Navigation path

Left navigation

Additional tools

ευρωπαϊκη επιτροπη – δελτιο τυπου

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβαίνει σε ενέργειες για να διευκολύνει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη στο πλαίσιο διασυνοριακών νομικών διαφορών

Βρυξέλλες, 22 Ιουλίου 2011 – Η διευθέτηση διαφορών και διαφωνιών μέσω της δικαστικής οδού είναι συχνά δαπανηρή και χρονοβόρα. Οι διασυνοριακές υποθέσεις είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες λόγω των διαφορετικών εθνικών νομοθεσιών και λόγω πρακτικών ζητημάτων, όπως το κόστος και η γλώσσα. Η οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαμεσολάβηση – η οποία εκδόθηκε στις 21 Μαΐου 2008 (IP/08/628) και ισχύει από τις 21 Μαΐου 2011– εφαρμόζεται όταν δύο μέρη μιας διασυνοριακής διαφοράς συμφωνούν εθελοντικά να διευθετήσουν τη διαφορά τους προσφεύγοντας σε αμερόληπτο διαμεσολαβητή. Όλα τα κράτη της ΕΕ θα έπρεπε να έχουν θεσπίσει επί του παρόντος μέτρα για τη μεταφορά της ενωσιακής νομοθεσίας στο εθνικό δίκαιο. Παρά ταύτα, εννέα κράτη δεν έχουν ακόμα κοινοποιήσει όλα τα εθνικά μέτρα που απαιτούνται για την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας. Λόγω αυτού του γεγονότος, η ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε διαδικασία αποστέλλοντας «προειδοποιητικές επιστολές» στα ακόλουθα κράτη: Τσεχική Δημοκρατία, Ισπανία, Γαλλία, Κύπρος, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Φινλανδία, Σλοβακία και Ηνωμένο Βασίλειο. Τα εν λόγω κράτη διαθέτουν προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσουν.

«Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης» δήλωσε η αντιπρόεδρος κα Viviane Reading, Επίτροπος της ΕΕ επιφορτισμένη με θέματα Δικαιοσύνης. «Η διαμεσολάβηση αποτελεί σημαντική εναλλακτική δυνατότητα αντί της προσφυγής στο δικαστήριο στο πλαίσιο διασυνοριακών διαφορών και μπορεί να βοηθήσει τα μέρη στην εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Εξοικονομεί χρόνο, χρήμα και απαλλάσσει τα μέρη που εμπλέκονται σε ήδη συναισθηματικά φορτισμένες οικογενειακές υποθέσεις από το συμπληρωματικό τραύμα του να χρειάζεται να προσφύγουν σε δικαστήριο. Καλώ τα εναπομένοντα εννέα κράτη μέλη να ολοκληρώσουν επειγόντως τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο ούτως ώστε οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να είναι σε θέση να απολαμβάνουν πλήρως τα δικαιώματά τους.»

Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν την εκτέλεση των συμφωνιών που προκύπτουν από τη διαμεσολάβηση. Σύμφωνα με μελέτη που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ, ο χρόνος που χάνεται στις περιπτώσεις που δεν γίνεται χρήση της διαμεσολάβησης υπολογίζεται κατά μέσον όρο σε διάστημα που κυμαίνεται μεταξύ 331 και 446 επιπλέον ημερών στην ΕΕ, με επιπλέον νομικά έξοδα κυμαινόμενα από12 471 έως 13 738 ευρώ ανά υπόθεση.

Ιστορικό

Η οδηγία 2008/52/ΕΚ για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εκδόθηκε στις 23 Απριλίου 2008 (IP/08/628). Η Επιτροπή πρότεινε την οδηγία τον Οκτώβριο του 2004 (IP/04/1288).

