Navigation path

Left navigation

Additional tools

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Δελτίο Τύπου

Βρυξέλλες, 5 Δεκεμβρίου 2012

Οι υπάλληλοι της ΕΕ χάνουν το 1,1% της αγοραστικής δύναμης λόγω της ετήσιας προσαρμογής των μισθών τους

Συνεπεία της δύσκολης οικονομικής κατάστασης, οι υπάλληλοι της ΕΕ αντιμετωπίζουν απώλεια αγοραστικής δύναμης ίση προς -1,1% το 2012. Αυτό είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον τρόπο υπολογισμού των ετήσιων μισθολογικών αναπροσαρμογών. Προηγήθηκε πραγματική απώλεια αγοραστικής δύναμης -3,6% το 2011. Συνολικά η απώλεια αγοραστικής δύναμης για τους υπαλλήλους της ΕΕ μεταξύ 2004 και 2011 ανέρχεται σε -7,6%.

Ο τρόπος υπολογισμού, γνωστός ως «η Μέθοδος», παρακολουθεί την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, από ένα καλάθι 8 κρατών μελών (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Ισπανία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο – ένα δείγμα χωρών που επελέγη ειδικά από τα κράτη μέλη το 2004 και αντιπροσωπεύει το 76% του ΑΕΠ της ΕΕ). Με άλλα λόγια, εφαρμόζει τις πολιτικές αποφάσεις που έλαβαν οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών για τους δικούς τους δημόσιους υπαλλήλους στις αποδοχές του προσωπικού της ΕΕ.

Εφέτος, το αποτέλεσμα του υπολογισμού αντανακλά με ακρίβεια την δυσχερή οικονομική κατάσταση και τον πολύ διαφορετικό αντίκτυπο που έχει στις εθνικές δημόσιες υπηρεσίες: λαμβάνει υπόψη τις μισθολογικές αυξήσεις στη Γερμανία (+4,3%), στο Βέλγιο (+2,5%), στο Λουξεμβούργο (+2,5%), στη Γαλλία (+1,8%) και στο Ηνωμένο Βασίλειο (+0,9%) αλά και τις μειώσεις που επήλθαν στην Ισπανία (-3%) και στις Κάτω Χώρες (-1,9%), καθώς και το πάγωμα των μισθών στην Ιταλία (0%). Η αθροιστική μεταβολή της αγοραστικής δύναμης των δημοσίων υπαλλήλων των χωρών αυτών είναι -1,1%. Ακριβώς αυτό το ποσοστό απώλειας αγοραστικής δύναμης εφαρμόζεται στους υπαλλήλους της ΕΕ, ανεξαρτήτως τόπου εργασίας και ανεξαρτήτως οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ στον οποίο εργάζονται.

Λόγω του ποσοστού πληθωρισμού στο Βέλγιο, η ονομαστική μισθολογική προσαρμογή για τους υπαλλήλους της ΕΕ που έχουν ως έδρα τις Βρυξέλλες είναι 1,7%. Πρόκειται για αύξηση κατώτερη του ποσοστού πληθωρισμού που συνεπάγεται την ίση προς -1,1% απώλεια αγοραστικής δύναμης. Όπως προαναφέρεται, το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από τις ονομαστικές μισθολογικές προσαρμογές για τους δημόσιους υπαλλήλους των μισών κρατών μελών του δείγματος.

Μια ρήτρα εξαίρεσης επιτρέπει στην πράξη την αναστολή της Μεθόδου εφόσον συντρέχουν ορισμένα αυστηρά νομικά κριτήρια «σοβαρής και αιφνίδιας επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης» - που δεν μπορεί να υπολογίσει η Μέθοδος.

Ωστόσο, η Επιτροπή είναι απολύτως πεπεισμένη ότι δεδομένης της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης οι υπηρεσίες της ΕΕ πρέπει να συμβάλουν καταβάλλοντας επιπλέον προσπάθειες. Για τον λόγο αυτόν, ήδη το περασμένο έτος, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για περικοπή του αριθμού του προσωπικού όλων των οργάνων και οργανισμών της ΕΕ κατά 5% μεταξύ 2013 και 2017. Για να αντιμετωπιστεί η αύξηση του φόρτου εργασίας που θα προέκυπτε, η περικοπή προσωπικού θα αντισταθμιζόταν με την αύξηση της ελάχιστης εργάσιμης εβδομάδας σε 40 ώρες χωρίς αύξηση αποδοχών. Εκτός αυτού, η Επιτροπή πρότεινε αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 63 στα 65 έτη και έκανε ευκολότερη την απασχόληση μέχρι την ηλικία των 67 ετών, ενώ πρότεινε και σημαντική μείωση, μεταξύ 18% και 45%, του αρχικού και του τελικού μισθού για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων.

Αυτό θα οδηγήσει σε σημαντική εξοικονόμηση πόρων που θα υπερβαίνει το 1 δισεκατ. ευρώ κατά τη διάρκεια του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, και μακροπρόθεσμα θα είναι ίση με 1 δισεκατ. ευρώ ετησίως, λόγω των μακροπρόθεσμων συνεπειών των μέτρων αυτών.

Επιπλέον, η Επιτροπή πρότεινε πέρυσι όχι μόνον να διατηρηθεί μια έκτακτη εισφορά η ισχύς της οποίας λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2012, αλλά και να αυξηθεί από 5,5% σε 6% η λεγόμενη «εισφορά αλληλεγγύης» (που επιβάλλεται επιπλέον του φόρου εισοδήματος που φθάνει το 45%). Προτάθηκε επίσης η μεταρρύθμιση και παράταση ισχύος της Μεθόδου, η ισχύς της οποίας επίσης λήγει στα τέλη του 2012 προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ανησυχίες που εκφράσθηκαν από τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή εκφράζει τη βαθιά λύπη της για το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη λάβει κοινή θέση επί των προτάσεων αυτών, μολονότι το θέμα βρίσκεται στο προσκήνιο εδώ και περισσότερους από 17 μήνες. Η Επιτροπή εκφράζει επίσης της λύπη της για το γεγονός ότι το Συμβούλιο, εξαιτίας αυτού, δεν ήταν σε θέση να δώσει εντολή στην Προεδρία του να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την πρόταση. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι οι υπάλληλοι της ΕΕ θα έχουν καθαρή αύξηση των αποδοχών τους τον Ιανουάριο λόγω της λήξης ισχύος της έκτακτης εισφοράς.

Σε μια τελευταία προσπάθεια για την αποτροπή της εξέλιξης αυτής, ο Αντιπρόεδρος κ. Maroš Šefčovič απηύθυνε επιστολή στον Υπουργό Ανδρέα Μαυρογιάννη της Κυπριακής Προεδρίας και στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Martin Schulz υπενθυμίζοντάς τους για μια ακόμη φορά την κατάσταση, καθώς και το ότι αυτή θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με την παράταση κατά ένα έτος της ισχύος της έκτακτης εισφοράς και της Μεθόδου. Η Επιτροπή θα μπορούσε τότε να υποβάλει εκ νέου το 2013 στους συννομοθέτες όλα τα μέτρα λιτότητας που είχαν προταθεί αρχικά.

Αρμόδιοι επικοινωνίας:

Antonio Gravili (+32 2 295 43 17)

Marilyn Carruthers (+32 2 299 94 51)


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website