Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE IT

MEMO/07/50

Βρυξέλλες, 9 Φεβρουαρίου 2007

Ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου

Γιατί υποβάλλει η Επιτροπή νέα πρόταση οδηγίας;

Το 2001, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου, με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που αφορούν την πολιτική στον τομέα του περιβάλλοντος. Ωστόσο, το 2003, το Συμβούλιο, με πρωτοβουλία της Δανίας, εξέδωσε, αντί της οδηγίας, απόφαση-πλαίσιο[1], νομοθέτημα που προβλέπεται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.

Η Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης-πλαισίου ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε σε εσφαλμένη νομική βάση. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2005, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακύρωσε την απόφαση-πλαίσιο και επιβεβαίωσε ότι η Κοινότητα έχει την αρμοδιότητα να λαμβάνει μέτρα ποινικού δικαίου σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, όταν αυτό είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής της.

Για να λάβει υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου και τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, η Επιτροπή αποφάσισε να αποσύρει την προηγούμενη πρόταση οδηγίας που είχε υποβάλει το 2001 και να υποβάλει νέα. Επομένως, η πρόταση που υποβάλλει σήμερα η Επιτροπή αντικαθιστά συγχρόνως την πρόταση οδηγίας του 2001 και την απόφαση-πλαίσιο που εξέδωσε το Συμβούλιο το 2003.

Ποιες είναι οι κυριότερες διαφορές μεταξύ της απόφασης-πλαισίου και της οδηγίας;

Ενώ μια απόφαση-πλαίσιο εκδίδεται αποκλειστικά από το Συμβούλιο, η πρόταση οδηγίας εξετάζεται τόσο από το Συμβούλιο όσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της κοινοτικής διαδικασίας συναπόφασης. Επιπλέον, όταν εκδίδεται μια οδηγία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ελέγχουν κατά πόσο εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη, γεγονός που δεν ισχύει για τις αποφάσεις-πλαίσιο.

Γιατί το ποινικό δίκαιο αποτελεί αναγκαίο μέσο στον αγώνα για την αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος;

Τα περιβαλλοντικά εγκλήματα καλύπτουν ευρύ φάσμα πράξεων ή παραλείψεων που βλάπτουν ή θέτουν σε κίνδυνο το περιβάλλον, όπως η παράνομη εκπομπή επικίνδυνων ουσιών στον αέρα, στο έδαφος ή στα ύδατα, η παράνομη μεταφορά αποβλήτων ή η παράνομη εμπορία ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση. Τα αδικήματα αυτά όχι μόνο έχουν ολέθριες επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία αλλά και εμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Επομένως, πρέπει να διασφαλιστεί ότι τα αδικήματα αυτά υπόκεινται σε ουσιαστικές κυρώσεις, καθώς και σε ποινικές κυρώσεις στις σοβαρές περιπτώσεις.

Ποια αδικήματα καλύπτονται από την οδηγία;

Η οδηγία καλύπτει σειρά σοβαρών περιβαλλοντικών εγκλημάτων, εκ των οποίων τα περισσότερα καλύπτονται επίσης από την ακυρωθείσα οδηγία-πλαίσιο που θεσπίστηκε ομόφωνα το 2003. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει την παράνομη επεξεργασία, μεταφορά, εξαγωγή ή εισαγωγή αποβλήτων, περιλαμβανομένων των επικίνδυνων αποβλήτων· την παράνομη εμπορία ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση· την παράνομη εμπορία ή χρήση ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος και την παράνομη λειτουργία εργοστασίου στο οποίο αναπτύσσεται επικίνδυνη δραστηριότητα ή στο οποίο αποθηκεύονται ή χρησιμοποιούνται επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πρόκληση ή το ενδεχόμενο πρόκλησης σοβαρών σωματικών βλαβών σε πρόσωπα ή ζημιών στο περιβάλλον αποτελεί προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των αδικημάτων.

Για παράδειγμα, η παράνομη εκφόρτωση επικίνδυνων ουσιών στα επιφανειακά ύδατα θα καλύπτεται από την οδηγία, αν προκαλεί, ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει, το θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπα ή σοβαρή ζημία στο περιβάλλον. Η παράνομη μεταφορά αποβλήτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα καλύπτεται από την οδηγία μόνο αν αφορά σημαντικές ποσότητες αποβλήτων και υπάρχει σαφής πρόθεση κερδοσκοπίας. Η εμπορία σπάνιων ζώων ή φυτών στην ΕΕ κατά παράβαση του κανονισμού CITES[2] θα καλύπτεται επίσης από την οδηγία. Το ίδιο ισχύει και για τις παράνομες εξαγωγές προς τις αναπτυσσόμενες χώρες ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος.