Η διαμεσολάβηση μπορεί να λύσει διαφορές μεταξύ επιχειρήσεων, εργοδοτών και εργαζομένων, ιδιοκτητών και ενοικιαστών, ή οικογενειακές διαφορές, με σκοπό να διατηρηθούν και ενδεχομένως να βελτιωθούν οι μεταξύ τους σχέσεις με εποικοδομητικό τρόπο, κάτι που δεν επιτυγχάνεται πάντοτε με την προσφυγή στα δικαστήρια. Η εξωδικαστική διευθέτηση διαφορών συνεπάγεται οικονομία στους πόρους του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και μπορεί να μειώσει τα νομικά έξοδα. Κρίσιμο στοιχείο σε κάθε διαμεσολάβηση είναι η εμπιστοσύνη στη διαδικασία, ιδίως όταν τα δύο μέρη προέρχονται από διαφορετικές χώρες. Συνεπώς, οι κανόνες της ΕΕ ενθαρρύνουν τα κράτη μέλη να ελέγχουν την ποιότητα της διαμεσολάβησης, να θεσπίσουν κώδικες δεοντολογίας και να προσφέρουν κατάρτιση στους διαμεσολαβητές ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος διαμεσολάβησης.

Μέχρι σήμερα, 17 κράτη μέλη έχουν θεσπίσει τη συγκεκριμένη ενωσιακή νομοθεσία, ενώ η Δανία επέλεξε να μην εφαρμόσει αυτή τη νομοθεσία, βάσει προνομίου που της έχει απονεμηθεί σύμφωνα με πρωτόκολλο προσαρτημένο στις συνθήκες της ΕΕ. Μέχρι τώρα, εννέα κράτη (Τσεχική Δημοκρατία, Ισπανία, Γαλλία, Κύπρος, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Φινλανδία, Σλοβακία και Ηνωμένο Βασίλειο) δεν έχουν ενημερώσει την Επιτροπή για τη θέσπιση των απαραίτητων μέτρων για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας.

Η Επιτροπή μπορεί να κινήσει διαδικασία κατά εκείνων των κρατών μελών που δεν μεταφέρουν ορθά τη νομοθεσία της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο ή παραλείπουν να κοινοποιήσουν τη λήψη εθνικών μέτρων για την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ. Η διαδικασία επί παραβάσει ξεκινά με αίτημα για την παροχή πληροφοριών («προειδοποιητική επιστολή») προς το σχετικό κράτος μέλος, στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ανερχόμενης συνήθως σε δυο μήνες.

Αν η Επιτροπή δεν μείνει ικανοποιημένη από τις πληροφορίες και καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωση που υπέχει βάσει του δικαίου της Ένωσης, μπορεί τότε να απευθύνει επίσημο αίτημα συμμόρφωσης με το δίκαιο της ΕΕ («αιτιολογημένη γνώμη»), καλώντας το κράτος μέλος να την ενημερώσει για τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ανερχόμενης συνήθως σε δυο μήνες.

Αν ένα κράτος μέλος παραλείπει να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με το δίκαιο της ΕΕ, η Επιτροπή μπορεί στην περίπτωση αυτή να αποφασίσει να παραπέμψει το εν λόγω κράτος μέλος στο Δικαστήριο της ΕΕ. Εντούτοις, σε ποσοστό άνω του 90% των υποθέσεων επί παραβάσει, τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει του δικαίου της ΕΕ πριν από την παραπομπή τους στο Δικαστήριο. Αν το Δικαστήριο λάβει καταδικαστική απόφαση εις βάρος του κράτους μέλους, το τελευταίο οφείλει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση.

Περισσότερες πληροφορίες

Αίθουσα Τύπου της ΓΔ Δικαιοσύνης: http://ec.europa.eu/justice/newsroom

Ευρωπαϊκή Επιτροπή – πολιτική δικαιοσύνη: http://ec.europa.eu/justice/civil

Αρχική ιστοσελίδα της Επιτρόπου Δικαιοσύνης κας Viviane Reding:

http://ec.europa.eu/reding

Αρμόδιοι επικοινωνίας :

Matthew Newman (+32 2 296 24 06)

Mina Andreeva (+32 2 299 13 82)


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website