοστό του συνόλου των ενεργειακών πηγών της ΕΕ, όπου κυριαρχεί το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και ο άνθρακας.

Οι διάφορες μορφές ανανεώσιμης ενέργειας βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια τεχνολογικής και εμπορικής ανάπτυξης. Σε ορισμένες περιοχές και υπό ορισμένες συνθήκες, η παραγωγή αιολικής, υδροηλεκτρικής, ηλιοθερμικής ενέργειας και ενέργειας βιομάζας είναι ήδη οικονομικά βιώσιμη. Εντούτοις, για άλλες μορφές ενέργειας, όπως η φωτοβολταϊκή, απαιτείται αύξηση της ζήτησης, ώστε να βελτιωθούν οι οικονομίες κλίμακας και να μειωθεί το κόστος.

Επί του παρόντος, στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας εφαρμόζονται δύο οδηγίες της ΕΕ: μία για την ηλεκτρική ενέργεια και μία για τα βιοκαύσιμα. Ο τρίτος κλάδος, η θέρμανση και ψύξη, δεν έχει μέχρι τώρα αποτελέσει αντικείμενο ευρωπαϊκών ρυθμίσεων. Ο καθορισμός στόχων με χρονικό ορίζοντα το έτος 2020 προσφέρει μια ευκαιρία θέσπισης μιας σφαιρικής οδηγίας που να καλύπτει και τους τρεις κλάδους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται δυνατή τόσο η θέσπιση μεμονωμένων μέτρων για καθένα από τους τρεις κλάδους, όσο και η αντιμετώπιση οριζόντιων ζητημάτων (π.χ. τα καθεστώτα στήριξης και οι διοικητικοί φραγμοί). Η ενιαία οδηγία και τα ενιαία εθνικά σχέδια δράσης θα ενθαρρύνουν τα κράτη μέλη να χαράσσουν την ενεργειακή πολιτική τους με πιο ολοκληρωμένο τρόπο, εστιαζόμενα στην καλύτερη δυνατή κατανομή των πόρων.

Η νέα οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθορίζει στόχους για την ανανεώσιμη ενέργεια και επιδιώκει να δημιουργήσει ένα σταθερό και ολοκληρωμένο περιβάλλον για όλες τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το οποίο έχει καθοριστική σημασία για την αύξηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, και επομένως για την αύξηση των σχετικών επενδύσεων και την ενίσχυση του ρόλου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ταυτόχρονα, το προβλεπόμενο πλαίσιο είναι αρκετά ευέλικτο, ώστε να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των κρατών μελών και να τους προσφέρει ελευθερία κίνησης για την επίτευξη των στόχων τους με οικονομικά αποδοτικό τρόπο, μεταξύ άλλων μέσω ενός βελτιωμένου μηχανισμού μεταβιβάσεων των εγγυήσεων προέλευσης. Επιπλέον, η οδηγία προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα για την άρση των φραγμών στην ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας (π.χ. των υπερβολικών διοικητικών ελέγχων) και για την ενθάρρυνση της αύξησης της χρήσης πιο αποδοτικών μορφών ανανεώσιμης ενέργειας.


[1] Union of concerned scientists, www.ucsusa.org


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website