Navigation path

Left navigation

Additional tools

Η Επιτροπή προσφεύγει στο Δικαστήριο κατά του Συμβουλίου για παράβαση του δικαίου της ΕΕ σε σχέση με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης

European Commission - IP/12/9   11/01/2012

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI CS ET HU LT LV MT PL SK SL BG RO

Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Δελτίο Τύπου

Η Επιτροπή προσφεύγει στο Δικαστήριο κατά του Συμβουλίου για παράβαση του δικαίου της ΕΕ σε σχέση με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης

Βρυξέλλες, 11 Ιανουαρίου 2012 – Η Επιτροπή αποφάσισε σήμερα να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά του Συμβουλίου λόγω του ότι αυτό το τελευταίο δεν εξέδωσε τον κανονισμό του Συμβουλίου σχετικά με την ετήσια αναπροσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ, με βάση τις σχετικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, οι μισθοί και οι συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ αναπροσαρμόζονται με βάση τις πολιτικές αποφάσεις των κρατών μελών όσον αφορά τους μισθούς των δικών τους, δηλαδή των εθνικών, δημόσιων υπαλλήλων. Σε περίπτωση αύξησης ή μείωσης των μισθών των εθνικών δημόσιων υπαλλήλων, η ίδια μεταβολή εφαρμόζεται στο προσωπικό της ΕΕ.

Αυτή τη φορά, πέντε από τα οκτώ κράτη μέλη που λαμβάνονται υπόψη για τους υπολογισμούς προέβησαν σε αύξηση των μισθών των εθνικών τους δημόσιων υπαλλήλων σε ονομαστικούς όρους: Βέλγιο (3,6%), Γαλλία και Κάτω Χώρες (2%), Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο (1,3%). Υπήρξαν μικρές μειώσεις των μισθών στην Ιταλία, την Ισπανία και το Λουξεμβούργο. Τα ανωτέρω στοιχεία σημαίνουν ότι, κατά μέσο όρο, οι εθνικοί δημόσιοι υπάλληλοι υπέστησαν μείωση της αγοραστικής τους δύναμης κατά 1,8% σε πραγματικούς όρους. Η ίδια ακριβώς απώλεια προτείνεται και για τους υπαλλήλους της ΕΕ, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίον υπηρετούν.

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, εφαρμόζοντας απαρέγκλιτα την κείμενη νομοθεσία, πρότεινε στο Συμβούλιο την εφαρμογή της ίδιας απώλειας στους υπαλλήλους της ΕΕ. Η πρόταση της Επιτροπής προβλέπει επίσης μείωση κατά 1,8% σε πραγματικούς όρους, η οποία ισοδυναμεί με ονομαστική προσαρμογή +1,7% όσον αφορά το προσωπικό που εργάζεται στις Βρυξέλλες, όπου ο πληθωρισμός ανήλθε στο 3,6%.

Όπως το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη επιβεβαιώσει επανειλημμένως (η τελευταία φορά ήταν στις 24 Νοεμβρίου 2010 στην υπόθεση C-40/10), με βάση τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, το Συμβούλιο δεν διαθέτει καμία διακριτική ευχέρεια εν προκειμένω αλλά είναι υποχρεωμένο να εγκρίνει την αναπροσαρμογή την οποία υπολογίζει κάθε φορά η Επιτροπή.

Η μόνη δυνατότητα παρέκκλισης από τους κανόνες αυτούς είναι η προσφυγή στη ρήτρα εξαίρεσης, η οποία, όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, είναι δυνατό να χρησιμοποιείται μόνο υπό λίαν εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες, κατ’ εφαρμογή της «κανονικής μεθόδου», δεν είναι δυνατή η αναπροσαρμογή των αποδοχών των υπαλλήλων με αρκούντως ταχείς ρυθμούς. Η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου, εξέτασε σε δύο περιπτώσεις κατά πόσον θα ήταν δυνατή η εφαρμογή της ρήτρας εξαίρεσης, η οποία αναφέρεται σε αιφνίδια και σοβαρή επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απώλεια αγοραστικής δύναμης του προσωπικού της ΕΕ, η οποία αντιστοιχεί στην απώλεια αγοραστικής δύναμης των εθνικών δημόσιων υπαλλήλων, φαίνεται να συνάδει με την τρέχουσα οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Οποιαδήποτε πρόσθετα μέτρα καθ’ υπέρβαση της απώλειας αυτής θα αντέβαιναν στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και στη νομολογία του Δικαστηρίου.

Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την ανάγκη για λιτότητα, προτείνοντας τη μείωση του προσωπικού σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ κατά 5%, καθώς και μείζονες αλλαγές στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, οι οποίες περιλαμβάνουν την αύξηση του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας από 37,5 σε 40 ώρες χωρίς αντιστάθμιση, τη μετάθεση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη (ή στα 67 έτη σε ορισμένες περιπτώσεις) και την αναδιάταξη των δομών σταδιοδρομίας των γραμματέων και των βοηθών. Τα προαναφερθέντα μέτρα στο σύνολό τους, εφόσον εγκριθούν, θα επιτρέψουν να εξοικονομηθεί 1 δισεκ. ευρώ και πλέον κατά την επόμενη επταετία και 1 δισεκ. ευρώ ετησίως μακροπρόθεσμα.

Παρά την ανωτέρω συλλογιστική, το Συμβούλιο εξέδωσε επίσημη απόφαση για την απόρριψη της πρότασης της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφαση αυτή παραβιάζει τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, είναι υποχρεωμένη να την προσβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου.

Ο αντιπρόεδρος Maroš Šefčovič δήλωσε: «Η Επιτροπή εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι είναι αναγκασμένη και πάλι, μετά από μια ανάλογη κατάσταση το 2009, να προσφύγει για το συγκεκριμένο θέμα κατά του Συμβουλίου στο Δικαστήριο. Τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή αναγνωρίζουν την ανάγκη περιστολής των διοικητικών δαπανών. Πλην όμως, η περιστολή αυτή πρέπει να επιτευχθεί κατά τρόπο που συνάδει με την κείμενη νομοθεσία ή, εφόσον κριθεί αναγκαίο, με βάση αλλαγή της νομοθεσίας αυτής, αλλά πάντως όχι με την παραβίασή της.»

«Αυτή είναι η προσέγγιση στην οποία έχει στηριχθεί το έργο της Επιτροπής ήδη κατά τους τελευταίους οκτώ μήνες, με αποτέλεσμα την υποβολή, τον Δεκέμβριο του 2011, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επίσημων προτάσεων, οι οποίες, εφόσον εγκριθούν, θα επιτρέψουν τη μείωση των διοικητικών δαπανών κατά 1 δισεκ. ευρώ και πλέον έως το 2020 και κατά 1 δισεκ. ευρώ ετησίως μακροπρόθεσμα.»

Ιστορικό

Η ετήσια αναπροσαρμογή υπολογίζεται ετησίως από τη Eurostat με βάση στατιστικά δεδομένα τα οποία παρέχονται από τα κράτη μέλη σχετικά με τις αυξήσεις ή μειώσεις των μισθών που έχουν αποφασισθεί για τους εθνικούς τους δημόσιους υπαλλήλους. Το 2004, το Συμβούλιο αποφάσισε τη χρήση για τον σκοπό αυτό δείγματος αποτελούμενου από οκτώ κράτη μέλη (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Βέλγιο και Λουξεμβούργο). Επομένως, οι απώλειες ή οι αυξήσεις που καταγράφονται σε σχέση με τους εθνικούς δημόσιους υπαλλήλους των χωρών αυτών εφαρμόζονται και στο προσωπικό της ΕΕ.

Το 2010, υπήρξε μικρή μείωση των καθαρών μισθών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, δεδομένου ότι οι αυξήσεις του συντελεστή συνταξιοδοτικής εισφοράς (από 11,3% σε 11,6%) και της έκτακτης εισφοράς (από 5,07% σε 5,5%) υπερκέρασαν τη μηδαμινή αύξηση των ακαθάριστων μισθών (0,1%).

Σύνδεσμος προς το έγγραφο IP/11/1532 και τις προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και προς το έγγραφο MEMO/11/907«Ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τη μεταρρύθμιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης».

Αρμόδιοι υπάλληλοι:

Antonio Gravili (+32 2 295 43 17)

Marilyn Carruthers (+32 2 299 94 51)


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website