Navigation path

Left navigation

Additional tools

Το πρωτοκολλο του Kυοτο

European Commission - MEMO/03/154   23/07/2003

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI

MEMO/03/154

Βρυξέλλες, 23 Ιούλιος 2003

Το πρωτοκολλο του Kυοτο

Τι είναι το πρωτόκολλο του Κιότο;

Η σύμβαση πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος (UNFCCC) και το πρωτόκολλο του Κιότο αυτής, αποτελούν το μόνο διεθνές πλαίσιο για την καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών1.

Η UNFCCC, το πρώτο διεθνές μέτρο με το οποίο επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, συνήφθη το Μάιο του 1992 και άρχισε να ισχύει το Μάρτιο του 1994. Επιβάλλει σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη την υποχρέωση να θεσπίσουν εθνικά προγράμματα για τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και να υποβάλλουν τακτικές εκθέσεις, ενώ απαιτεί από τις βιομηχανικές συνυπογράφουσες χώρες2, σε αντιδιαστολή με τις αναπτυσσόμενες, να επιτύχουν τη σταθεροποίηση των δικών τους εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου στα επίπεδα του 1990, μέχρι το έτος 2000. Ο στόχος αυτός, ωστόσο, δεν είναι δεσμευτικός.

Με τη διάκριση ανάμεσα στις βιομηχανικές και τις αναπτυσσόμενες χώρες, η UNFCCC αναγνωρίζει το γεγονός ότι οι βιομηχανικές χώρες ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου και ότι διαθέτουν επίσης τη θεσμική και χρηματοοικονομική ικανότητα να τις περιορίσουν. Τα συμβαλλόμενα μέρη συναντώνται ετησίως για μια επισκόπηση της προόδου και για τη συζήτηση νέων μέτρων, ενώ έχουν θέσει σε εφαρμογή ορισμένους μηχανισμούς πλανητικής παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, ώστε να καταγράφονται οι εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Το 1994, ήταν ήδη παραδεκτό ότι οι αρχικές δεσμεύσεις βάσει της UNFCCC δεν επρόκειτο να επαρκέσουν για να αναχαιτιστεί η παγκόσμια αύξηση των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου. Στις 11 Δεκεμβρίου 1997, οι κυβερνήσεις προχώρησαν ένα βήμα περισσότερο, εγκρίνοντας πρωτόκολλο της UNFCCC στην ιαπωνική πόλη του Κιότο.

Βασιζόμενο στο πλαίσιο της UNFCCC, το πρωτόκολλο του Κιότο ορίζει νομικά δεσμευτικές οριακές τιμές εκπομπών αερίων του φαινομένου θερμοκηπίου από τις βιομηχανικές χώρες και προβλέπει καινοτόμους μηχανισμούς υλοποίησης με βάση τη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς, οι οποίοι αποσκοπούν στη διατήρηση σε χαμηλά επίπεδα του κόστους περιορισμού των εκπομπών.

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του πρωτοκόλλου του Κιότο, οι βιομηχανικές χώρες υποχρεούνται να μειώσουν τις δικές τους εκπομπές έξι αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου (διοξείδιο του άνθρακα, που αποτελεί το σημαντικότερο αέριο, μεθάνιο, μονοξείδιο του αζώτου, υδροφθοράνθρακες, πλήρως φθοριωμένοι υδρογονάνθρακες ή υπερφθοράνθρακες και εξαφθοριούχο θείο) κατά 5,2% κατά μέσον όρο σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, κατά τη διάρκεια της πρώτης "περιόδου δέσμευσης", η οποία καλύπτει τα έτη 2008 έως 2012.

Για τις αναπτυσσόμενες χώρες δεν καθορίζονται στόχοι ως προς τις εκπομπές.

Προτιμήθηκε ο καθορισμός πενταετούς περιόδου δέσμευσης αντί ενός έτους στόχου για να εξομαλυνθούν οι ετήσιες διακυμάνσεις των εκπομπών αερίων που οφείλονται σε ανεξέλεγκτους παράγοντες, όπως ο καιρός. Το 2005, θα αρχίσουν διεθνείς διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό της δεύτερης περιόδου δέσμευσης βάσει του πρωτοκόλλου του Κιότο, μετά το έτος 2012.

