Navigation path

Left navigation

Additional tools

Ευρωπαϊκη Επιτροπη – Δελτιο Τυπου

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινεί επισπευσμένες διαδικασίες παράβασης κατά της Ουγγαρίας με αντικείμενο την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας της χώρας και των αρχών προστασίας δεδομένων, καθώς και τα μέτρα που επηρεάζουν το δικαστικό σώμα

Στρασβούργο, 17 Ιανουαρίου 2012 – Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινήθηκε σήμερα δικαστικώς εναντίον της Ουγγαρίας για το ζήτημα της νέας νομοθεσίας που άρχισε να ισχύει στις αρχές του έτους βάσει του νέου συντάγματος της χώρας. Μετά από αρκετές ανταλλαγές επιστολών με τις ουγγρικές αρχές σχετικά με τα σχέδια των νέων νομοθετημάτων – ιδίως τις επιστολές που έστειλαν ο πρόεδρος José Manuel Barroso, η αντιπρόεδρος Viviane Reding (ευρωπαία επίτροπος αρμόδια για τη δικαιοσύνη, τα θεμελιώδη δικαιώματα και την ιθαγένεια) και ο αντιπρόεδρος Olli Rehn (ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για τις οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις και το ευρώ) – η Επιτροπή έχει πλέον ολοκληρώσει μια αναλυτική νομική εκτίμηση της νέας νομοθεσίας που εκδόθηκε στις αρχές Ιανουαρίου. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ουγγρική νομοθεσία αντιτίθεται με το ενωσιακό δίκαιο επειδή θέτει σε αμφισβήτηση την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας της χώρας και των αρχών προστασίας δεδομένων, και λόγω των μέτρων που επηρεάζουν το δικαστικό σώμα της χώρας.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε σήμερα να αποστείλει τρεις προειδοποιητικές επιστολές στην Ουγγαρία – το πρώτο στάδιο της ενωσιακής διαδικασίας επί παραβάσει – και να ανακινήσει περαιτέρω συναφή ζητήματα με τις ουγγρικές αρχές ώστε να εξακριβώσει κατά πόσον ενδέχεται να δικαιολογούνται περαιτέρω μέτρα με βάση το δίκαιο της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος. Οι ουγγρικές αρχές διαθέτουν πλέον διορία ενός μηνός για να αντιδράσουν στις ανησυχίες της Επιτροπής.

Ο Πρόεδρος José Manuel Barroso δήλωσε: «Η Ουγγαρία, όπως όλα τα κράτη μέλη, υποχρεούται από τις συνθήκες ΕΕ να εγγυάται την ανεξαρτησία της εθνικής κεντρικής τράπεζας της χώρας και της αρχής προστασίας δεδομένων, όπως και την αμερόληπτη μεταχείριση των δικαστών της. Η Επιτροπή είναι αποφασισμένη να λάβει τα τυχόν αναγκαία ένδικα μέτρα για να διασφαλίσει τη διατήρηση της συμβατότητας με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

Η αντιπρόεδρος Viviane Reding, ευρωπαία επίτροπος αρμόδια για τη δικαιοσύνη, δήλωσε: «Ήδη διατύπωσα σοβαρές νομικές επιφυλάξεις όσον αφορά δυνητικές παραβιάσεις της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας της Ουγγαρίας και της ουγγρικής αρχής προστασίας δεδομένων όταν στις αρχές Δεκεμβρίου είδα για πρώτη φορά τα σχέδια νόμων. Τώρα πλέον που οι νόμοι εγκρίθηκαν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι νομικές επιφυλάξεις της Επιτροπής, επαφίεται στην Επιτροπή, ως θεματοφύλακα των συνθηκών, η ευθύνη της διασφάλισης της επικράτησης του ενωσιακού δικαίου. Αναμένω ότι οι ουγγρικές αρχές θα ασχοληθούν τάχιστα με τις νομικές επιφυλάξεις της Επιτροπής. Μόνο με πραγματικές αλλαγές της υπόψη νομοθεσίας, ή με την άμεση αναστολή της, θα υπάρξει δυνατότητα να διασκεδαστούν οι νομικές επιφυλάξεις της Επιτροπής.»

Ο αντιπρόεδρος Olli Rehn, αρμόδιος για τις οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις και το ευρώ, δήλωσε: «Η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας αποτελεί ένα από τους ακρογωνιαίους λίθους της Συνθήκης. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να μην επιδιώκουν να επηρεάσουν την κεντρική τους τράπεζα. Ο νέος νόμος για την MNB και ορισμένες διατάξεις στο νέο σύνταγμα παραβιάζουν τις εν λόγω αρχές. Παροτρύνω την ουγγρική κυβέρνηση να διασφαλίσει πλήρη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Αυτό σημαίνει αναθεώρηση του συνόλου της συναφούς νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένου του συντάγματος. Η ενέργεια αυτή χρειάζεται να αναληφθεί πριν να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε επίσημες διαπραγματεύσεις σχετικά με την αιτηθείσα χρηματοδοτική συνδρομή ΕΕ/ΔΝΤ.»