Τον Αύγουστο του 2006, το βυτιοφόρο "Probo Koala" εκφόρτωσε 500 περίπου τόνους τοξικών αποβλήτων στο Αμπιτζάν, στην Ακτή του Ελεφαντοστού. Εν συνεχεία, τα απόβλητα αποτέθηκαν σε διάφορες χωματερές στην πόλη. Αμέσως μετά το επεισόδιο αυτό, πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και εκατοντάδες παρουσίασαν αναπνευστικά προβλήματα, ναυτία, ιλίγγους, εμέτους, καψίματα και ερεθισμούς εξαιτίας των τοξικών αυτών αποβλήτων. Η περίπτωση του Probo Koala θα είχε καλυφθεί από την προτεινόμενη οδηγία, επειδή πρόκειται, προφανώς, για παράνομη μεταφορά αποβλήτων.

Κατ'αναλογία, αν η έκρηξη της χημικής βιομηχανίας που έγινε στο Σεβέζο της Ιταλίας, το 1976, προκαλώντας δερματολογικές παθήσεις στα άτομα που ζούσαν στα περίχωρα μετά την έκθεσή τους σε μεγάλες ποσότητες διοξίνης, είχε προκληθεί εκ βαρείας αμέλειας ή από εκ προθέσεως παραβίαση της νομοθεσίας, θα είχε επίσης ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

H διαρροή πετρελαίου δεν αποκλείεται ρητά από την πρόταση, αλλά θα εξεταστεί σε χωριστή πρόταση που θα υποβληθεί εντός του τρέχοντος έτους για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/35/ΕΚ σχετικά με τη ρύπανση από πλοία.

Γιατί το ισχύον ποινικό δίκαιο στα κράτη μέλη δεν επαρκεί και είναι αναγκαίο να αναληφθεί δράση σε κοινοτικό επίπεδο;

Από τις μελέτες που έχει πραγματοποιήσει η Επιτροπή προκύπτει ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τον ορισμό των περιβαλλοντικών εγκλημάτων και ότι, σε πολλά κράτη μέλη, τα επίπεδα κυρώσεων έχουν κριθεί ανεπαρκή. Για παράδειγμα, όσον αφορά την παράνομη εμπορία ειδών υπό εξαφάνιση, ο συντελεστής μεταξύ χαμηλότερης και υψηλότερης μέγιστης ποινής ποικίλλει από 1 έως 348. Στόχος της πρότασης που θέσπισε η Επιτροπή είναι να διασφαλιστεί ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου σε ολόκληρη την ΕΕ.

Η πρόταση θεσπίζει ένα ελάχιστο κοινοτικό πρότυπο για τον ορισμό των σοβαρών ποινικών αδικημάτων που διαπράττονται εις βάρος του περιβάλλοντος, παρόμοιο πεδίο ευθύνης για τα νομικά πρόσωπα, καθώς και επίπεδα ποινών για τα ιδιαζόντως σοβαρά περιβαλλοντικά εγκλήματα. Με τον τρόπο αυτό, οι σοβαρές περιπτώσεις του περιβαλλοντικού εγκλήματος θα αντιμετωπίζονται με παρόμοιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη και οι δράστες δεν θα μπορούν να επωφελούνται από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών. Η πρόταση θα διευκολύνει επίσης τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στις διασυνοριακές περιπτώσεις.

Στην ανακοίνωση της 24ης Νοεμβρίου 2005 (COM (2005)583τελικό/2), η Επιτροπή εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει την απόφαση. Ειδικότερα, υπογράμμισε ότι, αφού εξακριβωθεί η αναγκαιότητά τους, τα ποινικά μέτρα που απαιτούνται σε έναν τομέα κοινοτικής αρμοδιότητας θα πρέπει να καλύπτουν, εφόσον είναι σκόπιμο και αναγκαίο, τον ορισμό του αδικήματος, καθώς και τη φύση και το επίπεδο των εφαρμοστέων ποινικών κυρώσεων. Επιπλέον, ο Αντιπρόεδρος Frattini δήλωσε ότι σκοπεύει να κάνει συνετή χρήση της αρμοδιότητας της Επιτροπής όσον αφορά τη θέσπιση μέτρων ποινικού δικαίου, τα οποία θα πρέπει να αποφασίζονται κατά περίπτωση και μόνο όταν είναι αναγκαίο για την επίτευξη των πολιτικών στόχων που καθορίζονται στη Συνθήκη.