Οι δεσμεύσεις καθίστανται νομικά δεσμευτικές ευθύς μόλις το πρωτόκολλο του Κιότο τεθεί σε ισχύ. Σύμφωνα με τους κανόνες έναρξης της ισχύος, απαιτείται να κυρώσουν το πρωτόκολλο τουλάχιστον 55 συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση UNFCCC, στα οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνονται οι βιομηχανικές χώρες (χώρες του παραρτήματος Ι) οι οποίες ευθύνονταν για το 55% τουλάχιστον των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) το 1990. Μέχρι σήμερα, έχουν κυρώσει το πρωτόκολλο του Κιότο 111 χώρες, με αποτέλεσμα να έχει επιτευχθεί το πρώτο όριο. Μεταξύ αυτών, ωστόσο, οι χώρες του παραρτήματος Ι αντιπροσωπεύουν ποσοστό μόλις 44,2% των εκπομπών CO2 3. (Το μερίδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται σε 24,2%).

Πέντε χώρες οι παραρτήματος Ι δεν έχουν ακόμη κυρώσει το πρωτόκολλο του Κιότο: πρόκειται για την Αυστραλία, το Λιχτενστάιν, το Μονακό, τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μόνον όμως η κύρωση του πρωτοκόλλου από τη Ρωσία, στην οποία αναλογεί το 17,4% των παγκοσμίων εκπομπών CO2, ή από τις ΗΠΑ, οι οποίες φέρουν την ευθύνη για το 36,1%, θα μεταβάλει ουσιαστικά την κατάσταση, καθώς το μερίδιο των υπόλοιπων τριών χωρών από κοινού ανέρχεται σε ποσοστό μόλις 2,1%. Αφότου οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν από το πρωτόκολλο του Κιότο, στις αρχές του 2001, η Ρωσία είναι πλέον ο καθοριστικός παράγοντας για την έναρξη της ισχύος του πρωτοκόλλου. Όπως εξήγγειλε η Ρωσία, πρόκειται σύντομα να προβεί στην κύρωσή του.

Μετά την έγκριση του πρωτοκόλλου του Κιότο, συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις για τις λεπτομέρειες των μηχανισμών που προβλέπει το πρωτόκολλο, καθώς και για τους κανόνες υλοποίησής τους. Οι τελικές διαπραγματεύσεις περατώθηκαν το 2001 με τις συμφωνίες του Marrakech. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στην επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων για το πρωτόκολλο του Κιότο, ιδίως έπειτα από την απόσυρση των ΗΠΑ.

Πρόοδος της εφαρμογής του πρωτοκόλλου του Κιότο στην ΕΕ

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Κιότο, η ΕΕ ως σύνολο δεσμεύεται να μειώσει τις δικές της εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου κατά 8%, κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου δέσμευσης 2008-2012. Ο στόχος αυτός επιμερίζεται μεταξύ των κρατών μελών με νομικά δεσμευτική συμφωνία επιμερισμού των βαρών, η οποία ορίζει στόχους για τις εκπομπές κάθε κράτους μέλους4. Η ΕΕ και όλα τα κράτη μέλη της κύρωσαν το πρωτόκολλο του Κιότο στις 31 Μαΐου 2002.

Όπως προκύπτει από οικονομικές αναλύσεις του πρωτοκόλλου του Κιότο και των επιπτώσεών του στην ΕΕ, το συνολικό κόστος της συμμόρφωσης είναι δύσκολο να εκτιμηθεί και μπορεί να εμφανίζει πολύ σημαντικές διακυμάνσεις, ανάλογα με μια σειρά από παράγοντες. Εάν δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στις αποτελεσματικές έναντι του κόστους πολιτικές, το κόστος της συμμόρφωσης για την οικονομία της ΕΕ υπολογίζεται σε ποσοστό περίπου 0,06% του ΑΕΠ ή στο ποσό των 3,7 δισ. ευρώ ετησίως, κατά την περίοδο 2008-2012.