Τρεις κύριοι νομικοί λόγοι

Με βάση τη νέα ουγγρική νομοθεσία, 274 δικαστές (συμπεριλαμβανομένων δικαστών του ανωτάτου δικαστηρίου) συνταξιοδοτούνται υποχρεωτικώς, κατ’ αντίφαση προς τους κανόνες της ΕΕ. Η κυβέρνηση αναλαμβάνει επίσης εξουσίες επί της αρχής προστασίας δεδομένων, οι οποίες αντιβαίνουν προς τις συνθήκες ΕΕ, με τις οποίες απαιτείται η ανεξαρτησία των εθνικών αρχών προστασίας δεδομένων (άρθρο 16 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης/ΣΛΕΕ, άρθρο 8 παράγραφος 3 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) και την ανεξαρτησία της εθνικής κεντρικής τράπεζας (άρθρα 130 και 127 της ΣΛΕΕ, άρθρο 14 του καταστατικού του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας). Η κεντρική τράπεζα της Ουγγαρίας είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό σύστημα κεντρικών τραπεζών (ESCB), ο δε διοικητής της ουγγρικής κεντρικής τράπεζας καταλαμβάνει θέση στο γενικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο αποτελεί το τρίτο όργανο της ΕΚΤ με αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων.

1) Ανεξαρτησία της εθνικής κεντρικής τράπεζας

Η Επιτροπή εντόπισε αρκετές παραβιάσεις του πρωτογενούς δικαίου, ιδίως παραβιάσεις του άρθρου 130 της ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει την πλήρη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, και του άρθρου 127 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, με το οποίο απαιτείται διαβούλευση με την ΕΚΤ «όσον αφορά κάθε σχέδιο νομοθετικής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο της αρμοδιότητάς της».

  • Το άρθρο 130 της ΣΛΕΕ αναφέρει ότι : «η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, … δεν επιζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα, από κυβερνήσεις κρατών μελών ή από άλλο οργανισμό».

  • Το άρθρο 127 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι «η γνώμη της ΕΚΤ ζητείται […] όσον αφορά κάθε σχέδιο νομοθετικής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο της αρμοδιότητάς της»

Επιπλέον, δεν τηρήθηκαν το σημείο 14.2 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ, καθώς και το άρθρο 4 της απόφασης του Συμβουλίου (98/415/EΚ) σχετικά με την έγκαιρη διαβούλευση της ΕΚΤ. Για ορισμένα στοιχεία, η Επιτροπή κάλεσε τις ουγγρικές αρχές να δώσουν διευκρινίσεις.

Οι παραβιάσεις που προσδιορίστηκαν στην προειδοποιητική επιστολή αφορούν τόσο τον νόμο MNB ('Magyar Nemzeti Bank'), αλλά επίσης και το νέο σύνταγμα.

Βάσει του νόμου MNB, ο υπουργός μπορεί να συμμετέχει άμεσα στις συνεδριάσεις του νομισματικού συμβουλίου, δίνοντας στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να επηρεάσει εκ των έσω την MNB. Ομοίως, η ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της MNB πρέπει να αποστέλλεται εκ των προτέρων στην κυβέρνηση, εμποδίζοντας τοιουτοτρόπως την ικανότητά της να διεξάγει εμπιστευτικές συζητήσεις. Επίσης, οι αλλαγές στο καθεστώς αμοιβής του διοικητή καθίστανται πάλι άμεσα εφαρμοστέες στον ήδη υπηρετούντα, ενώ, θα έπρεπε να εφαρμόζονται μόνο για νέα θητεία, ώστε να αποφεύγεται να χρησιμοποιείται ο μισθός για την άσκηση πιέσεων στην MNB. Τέλος, ο διοικητής και τα μέλη του νομισματικού συμβουλίου οφείλουν να δίνουν όρκο (πίστης στη χώρα και στα συμφέροντά της), όπου το περιεχόμενο δημιουργεί προβλήματα, δεδομένου ότι ο διοικητής της ΜΝΒ είναι επίσης μέλος του γενικού συμβουλίου της ΕΚΤ.

