Navigation path

Left navigation

Additional tools

IP/11/644

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2011

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει τη θέσπιση αυστηρότερων κανόνων για να προστατεύσει τα χρήματα των φορολογουμένων από την απάτη

Σε έγγραφο πολιτικής που εγκρίθηκε σήμερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει μια σειρά μέτρων χάρη στα οποία οι εισαγγελείς και οι δικαστές θα μπορούν να προστατεύουν αποτελεσματικότερα τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταπολεμώντας την απάτη. Η Επιτροπή σκοπεύει να ενισχύσει το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο διευκρινίζοντας τους ορισμούς αδικημάτων όπως η υπεξαίρεση ή η κατάχρηση εξουσίας και να δώσει μεγαλύτερες αρμοδιότητες στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την Eurojust (τον φορέα δικαστικής συνεργασίας της ΕΕ). Η ΕΕ θα εξετάσει επίσης τον τρόπο με τον οποίο μια ειδικευμένη Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε να εφαρμόζει κοινούς κανόνες για την απάτη και άλλα αδικήματα που αφορούν πόρους της ΕΕ. Η συνθήκη της Λισαβόνας, με την οποία ενισχύθηκαν τα μέσα που έχει στη διάθεσή της η ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης χάρη στην απονομή νομοθετικής εξουσίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, καθιστά δυνατή τη λήψη των μέτρων αυτών. Η προστασία των χρημάτων των φορολογούμενων αποτελεί προτεραιότητα για την Επιτροπή. Οι φορολογούμενοι πρέπει να αισθάνονται εμπιστοσύνη και ασφάλεια ότι οι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιούνται μόνο για την εφαρμογή των πολιτικών που έχουν εγκριθεί από τα νομοθετικά όργανα της ΕΕ. Επί του παρόντος, τα εργαλεία που είναι διαθέσιμα για τον εντοπισμό και την παρεμπόδιση της κατάχρησης των πόρων της ΕΕ είναι μερικές φορές ακατάλληλα ή ανεπαρκή. Οι αρχές των κρατών μελών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια που δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική προστασία των πόρων της ΕΕ από εγκληματικές ενέργειες. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν διαφορετικοί κανόνες που διέπουν τις διαδικασίες, τις εγκληματικές πράξεις και τις ποινές, πράγμα που παρακωλύει τις διασυνοριακές έρευνες για την καταπολέμηση της απάτης και την άσκηση διώξεων.

Η Αντιπρόεδρος κ. Viviane Reding, η Επίτροπος της ΕΕ στον τομέα της Δικαιοσύνης, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Μόνο το 2009, υπήρξαν υπόνοιες για περιπτώσεις απάτης σχετικά με πόρους της ΕΕ ύψους 280 εκατ. €, που αντιπροσώπευαν ποσοστό χαμηλότερο του 0,2% του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ. Σε περιόδους οικονομικής λιτότητας, μετρά και το παραμικρό ευρώ του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η ΕΕ δεν θα ανεχθεί οποιαδήποτε παρατυπία στον τρόπο διάθεσης των χρημάτων του φορολογουμένου. Τα αδικήματα με τα οποία κατασπαταλούνται οι δημόσιοι πόροι της ΕΕ είναι αδικήματα κατά των φορολογουμένων της ΕΕ. Με τη συνθήκη της Λισαβόνας, έχουν ενισχυθεί τα νομικά μέσα τα οποία θα μας δώσουν τα εργαλεία για την καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης.»

Ο Επίτροπος της ΕΕ Algirdas Šemeta, αρμόδιος για την καταπολέμηση της απάτης, δήλωσε: «Οι κακοποιοί δεν σταματούν στα σύνορα. Αντίθετα, επωφελούνται από τα σύνορα για να αποφύγουν τη δίωξη. Αυτό είναι απαράδεκτο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι οι υποθέσεις για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες απάτης, όχι μόνο θα ερευνώνται από την OLAF και τις εθνικές αρχές, αλλά και θα διώκονται. Ακόμη και η ενδελεχέστερη έρευνα δεν μπορεί να προστατεύσει τα χρήματα των φορολογουμένων εάν οι εθνικοί εισαγγελείς και τα δικαστήρια των κρατών μελών δεν αναλαμβάνουν τη σκυτάλη δίνοντας με συνέπεια την αρμόζουσα συνέχεια.»

Νέα εργαλεία για την καταπολέμηση του εγκλήματος κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ

Η ΕΕ διαθέτει πλέον τα απαιτούμενα εργαλεία για την αντιμετώπιση της πρόκλησης αυτής. Οι συνθήκες της ΕΕ έχουν προβλέψει χρήσιμα μέσα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, όπως η θέσπιση ελάχιστων κανόνων στον τομέα του ποινικού δικαίου (άρθρο 83 της ΣΛΕΕ) ή νέες εξουσίες στον τομέα των ερευνών για την Eurojust, τον φορέα δικαστικής συνεργασίας της ΕΕ (άρθρο 85 της ΣΛΕΕ), καθώς και η δυνατότητα σύστασης Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την καταπολέμηση αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ (άρθρο 86 της ΣΛΕΕ).