Οι δέκα χώρες που γίνονται μέλη της ΕΕ το Μάιο του 2004, έχουν όλες κυρώσει το πρωτόκολλο του Κιότο και οι στόχοι για τις εκπομπές τους κατά το πρωτόκολλο κυμαίνονται από 6% έως 8%. Ο στόχος 8% της ΕΕ αφορά μόνο τα σημερινά 15 κράτη μέλη και, συνεπώς, δεν πρόκειται να αλλάξει μετά τη διεύρυνση.

Η ΕΕ τήρησε τη δέσμευσή της βάσει της UNFCCC να σταθεροποιήσει τις δικές της εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου στα επίπεδα του 1990 μέχρι το 2000, επιτυγχάνοντας μείωση των εκπομπών κατά 3,3% μεταξύ των ετών 1990 και 2000. Η μείωση αυτή σημαίνει επίσης ότι η ΕΕ σημείωσε πρόοδο προς την επίτευξη του στόχου μείωσης των εκπομπών της κατά 8% σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Κιότο. Ωστόσο, οι εκπομπές αυξήθηκαν κατά 0,3% μεταξύ 1999 και 2000 και κατά 1% μεταξύ 2000 και 2001. Συνεπώς, το 2001, το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, οι εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου στην ΕΕ ήσαν κατά 2,3% κατώτερες από τα επίπεδα του 1990.

Η αρχική πρόοδος οφειλόταν σε σημαντικό βαθμό στο μεγάλο περιορισμό των εκπομπών στη Γερμανία (κατά ποσοστό 18,3%, το μισό του οποίου εκτιμάται ότι υπήρξε αποτέλεσμα της οικονομικής αναδιάρθρωσης στην πρώην Ανατολική Γερμανία), στο Ηνωμένο Βασίλειο (κατά 12%, εν μέρει οφειλόμενο στη στροφή από τον άνθρακα στο φυσικό αέριο), καθώς και στο Λουξεμβούργο (κατά 44,2%, που επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αναδιάρθρωση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα). Δέκα από τα 15 κράτη μέλη απέχουν ακόμη πολύ από την πορεία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που υπέχουν βάσει της συμφωνίας επιμερισμού των βαρών στην ΕΕ (βλ. περισσότερες λεπτομέρειες στο παράρτημα).

Εξετάζοντας τους βιομηχανικούς κλάδους, από το 1990 έχουν περιοριστεί οι εκπομπές από τη μεταποιητική βιομηχανία, τον κλάδο της ενέργειας (παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας) και από τις εγκαταστάσεις καύσης μικρής κλίμακας, συμπεριλαμβανομένων των νοικοκυριών. Αντίθετα, οι εκπομπές CO2 από τις μεταφορές αυξήθηκαν κατά 18% μεταξύ των ετών 1990 και 2000, με αποτέλεσμα η αναλογία τους στο σύνολο των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου να ανέρχεται σε 21%.

Όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία αυτά, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει να καταβάλουν σημαντικές περαιτέρω προσπάθειες, προκειμένου να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το πρωτόκολλο του Κιότο. Το σύστημα εμπορίας των εκπομπών της ΕΕ αναμένεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επαναφορά στη σωστή πορεία, των κρατών μελών της ΕΕ με τις χαμηλότερες επιδόσεις .

Ευέλικτοι μηχανισμοί του πρωτοκόλλου του Κιότο με βάση την οικονομία της αγοράς

Το πρωτόκολλο του Κιότο προβλέπει τρεις "ευέλικτους μηχανισμούς", οι οποίοι βασίζονται στη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς: την εμπορία των εκπομπών, την από κοινού υλοποίηση και το μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης. Σκοπός των μηχανισμών αυτών είναι να δοθεί στις βιομηχανικές χώρες η δυνατότητα να επιτύχουν τους στόχους τους με την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής μεταξύ τους, αλλά και με την απόκτηση πιστώσεων ως αντάλλαγμα για έργα περιορισμού των εκπομπών που υλοποιούν στο εξωτερικό. Η από κοινού υλοποίηση αναφέρεται σε έργα που εκτελούνται σε χώρες για τις οποίες έχουν επίσης καθοριστεί στόχοι εκπομπών, ενώ ο μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης αναφέρεται σε έργα που εκτελούνται σε αναπτυσσόμενες χώρες, για τις οποίες δεν έχουν καθοριστεί στόχοι.