Η Επιτροπή έχει αμφιβολίες σχετικά με τους κανόνες που διέπουν την αποπομπή του διοικητή και των μελών του Νομισματικού Συμβουλίου, που υπόκεινται σε πολιτικές παρεμβάσεις (ακόμη και το Κοινοβούλιο μπορεί να προτείνει την αποπομπή μέλους του νομισματικού συμβουλίου) και ενδεχόμενη αντικανονική χρήση. Επίσης, οι συχνές αλλαγές του θεσμικού πλαισίου της ΜΝΒ εγείρουν αμφιβολίες, για παράδειγμα μέσω της αυξήσεως του αριθμού των μελών του νομισματικού συμβουλίου, μαζί με τη δυνατότητα αύξησης του αριθμού των αναπληρωτών διοικητών ανεξάρτητα από τις ανάγκες της ΜΝΒ.

Επιπλέον, μια συνταγματική διάταξη ρυθμίζει κανονιστικώς την πιθανή συγχώνευση της MNB με τη χρηματοπιστωτική εποπτική αρχή. Μολονότι η συγχώνευση αυτή καθαυτή δεν δημιουργεί πρόβλημα, ο διοικητής της ΜΝΒ θα γινόταν απλώς αναπληρωτής πρόεδρος του νέου σχήματος, πράγμα το οποίο θα κατέλυε διαρθρωτικά την ανεξαρτησία του.

2) Ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος

Η δικαστική υπόθεση παραβίασης όσον αφορά το δικαστικό σώμα επικεντρώνεται στο νέο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης για τους δικαστές και εισαγγελείς, σχετίζεται δε με την απόφαση της Ουγγαρίας να μειώσει το υποχρεωτικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης για τους δικαστές, εισαγγελείς και συμβολαιογράφους από 70 έτη στο γενικώς ισχύον όριο ηλικίας συνταξιοδότησης (62 έτη) από την 1η Ιανουαρίου 2012.

Οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με την ίση μεταχείριση των εργαζομένων (οδηγία 2000/78/EΚ) απαγορεύει τις διακρίσεις στον χώρο εργασίας για λόγους ηλικίας. Με βάση τη νομολογία του δικαστηρίου των ΕΕ, χρειάζεται αντικειμενική και αναλογική αιτιολόγηση εάν μια κυβέρνηση αποφασίσει να μειώσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης για μια ομάδα ατόμων, και όχι για άλλες ομάδες. Η αρχή αυτή επικυρώθηκε όταν το Δικαστήριο απεφάνθη, στις 13 Σεπτεμβρίου 2011, ότι η απαγόρευση εργασίας των κυβερνητών αεροσκαφών μετά την ηλικία των 60 ετών συνιστά διάκριση για λόγους ηλικίας.

Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε τυχόν αντικειμενική αιτιολόγηση για να αποτελέσουν οι δικαστές και εισαγγελείς μεταχείρισης διαφορετικής απ’ ό,τι άλλες ομάδες εργαζομένων, ιδίως σε καιρό όπου ανά την Ευρώπη τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης σταδιακά αυξάνουν αντί να μειώνονται. Η κατάσταση είναι έτι μάλλον νομικώς αμφίβολη επειδή η κυβέρνηση ήδη γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι έχει την πρόθεση να αυξήσει το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης σε 65 έτη.

Όσον αφορά την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος, η Επιτροπή ζητά επίσης από την Ουγγαρία περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη νέα νομοθεσία περί οργανώσεως των δικαστηρίων. Βάσει του νόμου, ο πρόεδρος ενός νέου εθνικού γραφείου δικαιοσύνης συγκεντρώνει εξουσίες όσον αφορά την επιχειρησιακή διαχείριση των δικαστηρίων, των ανθρώπινων πόρων, του προϋπολογισμού και της κατανομής των δικαστικών υποθέσεων. Η απόφαση δεν λαμβάνεται πλέον συλλογικά, ως σώμα, για την επιχειρησιακή διαχείριση των δικαστηρίων ή για άλλες ενδεδειγμένες διασφαλίσεις. Ένα και μόνο άτομο λαμβάνει πλέον όλες τις σημαντικές αποφάσεις σχετικά με το δικαστικό σώμα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον διορισμό δικαστών. Επιπλέον, η θητεία του πρώην προέδρου του ανωτάτου δικαστηρίου, ο οποίος εξελέγη για έξη έτη τον Ιούνιο του 2009, τερματίσθηκε πρόωρα στα τέλη 2011. Αντίθετα, άλλοι πρώην δικαστές του ανωτάτου δικαστηρίου συνεχίζουν τη θητεία τους ως δικαστές της νέας "Curia", η οποία αντικατέστησε το ανώτατο δικαστήριο. Η Επιτροπή αναμένει αναλυτικές απαντήσεις των ουγγρικών αρχών ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει κατά πόσον χρειάζεται να κινηθούν περαιτέρω διαδικασίες παράβασης.