Για ποιές περιπτώσεις προβλέπει η οδηγία την προσέγγιση των επιπέδων κυρώσεων;

Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οδηγία προβλέπει την προσέγγιση των κυρώσεων μόνο σε ιδιαζόντως σοβαρές περιπτώσεις. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις για τις οποίες προβλέπεται προσέγγιση των κυρώσεων είναι οι ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις ενός αδικήματος, όπως ο θάνατος ή οι σοβαρές σωματικές βλάβες προσώπων ή οι ουσιώδεις ζημίες του περιβάλλοντος, ή ακόμη η διάπραξη του αδικήματος στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης. Οι προαναφερόμενες περιστάσεις θεωρούνται εν γένει ιδιαίτερα σοβαρές στο ποινικό δίκαιο των κρατών μελών και καλύπτονται ήδη από άλλα νομοθετήματα της ΕΕ.

Όσον αφορά την ποινή της φυλάκισης, η προτεινόμενη προσέγγιση σε μια κλίμακα τριών βαθμίδων ανταποκρίνεται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της 25ης και 26ης Απριλίου 2002. Οι βαθμίδες της κλίμακας εξαρτώνται από την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (βαρεία αμέλεια ή πρόθεση) και τις αντίστοιχες επιβαρυντικές περιστάσεις. Για τα πολύ σοβαρά αδικήματα προβλέπει τουλάχιστον 5 έως δέκα έτη φυλάκιση.

Το σύστημα των χρηματικών ποινών που επιβάλλονται στα νομικά πρόσωπα ακολουθεί επίσης μια προσέγγιση τριών βαθμίδων που αντιστοιχεί στα συμπεράσματα του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων σε ό,τι αφορά τις ποινές φυλάκισης. Η ψαλίδα μεταξύ των χρηματικών ποινών που προβλέπονται για τα νομικά πρόσωπα είναι παρόμοια με εκείνη που θέσπισε το Συμβούλιο στην απόφαση-πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ για την καταστολή της ρύπανσης από πλοία (από ελάχιστο ποσό 300 000 έως 500 000 ευρώ τουλάχιστον, από 500 000 έως 750 000 ευρώ και από 750 000 έως 1 500 000 ευρώ).

Σκοπεύει η Επιτροπή να εναρμονίσει πλήρως την ποινική νομοθεσία των κρατών μελών στον τομέα της εγκληματικότητας κατά του περιβάλλοντος;

Σκοπός της παρούσας πρωτοβουλίας δεν είναι να εναρμονίσει πλήρως τα εθνικά ποινικά δίκαια, αλλά να λάβει στο κοινοτικό μόνο επίπεδο τα μέτρα που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής.

Το μέσο που έχει επιλεγεί είναι η οδηγία, δηλαδή μια πράξη που παρέχει στα κράτη μέλη μεγάλα περιθώρια ευελιξίας σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της. Σύμφωνα με το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΚ, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να διατηρούν και να θεσπίζουν μέτρα αυστηρότερα από εκείνα που προβλέπονται στην οδηγία. Για παράδειγμα, έχουν το δικαίωμα να θεσπίσουν νέα αδικήματα, να διευρύνουν το πεδίο της ποινικής ενοχής, ούτως ώστε να καλύπτονται και οι περιπτώσεις απλής αμέλειας ή/και να προβλέπουν περαιτέρω ποινές ή αυστηρότερα επίπεδα ποινών.

Η πρόταση διατυπώνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχει στα κράτη μέλη τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία για την προσαρμογή των απαιτήσεων της οδηγίας στα δικά τους ποινικά συστήματα. Η πρόταση λαμβάνει υπόψη τις διάφορες νομικές παραδόσεις και νομικά συστήματα των κρατών μελών. Για παράδειγμα, η οδηγία αναγνωρίζει ότι δεν προβλέπουν όλα τα νομικά συστήματα των κρατών μελών ποινική ευθύνη για τα νομικά πρόσωπα. Επομένως, επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέξουν άλλες μορφές ευθύνης για τα νομικά πρόσωπα.

Ποια είναι τα επόμενα μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας;

Τα κράτη μέλη πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή την οδηγία εντός 18 μηνών από την έκδοσή της και να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή την εκτελεστική νομοθεσία. Η εν λόγω περίοδος εφαρμογής δεν θα πρέπει να προκαλέσει προβλήματα στα κράτη μέλη, δεδομένου ότι η ακυρωθείσα απόφαση-πλαίσιο 2003/80/ΔΕΥ περιείχε ήδη πολλές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Η περίοδος εφαρμογής της συγκεκριμένης απόφασης-πλαισίου έληξε στις 27 Ιανουαρίου 2005. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα έχουν ήδη διεκπεραιώσει σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων εργασιών για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Σε πρώτο στάδιο, η Επιτροπή θα αξιολογήσει αν τα μέτρα εφαρμογής που θα υποβάλουν τα κράτη μέλη είναι σύμφωνα με την οδηγία. Εν συνεχεία, η πρόταση επιβάλλει στα κράτη μέλη να διαβιβάζουν ανά τριετία έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή θα εκπονεί τακτικές εκθέσεις, ούτως ώστε να αξιολογείται ο τρόπος εφαρμογής της οδηγίας στα κράτη μέλη και να επισημαίνονται τα τυχόν προβλήματα εφαρμογής της οδηγίας ή η ανάγκη τροποποίησής της. Σε περίπτωση ανεπαρκούς εφαρμογής, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει διαδικασία παραβίασης κατά κράτους μέλους ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο μπορεί να επιβάλει αυστηρές κυρώσεις.