Το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται οι τρεις ανωτέρω μηχανισμοί είναι ότι οι εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου αποτελούν παγκόσμιο πρόβλημα και ότι ο τόπος όπου επιτυγχάνεται ο περιορισμός τους έχει δευτερεύουσα σημασία. Με τον τρόπο αυτό, μπορούν να επέλθουν μειώσεις εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλότερο, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής.

Έχουν συγκροτηθεί αναλυτικοί κανόνες και δομές εποπτείας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν γίνεται κατάχρηση των μηχανισμών αυτών.

Εμπορία εκπομπών

Αν και η υλοποίηση των τριών ευέλικτων μηχανισμών σε διεθνή κλίμακα θα καταστεί δυνατή μόνο μετά την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου του Κιότο, η ΕΕ προχωρεί στο δικό της εσωτερικό σύστημα εμπορίας εκπομπών. Η σχετική πρόταση οδηγίας εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 2 Ιουλίου 2003. Το Συμβούλιο, έχοντας ήδη καθορίσει κοινή θέση, θα εγκρίνει τυπικά την οδηγία χωρίς συζήτηση, σε μία από τις επόμενες συνόδους του. Η εμπορία των εκπομπών θα αρχίσει το 2005 και θα καλύπτει τα κράτη μέλη της διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σύστημα της ΕΕ θα αποτελέσει το πρώτο πολυεθνικό σύστημα εμπορίας εκπομπών παγκοσμίως και θεωρείται πρόδρομος του διεθνούς συστήματος εμπορίας εκπομπών κατά το πρωτόκολλο του Κιότο.

Σύμφωνα με το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ, τα κράτη μέλη της καθορίζουν οριακές τιμές εκπομπών CO2 από τις επιχειρήσεις έντασης ενέργειας (περίπου 10.000 χαλυβουργεία, σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, διυλιστήρια πετρελαίου, βιομηχανίες χαρτοποιίας και υαλουργίας και τσιμεντοβιομηχανίες), εκδίδοντας άδειες για τις ποσότητες CO2 που επιτρέπεται να εκλύουν οι εν λόγω επιχειρήσεις. Οι μειώσεις σε επίπεδα κάτω των οριακών τιμών είναι διαπραγματεύσιμες. Οι επιχειρήσεις που επιτυγχάνουν μειώσεις μπορούν να τις πωλούν σε εκείνες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες να παραμείνουν στην τήρηση των οικείων οριακών τιμών ή για τις οποίες το κόστος των μέτρων μείωσης των εκπομπών είναι υπερβολικά υψηλό σε σύγκριση με το κόστος απόκτησης της άδειας. Κάθε επιχείρηση επιτρέπεται επίσης να αυξήσει τις εκπομπές της πάνω από το επίπεδο της άδειας που της έχει χορηγηθεί, αγοράζοντας περισσότερες άδειες από την αγορά.

Το σύστημα αυτό θα παρέχει στις επιχειρήσεις ένα κίνητρο για να περιορίσουν τις εκπομπές εκεί όπου αυτό συνεπάγεται τη μικρότερη δαπάνη, εξασφαλίζοντας έτσι την επίτευξη μειώσεων με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για την οικονομία, καθώς και την προώθηση της καινοτομίας.

Υπολογίζεται ότι στις επιχειρήσεις που καλύπτονται σήμερα από το σύστημα αναλογεί σχεδόν το 50% των συνολικών εκπομπών CO2 της ΕΕ. Αργότερα, μπορεί να ενταχθούν στο σύστημα και άλλοι κλάδοι, όπως η παραγωγή αλουμινίου, η χημική βιομηχανία και οι μεταφορές.

Τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει τώρα να καταρτίσουν τα εθνικά τους προγράμματα κατανομής, στα οποία θα καθορίζουν τις άδειες που θα εκδίδονται για κάθε κλάδο και επιχείρηση. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να υποβληθούν στην Επιτροπή έως τον Απρίλιο του 2004.

Η ΕΕ έχει επίσης διακηρύξει την πρόθεσή της να συνδέσει το δικό της σύστημα με τα συστήματα εμπορίας άλλων χωρών που έχουν κυρώσει το πρωτόκολλο του Κιότο.

Η από κοινού υλοποίηση και ο μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Κιότο, η από κοινού υλοποίηση (JI) και ο μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης (CDM) παρέχουν στις βιομηχανικές χώρες τη δυνατότητα να τηρήσουν μέρος των δεσμεύσεών τους που αφορούν τη μείωση των εκπομπών τους, υλοποιώντας έργα μείωσης των εκπομπών στο εξωτερικό και συμψηφίζοντας τις μειώσεις που επιτυγχάνονται με αυτόν τον τρόπο με τις υποχρεώσεις τους. Με την JI παρέχεται η δυνατότητα υλοποίησης έργων σε άλλες βιομηχανικές χώρες, για τις οποίες το πρωτόκολλο του Κιότο ορίζει στόχους, ενώ ο μηχανισμός CDM καλύπτει χώρες χωρίς στόχους, δηλαδή αναπτυσσόμενες χώρες. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση πιστώσεων έναντι των μειώσεων που επιτυγχάνονται, είναι να αποδίδουν τα έργα πραγματικά, μετρήσιμα και μακροπρόθεσμα οφέλη από την άποψη της αλλαγής του κλίματος.

Βασιζόμενη στις προαναφερόμενες ρυθμίσεις και στο σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ, η Επιτροπή ενέκρινε στις 16 Ιουλίου 2003 πρόταση, σύμφωνα με την οποία οι πιστώσεις από την υλοποίηση έργων JI και CDM συνδέονται με το σύστημα εμπορίας των εκπομπών. Βάσει της πρότασης αυτής, θα επιτρέπεται στις ευρωπαϊκές εταιρείες που καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ, να μετατρέπουν τις πιστώσεις τους από έργα JI και CDM, ώστε να τις χρησιμοποιούν για την τήρηση των δεσμεύσεών τους σύμφωνα με το σύστημα εμπορίας (οι κυβερνήσεις θα επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις πιστώσεις από έργα JI και CDM για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από το πρωτόκολλο του Κιότο, κατά την πρώτη περίοδο δέσμευσης 2008-2012, υπό τον όρο ότι το πρωτόκολλο θα τεθεί σε ισχύ).

Η αιτιολογία των JI και CDM είναι ανάλογη με εκείνη της εμπορίας των εκπομπών: δεν έχει σημασία πού επιτυγχάνονται οι μειώσεις εκπομπών, καθώς η αλλαγή του κλίματος αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα. Το σημαντικότερο είναι να συντελούνται και μάλιστα με τον πιο αποτελεσματικό έναντι του κόστους τρόπο. Υπολογίζεται ότι η διασύνδεση των πιστώσεων από την υλοποίηση έργων με το σύστημα εμπορίας των εκπομπών θα περιορίσει κατά το ένα τέταρτο περίπου το ετήσιο κόστος συμμόρφωσης για τις εταιρείες που καλύπτονται από το σύστημα, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εταιρείες από τις δέκα υπό ένταξη χώρες. Οι JI και CDM θα επιφέρουν επίσης μεταφορά περιβαλλοντικά εύρωστης τεχνολογίας σε χώρες με οικονομίες που διέρχονται μεταβατική φάση (JI), αλλά και στις αναπτυσσόμενες χώρες (CDM), γεγονός που θα τις βοηθήσει να ακολουθήσουν αειφόρο αναπτυξιακή πορεία.