3) Ανεξαρτησία της εποπτικής αρχής προστασίας δεδομένων

Η δικαστική υπόθεση σχετικά με τον επόπτη προστασίας δεδομένων σχετίζεται με την πρόσφατη απόφαση της Ουγγαρίας να δημιουργήσει μια νέα εθνική αρχή για την προστασία δεδομένων, η οποία αντικαθιστά, από την 1η Ιανουαρίου 2012, το σημερινό γραφείο επιτρόπου προστασίας δεδομένων. Συνεπεία τούτου, θα τερματισθεί πρόωρα η εξαετής θητεία του υπηρετούντος σήμερα επιτρόπου προστασίας δεδομένων, ο οποίος διορίστηκε το 2008. Δεν έχουν προβλεφθεί ενδιάμεσα μέτρα έως ότου τερματισθεί, το 2014, η θητεία του σημερινού επιτρόπου. Οι νέοι κανόνες ανοίγουν επίσης τη δυνατότητα να μπορεί να αποπεμφθεί αυθαίρετα ο νέος επόπτης από τον πρωθυπουργό και τον πρόεδρο.

Η ανεξαρτησία των εποπτών προστασίας δεδομένων κατοχυρώνεται με βάση το άρθρο 14 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ και το άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Επιπλέον, οι ενωσιακοί κανόνες σχετικά με την προστασία δεδομένων (οδηγία 95/46/EΚ) επιβάλλουν στα κράτη μέλη να συγκροτούν εποπτικό φορέα για να παρακολουθεί την εφαρμογή της οδηγίας, ενεργώντας με πλήρη ανεξαρτησία. Αυτό έχει επανακηρυχθεί από το Δικαστήριο. Στην απόφασή τους στην υπόθεση που αφορούσε τη Γερμανία (C-518/07 της 9ης Μαρτίου 2010), το Δικαστήριο τόνισε ότι οι εποπτικές αρχές προστασίας δεδομένων πρέπει να παραμένουν ελεύθερες από κάθε εξωτερική επιρροή, συμπεριλαμβανομένης της άμεσης ή έμμεσης επιρροής του κράτους. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ακόμη και ο απλός κίνδυνος πολιτικού επηρεασμού μέσω κρατικής έρευνας αρκεί για να εμποδίζει την ανεξάρτητη επιτέλεση των καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Ιστορικό

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε το 2011 τη δέσμευση να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις σχετικά με το νέο σύνταγμα της Ουγγαρίας, ως επακόλουθο ορισμένων ανησυχιών που εκφράστηκαν από το Συμβούλιο της Ευρώπης, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και άλλους παράγοντες. Τους τελευταίους μήνες, η Επιτροπή βρισκόταν σε στενή επαφή με τις ουγγρικές αρχές όσον αφορά την προετοιμασία των σχεδίων βασικών νόμων με τους οποίους εφαρμόζεται το σύνταγμα. Η Επιτροπή διατύπωσε σειρά ανησυχιών σχετικά με τη συμβατότητα των εν λόγω νόμων με το ενωσιακό δίκαιο (βλέπε Memo/12/9). Ο πρόεδρος Barroso και οι αντιπρόεδροι Reding και Rhen απέστειλαν επιστολές, τον Δεκέμβριο, στις οποίες εξέφρασαν τις εν λόγω ανησυχίες. Επιπλέον, η αντιπρόεδρος Kroes επικοινώνησε επανειλημμένα με τις ουγγρικές αρχές σε όλη τη διάρκεια του 2011. Τον Ιανουάριο 2011, η Επιτροπή ήδη παρενέβη για να τροποποιηθούν τέσσερεις πτυχές του ουγγρικού νόμου περί μέσων επικοινωνίας, οι οποίες αντέβαιναν το δίκαιο της ΕΕ.

Για περισσότερες πληροφορίες

Αρχική ιστοσελίδα του προέδρου José Manuel Barroso:

http://ec.europa.eu/president

Αρχική ιστοσελίδα της αντιπροέδρου Viviane Reding, επιτρόπου αρμόδιας για τη δικαιοσύνη:

http://ec.europa.eu/reding

Αρχική ιστοσελίδα αντιπροέδρου Olli Rehn, επιτρόπου αρμόδιου για τις οικονομικές υποθέσεις και το ευρώ:

http://ec.europa.eu/commission_2010-2014/rehn/index_en.htm

Βλέπε επίσης: MEM0/12/12

Αρμόδιοι επικοινωνίας:

Pia Ahrenkilde Hansen (+32 2 295 30 70)

Cezary Lewanowicz (+32 2 298 05 09)

Matthew Newman (+32 2 296 24 06)

Amadeu Altafaj Tardio (+32 2 295 26 58)

Mina Andreeva (+32 2 299 13 82)

Vandna Kalia (+32 2 299 58 24)


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website