Η ανακοίνωση της Επιτροπής προβλέπει διάφορους τομείς στους οποίους θα μπορούσε να βελτιωθεί περαιτέρω το ποινικό δίκαιο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ:

  • Ισχυρότερες διαδικασίες: η Επιτροπή θα διευκολύνει την άσκηση δίωξης, από τους εισαγγελείς και τους δικαστές της ΕΕ, κατά όσων διαπράττουν απάτες με την επέκταση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων φορέων, περιλαμβανομένων των αστυνομικών, τελωνειακών, φορολογικών, δικαστικών ή άλλων αρμόδιων αρχών· σχεδιάζεται μια νέα πρόταση αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.

  • Ενίσχυση του ουσιαστικού ποινικού δικαίου: η Επιτροπή θεωρεί ότι οι σημερινοί ορισμοί των σχετικών ποινικών αδικημάτων όπως η υπεξαίρεση ή η κατάχρηση εξουσίας διαφέρουν σημαντικά εντός της ΕΕ και θα πρέπει να διευκρινιστούν μέσω πρωτοβουλιών στον τομέα του ποινικού δικαίου για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων.

  • Ενίσχυση του ρόλου των φορέων σε ευρωπαϊκό επίπεδο: τόσο η OLAF, που αποτελεί επί του παρόντος αντικείμενο μεταρρύθμισης (IP/11/321 και MEMO/11/176), όσο και η Eurojust πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω για να διεξάγουν αποτελεσματικότερα τις έρευνές τους (SPEECH/11/201).

  • Η ΕΕ θα εξετάσει επίσης τον τρόπο με τον οποίο μια ειδικευμένη Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε να εφαρμόζει κοινούς κανόνες για την απάτη και άλλα αδικήματα κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ (SPEECH/10/89).

Ανεπάρκεια των νομικών μέσων

Η μεγάλη ποικιλία των νομικών συστημάτων της Ευρώπης δυσχεραίνει σε μεγάλο βαθμό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η απάτη και η διαφθορά όσον αφορά πόρους της ΕΕ σε εθνικό επίπεδο μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές. Οι δράστες μπορούν να λάβουν παράνομα πόρους της ΕΕ για σχέδια στον τομέα της γεωργίας, της έρευνας, της εκπαίδευσης ή των υποδομών. Μπορεί επίσης να προσπαθήσουν να επηρεάσουν τους δημόσιους λειτουργούς με δωροδοκία.

Οι αστυνομικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές των κρατών μελών αποφασίζουν βάσει των δικών τους εθνικών κανόνων για τον τρόπο παρέμβασης - εφόσον και εάν αποφασίσουν να παρέμβουν - για να προστατεύσουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα ποσοστά των δραστών που καταδικάζονται για αδικήματα κατά του προϋπολογισμού της ΕΕ να παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων κρατών της ΕΕ, κυμαινόμενα από 14% έως 80%.

Σε συνεργασία με την OLAF και την Eurojust, τα εθνικά ανακριτικά, εισαγγελικά και δικαστικά όργανα εργάζονται ήδη για την καταπολέμηση αδικημάτων αυτής της μορφής. Ωστόσο, βρίσκονται αντιμέτωπα με ορισμένα σοβαρά νομικά και πρακτικά εμπόδια.

Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τους περιορισμούς των αρμοδιοτήτων τους σε υποθέσεις που παρουσιάζονται στη χώρα τους, τα νομικά προβλήματα όσον αφορά τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων από το εξωτερικό και την ύπαρξη διαφορετικών κανόνων για την καταπολέμηση της απάτης και των συναφών αδικημάτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να κλείνουν υποθέσεις από τις εθνικές αρχές χωρίς καν να εκδικάζονται, ακόμη και όταν η OLAF έχει ήδη διερευνήσει την υπόθεση και έχει κρίνει ότι είναι αρκούντως σοβαρή .

Παραδείγματος χάρη, σε μια υπόθεση που αφορούσε αρκετά κράτη μέλη και τρίτες χώρες, και ενώ υπήρχαν υπόνοιες για τελωνειακή απάτη μεγάλης κλίμακας – ύψους άνω των 1,5 εκατομ. € – δεν ασκήθηκε δίωξη από καμία από τις εθνικές αρχές των σχετικών κρατών μελών.

Από το 2000, από συνολικά 647 υποθέσεις OLAF, οι 93 απορρίφθηκαν από τους εθνικούς ανακριτές χωρίς συγκεκριμένο λόγο και 178 υποθέσεις απορρίφθηκαν για λόγους που ενέπιπταν στη διακριτική ευχέρεια των οικείων αρχών.

Για περαιτέρω πληροφορίες:

Αρχική ιστοσελίδα της Αντιπροέδρου Viviane Reding, Επιτρόπου Δικαιοσύνης της ΕΕ:

http://ec.europa.eu/commission_2010-2014/reding/

Αρχική ιστοσελίδα της Algirdas Šemeta, Επίτροπος αρμόδιος για τη φορολογία, τα τελωνεία, την καταπολέμηση της απάτης και τον έλεγχο:

http://ec.europa.eu/commission_2010-2014/semeta/index_en.htm


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website