Στην πρόταση της Επιτροπής λαμβάνεται υπόψη η υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών στο πρωτόκολλο του Κιότο να επιτύχουν σημαντικό μέρος των κατά το πρωτόκολλο στόχων τους με τη μείωση των εκπομπών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ώστε η χρήση των ευέλικτων μηχανισμών του Κιότο να συμπληρώνει τις προσπάθειες που καταβάλλονται στο εσωτερικό των χωρών. Για το λόγο αυτό, η πρόταση προβλέπει διαδικασία επανεξέτασης, μόλις ενταχθούν στο σύστημα εμπορίας των εκπομπών πιστώσεις από έργα JI και CDM ισοδύναμες με το 6% της συνολικής ποσότητας των αδειών που θα έχουν εκδοθεί για την περίοδο εμπορίας 2008-2012. Εάν και όταν κινηθεί η διαδικασία αυτή, θα εξεταστεί το ενδεχόμενο επιβολής ορίων στις πιστώσεις που θα επιτρέπεται να μετατραπούν κατά το υπόλοιπο διάστημα της περιόδου εμπορίας.

Η πρόταση εξαιρεί τα πυρηνικά έργα σύμφωνα με τους κανόνες του πρωτοκόλλου του Κιότο, καθώς και τους υποδοχείς διοξειδίου του άνθρακα. Οι υποδοχείς διοξειδίου του άνθρακα - δενδροφύτευση για τη δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα - αποτελούν επίμαχο ζήτημα στο επίπεδο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, επειδή δεν οδηγούν σε μεταφορά τεχνολογίας, είναι εγγενώς προσωρινοί και αναστρέψιμοι και επειδή εξακολουθεί να επικρατεί αβεβαιότητα ως προς τις επιδράσεις της εξάλειψης εκπομπών από αυτούς. Επιπλέον, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι διεθνείς διαπραγματεύσεις σχετικά με τα είδη δασοκομικών έργων που θα ήσαν αποδεκτά από τις κυβερνήσεις.

Το πρωτόκολλο του Κιότο και η ΕΕ

Η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί μία από τις κύριες δεσμεύσεις βάσει της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, η οποία επικροτήθηκε από στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ, το 2001, όπου επιβεβαιώθηκε επίσης η δέσμευση της ΕΕ να επιτύχει τους στόχους που ορίζει γι' αυτήν το πρωτόκολλο του Κιότο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών που συνήλθε στις 20-21 Μαρτίου 2003, κάλεσε τα κράτη μέλη να επιταχύνουν την πρόοδο προς την υλοποίηση των στόχων του πρωτοκόλλου του Κιότο. Η κλιματική αλλαγή αποτελεί επίσης ένα από τα τέσσερα θεματικά πεδία προτεραιότητας στο 6ο κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον, το οποίο απευθύνει έκκληση για πλήρη εφαρμογή του πρωτοκόλλου του Κιότο ως πρώτο βήμα προς την επίτευξη του μακροπρόθεσμου στόχου της μείωσης των εκπομπών κατά 70%5.

Τη σπονδυλική στήλη των προσπαθειών της Επιτροπής για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου του Κιότο αποτελεί το "Ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την κλιματική αλλαγή" (EECP), το οποίο ξεκίνησε το Μάρτιο του 2000. Στόχος του ECCP είναι ο προσδιορισμός και η μελέτη, σε συνεργασία με όλους τους ενδιαφερομένους, αποτελεσματικών έναντι του κόστους μέτρων που θα βοηθήσουν την ΕΕ να επιτύχει το στόχο της μείωσης των εκπομπών κατά 8%, όπως ορίζει το πρωτόκολλο του Κιότο, συμπληρώνοντας τις προσπάθειες των κρατών μελών. Από την έναρξη της εφαρμογής του ECCP, περισσότεροι από 200 ενδιαφερόμενοι έχουν συμμετάσχει σε 11 διαφορετικές ομάδες εργασίας.