Επιπλέον, η Επιτροπή θα προσπαθήσει να συγκεντρώσει συγκρίσιμες και αξιόπιστες στατιστικές σχετικά με τα αδικήματα που διαπράττονται στα κράτη μέλη εις βάρος του περιβάλλοντος. Για το λόγο αυτό, θα συσταθεί ομάδα εμπειρογνωμόνων που θα αναλάβει τον προσδιορισμό των αναγκών σε πληροφορίες.

Υπάρχουν άλλα κατάλληλα μέσα στον τομέα αυτόν;

Στο συγκεκριμένο τομέα της ρύπανσης από πλοία, ιδιαίτερα σημαντικά είναι δύο νομοθετήματα που θεσπίστηκαν το 2005: η οδηγία 2005/35/ΕΚ σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις, καθώς και η απόφαση-πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία, κατά την οποίας άσκησε προσφυγή η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου για τον ίδιο λόγο που άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης-πλαισίου για το περιβάλλον, δηλαδή την εσφαλμένη νομική βάση.

Ποια είναι τα άλλα μέτρα που λαμβάνονται για να διασφαλιστεί η εφαρμογή της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας;

Η παρούσα πρωτοβουλία δεν είναι μεμονωμένη. Η Επιτροπή επιδιώκει να καταστήσει αποτελεσματικότερη την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία και με πολυάριθμα άλλα μέσα.

Η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγές κατά των κρατών μελών που ανέχονται παράνομες δραστηριότητες, οδηγώντας το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην επιβολή χρηματικών ποινών. Για παράδειγμα, το 2003, η Ελλάδα καταδικάστηκε σε πρόστιμο 20 000 ευρώ την ημέρα, επειδή ανέχθηκε την παράνομη εναπόθεση αποβλήτων στην Κρήτη. Η Επιτροπή καταβάλλει εν γένει κάθε προσπάθεια για να διασφαλίσει ότι οι εθνικές νομοθεσίες είναι αρκετά αυστηρές και εφαρμόζουν σωστά τους κοινοτικούς κανόνες. Αποβλέπει στην εξάλειψη των ασαφειών ή των ελλείψεων που υπάρχουν στα εθνικά δίκαια, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν τους στόχους της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Επιπλέον, η Επιτροπή έχει λάβει προληπτικά μέτρα, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη, με την εκπόνηση κατευθυντηρίων εγγράφων, ούτως ώστε να διευκολυνθεί η εφαρμογή και η τήρηση των κανόνων. Έχει αρχίσει μελέτες για να εντοπίσει τις ελλείψεις εφαρμογής και θα εντείνει τις επαφές με τα κράτη μέλη, ούτως ώστε να αντιμετωπίσει τα ειδικά προβλήματα που έχουν επισημανθεί. Η Επιτροπή θα ενθαρρύνει επίσης τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες χρηματοδότησης στο επίπεδο της ΕΕ και να μεριμνήσουν για τον προγραμματισμό των δαπανών τους στο πλαίσιο των διαφόρων μέσων[3] κατά τρόπο που συμβάλλει στη βελτίωση της εφαρμογής της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να αναπτύσσει την προσέγγιση αυτή και, εντός του 2007, θα χαράξει αναθεωρημένη στρατηγική για την εφαρμογή και την τήρηση της του ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού δικαίου. Η στρατηγική αυτή θα περιστρέφεται κυρίως γύρω από τις συστηματικές ελλείψεις εφαρμογής που έχουν επισημανθεί και θα ενθαρρύνει τη χρησιμοποίηση σειράς νομοθετικών και μη νομοθετικών μέσων.


[1] Απόφαση-πλαίσιο 2003/80/ΔΕΥ.

[2] Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, η οποία μεταφέρθηκε στο δίκαιο της ΕΕ με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου.

[3] Μέσα της πολιτικής συνοχής, ανάπτυξη της υπαίθρου, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, προγράμματα-πλαίσια στον τομέα της έρευνας, της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, και το νέο ενιαίο μέσο για το περιβάλλον, LIFE+.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website