Όπως προκύπτει από τα πορίσματα της δεύτερης έκθεσης προόδου του ECCP, που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2003, υπάρχει πληθώρα αποτελεσματικών έναντι του κόστους μέτρων που εξυπηρετούν το στόχο της ΕΕ κατά το πρωτόκολλο του Κιότο6.

Προσδιορίστηκαν 42 πιθανά μέτρα μείωσης των εκπομπών, με κόστος μικρότερο από 20 ευρώ ανά τόνο ισοδύναμου CO2, που αντιστοιχούν σε συνολικό δυναμικό μείωσης των εκπομπών 700 εκατομμυρίων τόνων ισοδύναμου CO2.. Η αναγκαία μείωση των εκπομπών για την επίτευξη του στόχου της ΕΕ βάσει του πρωτοκόλλου του Κιότο υπολογίζεται σε περίπου 340 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου CO2.

Μολονότι το μέτρο που περικλείει το μεγαλύτερο δυναμικό είναι το σύστημα εμπορίας εκπομπών, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκριναν πολλές άλλες πρωτοβουλίες, όπως νομοθετικές διατάξεις για την προώθηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και της χρήσης βιοκαυσίμων στις οδικές μεταφορές, καθώς και για την ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων. Η Επιτροπή έχει προτείνει και άλλα μέτρα, όπως οδηγίες για τη σύνδεση των έργων JI/CDM με το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ και για την προώθηση της συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας. Καταρτίζονται επίσης άλλες προτάσεις, όπως νομοθετικές διατάξεις για τη ρύθμιση των φθοριούχων αερίων.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπραγματεύθηκε τη σύναψη συμφωνίας με όλους τους ευρωπαίους, ιάπωνες και κορεάτες κατασκευαστές αυτοκινήτων για τον περιορισμό της μέσης ποσότητας εκπομπών CO2 από τα καινούρια οχήματα μέχρι το 2008/2009 κατά 25% σε σχέση με τα επίπεδα του 1995.

Ωστόσο, ακόμη και οι πρωτοβουλίες που εγκρίθηκαν δεν έχουν υλοποιηθεί, με αποτέλεσμα να μην είναι γνωστό σε ποιο βαθμό θα συμβάλουν πρακτικά στον περιορισμό των εκπομπών. Η εκτίμηση των επιπτώσεων βασίζεται πάντοτε σε πολλές παραδοχές και μεταβλητές και το κατά πόσον ένα μέτρο αποδίδει πλήρως στην πράξη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής

Σύμφωνα με την τρίτη έκθεση εκτιμήσεων της διακυβερνητικής επιτροπής για την κλιματική αλλαγή (IPPC), στην οποία μετέχουν οι κορυφαίοι παγκοσμίως εμπειρογνώμονες στο συγκεκριμένο τομέα, η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας του πλανήτη προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 1,4 έως 5,8 ΀C μεταξύ των ετών 1990 και 2100, εφόσον δεν μεταβληθούν τα σημερινά δεδομένα, ενώ η στάθμη της θάλασσας αναμένεται να ανέλθει κατά 9 έως 88 εκατοστά κατά την ίδια χρονική περίοδο. Εάν δεν ληφθεί κανένα μέτρο για τον περιορισμό τους, οι μεταβολές αυτές θα έχουν σοβαρές συνέπειες για το οικοσύστημα και τις οικονομίες μας.

Στις εν λόγω συνέπειες συμπεριλαμβάνονται η γεωγραφική μετατόπιση της εμφάνισης των διαφόρων ειδών πανίδας και χλωρίδας και/ή η εξαφάνιση ειδών. Οι μεταβολές των χαρακτηριστικών των βροχοπτώσεων θα ασκήσουν πίεση στους υδάτινους πόρους πολλών περιοχών, το οποίο θα επηρεάσει τόσο τα αποθέματα πόσιμου νερού, όσο και την άρδευση. Θα αυξηθεί η συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων και των πλημμυρών, με τα γνωστά οικονομικά κόστη και δεινά για τους πληθυσμούς. Οι θερμές περίοδοι του έτους θα είναι ξηρότερες στις περισσότερες ηπειρωτικές περιοχές μέσου γεωγραφικού πλάτους, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η συχνότητα των φαινομένων ξηρασίας και της υποβάθμισης του εδάφους. Τα φαινόμενα αυτά θα προσλάβουν κρίσιμες διαστάσεις σε περιοχές που αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρά προβλήματα υποβάθμισης του εδάφους, απερήμωσης και ξηρασίας. Οι αναπτυσσόμενες χώρες θα πληγούν ιδιαίτερα, ενώ οι τροπικές ασθένειες θα εξαπλωθούν σε ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα. Η δεκαετία του 1990 υπήρξε σε πλανητική κλίμακα η θερμότερη από το 1861.

    1 Αναλυτικές πληροφορίες για τη σύμβαση UNFCCC και το πρωτόκολλο του Κιότο διατίθενται στο Διαδίκτυο, στη διεύθυνση

    http://unfccc.int

    2 Στην UNFCCC οι χώρες υποδιαιρούνται σε δύο κύριες ομάδες: Την 1η Ιουλίου 2002, 186 χώρες ήταν συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση. Από αυτές, 40 βιομηχανικές χώρες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι της Σύμβασης, ενώ οι υπόλοιπες 146 χώρες είναι γνωστές ως χώρες εκτός του παραρτήματος Ι. Στις χώρες του παραρτήματος Ι συγκαταλέγονται οι 24 σχετικά εύπορες βιομηχανικές χώρες που ήσαν μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) το 1992, τα 15 κράτη μέλη της ΕΕ και 11 χώρες με οικονομίες που διέρχονται φάση μετάβασης προς την οικονομία της αγοράς, μεταξύ των οποίων η Ρωσία.

    3 Βλ. δικτυακό τόπο http://unfccc.int/resource/kpthermo_if.html.

    4 Απόφαση 2002/358/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 2002

    5 Απόφαση 1600/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2002

    6 Δεύτερη έκθεση προόδου του ECCP με τίτλο "Can we meet our Kyoto targets?", Απρίλιος 2003.

Παράρτημα

Το σχήμα και ο πίνακας που ακολουθούν, παρέχουν λεπτομερή στοιχεία, για κάθε επιμέρους κράτος μέλος και για την ΕΕ στο σύνολό της, σχετικά με τις τάσεις των εκπομπών των έξι αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου έως το 2001. Οι εκπομπές των διεθνών αεροπορικών και θαλασσίων μεταφορών, καθώς και οι εκπομπές/μειώσεις από τις αλλαγές χρήσεων γης και τη δασοκομία, δεν καλύπτονται.

Σχήμα 1: Συνολικές εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου στην ΕΕ σε σχέση με το στόχο που καθορίζεται στο πρωτόκολλο του Κιότο

[Graphic in PDF & Word format]

Πίνακας 1: Τάσεις των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου και στόχοι του πρωτοκόλλου του Κιότο για την περίοδο 2008-2012

[Graphic in PDF & Word format]

    1) Έτος αναφοράς για τα CO2, CH4 και N2O είναι το 1990· για τα φθοριούχα αέρια χρησιμοποιείται ως έτος αναφοράς το 1995, το οποίο επιτρέπεται από το πρωτόκολλο του Κιότο. Αυτό συγκεντρώνει την προτίμηση των περισσοτέρων κρατών μελών.

    2) Για τη Δανία, παρέχονται σε παρένθεση τα στοιχεία στα οποία αντικατοπτρίζονται οι προσαρμογές που έγιναν το 1990 για να ληφθούν υπόψη το εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας (εισαγωγές και εξαγωγές) και οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Η Δανία εφαρμόζει αυτή τη μεθοδολογία για να παρακολουθεί την πρόοδο που σημειώνει στην πορεία επίτευξης του εθνικού στόχου της βάσει της συμφωνίας "επιμερισμού των βαρών" της ΕΕ. Στον υπολογισμό του συνόλου των εκπομπών της ΕΕ χρησιμοποιήθηκαν τα μη προσαρμοσμένα στοιχεία για τη Δανία.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website