Navigation path

Left navigation

Additional tools

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ – ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ψηφιακό θεματολόγιο: διενεργούνται δημόσιες διαβουλεύσεις με αντικείμενο την πρόσβαση στα δίκτυα τηλεπικοινωνιών

Βρυξέλλες, 3 Οκτωβρίου 2011 - Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δρομολόγησε δύο δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικές με την πρόσβαση, εκ μέρους εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης, στα δίκτυα σταθερής τηλεφωνίας και ευρείας ζώνης των καθιερωμένων επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών. Οι διαβουλεύσεις εντάσσονται στις προσπάθειες της Επιτροπής να δώσει ώθηση στην ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μεριμνώντας για συνεπείς και σύντονες προσεγγίσεις στην κανονιστική ρύθμιση των τηλεφωνικών και ευρυζωνικών δικτύων σε όλα τα κράτη μέλη.

Η πρώτη διαβούλευση αφορά την αμερόληπτη πρόσβαση, εκ μέρους εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης, στην υποδομή και τα δίκτυα δεσποζουσών τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων. Η δεύτερη αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υπολογίζουν τις τιμές που οφείλουν να καταβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης για την πρόσβαση αυτή σε υπηρεσίες χονδρικής (κοστοστραφή διορθωτικά μέτρα). Τα αποτελέσματα θα βοηθήσουν την Επιτροπή να συντάξει συστάσεις για συνεπή, φιλική στις επενδύσεις εφαρμογή αμερόληπτων διορθωτικών μέτρων ελέγχου των τιμών.

Η κα Neelie Kroes, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρμόδια για το ψηφιακό θεματολόγιο, δήλωσε: «Χρειαζόμαστε κανονιστική συνέπεια σε όλα τα κράτη μέλη ώστε να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τηλεπικοινωνίες σε όλο τον χώρο της ΕΕ, όπου θα μπορούν να ανθήσουν ο ανταγωνισμός και οι επενδύσεις. Έτσι θα σιγουρευτούν οι αγορές ότι η τοποθέτηση χρημάτων στα δίκτυα οπτικών ινών αποτελεί ασφαλή και κερδοφόρο επένδυση.»

Η κανονιστική συνέπεια είναι ζωτικής σημασίας για να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών διαθέτουν προβλεψιμότητα και κανονιστική σαφήνεια, ιδιαίτερα όταν συνεκτιμώνται οι μεγάλης κλίμακας επενδύσεις που χρειάζονται για την εμπορική εκμετάλλευση υπερταχέων δικτύων βασιζόμενων σε οπτικές ίνες (βλ. MEMO/10/424). Τα δίκτυα αυτά «επόμενης γενεάς» είναι ουσιαστικής σημασίας για να πραγματωθεί η επιδίωξη του ψηφιακού θεματολογίου να δώσει σε κάθε ευρωπαίο πρόσβαση σε ταχεία και υπερταχεία ευρεία ζώνη έως το έτος 2020 (βλ IP/10/581, MEMO/10/199 και MEMO/10/200). Η συνέπεια βοηθάει επίσης τις επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών να δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη. Η διαβούλευση με αντικείμενο την τιμολόγηση χονδρικής εξετάζει ειδικότερα τον τρόπο κατά τον οποίο η σχέση μεταξύ των τιμών πρόσβασης σε δίκτυα χάλκινων αγωγών και οπτικών ινών μπορεί να επηρεάσει τα κίνητρα για επένδυση σε νέα δίκτυα βασιζόμενα σε οπτικές ίνες.

Η Επιτροπή πραγματεύεται τα θέματα αυτά επειδή οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών τη στιγμή αυτή ακολουθούν διαφορετική φιλοσοφία όταν επιλέγουν κανονιστικές ρυθμίσεις στα υπόψη πεδία.

Όταν εφαρμοστούν από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών, οι οδηγίες της Επιτροπής θα καταστήσουν τους φορείς εκμετάλλευσης ικανούς να αγοράζουν προϊόντα ευρυζωνικής πρόσβασης, όπως αδεσμοποίητους τοπικούς βρόχους ή «Bitstream», κατά τρόπο παρόμοιο ανά την ΕΕ. Αυτό θα δώσει στους φορείς εκμετάλλευσης τη δυνατότητα, τελικώς, να προσφέρουν τις δικές τους ανταγωνιστικές υπηρεσίες λιανικής σε καταναλωτές υπό ισοδύναμους όρους.

Στις διαβουλεύσεις μπορούν να συμμετάσχουν επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, οργανώσεις καταναλωτών, εθνικές ρυθμιστικές αρχές, κράτη μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μέχρι τις 28 Νοεμβρίου 2011.

Ιστορικό

Βάσει των κανόνων για τις τηλεπικοινωνίες στην ΕΕ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να απαιτήσουν από τις δεσπόζουσες επιχειρήσεις να μην κάνουν διακρίσεις εις βάρος των ανταγωνιστών τους και προς όφελος των δικών τους επιχειρηματικών δραστηριοτήτων λιανικής, ώστε να τους εμποδίζουν να καταχρώνται της δεσπόζουσας θέσης τους στην αγορά. Κατά τα τελευταία οκτώ έτη η Επιτροπή αξιολογούσε προτάσεις από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές όσον αφορά επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση βάσει της διαδικασίας διαβούλευσης που θεσπίστηκε με το άρθρο 7 της οδηγίας πλαισίου της ΕΕ για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (2002/21/EΚ) (βλ. MEMO/10/226). Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο τρόπος αντίληψης των εθνικών ρυθμιστικών αρχών διαφέρει ως προς το επακριβές αντικείμενο και την εφαρμογή της «υποχρέωσης αμερόληπτης αντιμετώπισης» και ότι επίσης διαφέρουν η παρακολούθηση και η επιβολή των κανόνων εκ μέρους των.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών εφαρμόζουν επίσης αποκλίνουσες σε μεγάλο βαθμό φιλοσοφίες όταν καθορίζουν κοστοστραφείς τιμές, τις οποίες οφείλουν να πληρώνουν οι εναλλακτικοί φορείς εκμετάλλευσης για να έχουν πρόσβαση στην τηλεπικοινωνιακή υποδομή. Ακόμη και όποτε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών εφαρμόζουν τον ίδιο τρόπο υπολογισμού τιμών για τα ίδια προϊόντα πρόσβασης, υφίστανται ουσιώδεις διαφορές ως προς την υλοποίηση. Τούτο οδηγεί σε σημαντική απόκλιση τιμών ανά την Ευρώπη (π.χ. από 5,21 €/μήνα στη Λιθουανία έως 12,41 €/μήνα στην Ιρλανδία για πρόσβαση χονδρικής στον τοπικό βρόχο). Η Επιτροπή δεν πιστεύει ότι οι εν λόγω μείζονες διαφορές μεταξύ χωρών μπορεί να εξηγηθούν αποκλειστικά από τις διακυμάνσεις του υπεισερχόμενου κόστους.

Ο προκύπτων κανονιστικός κατακερματισμός όχι μόνο θέτει σε κίνδυνο τις πολύ αναγκαίες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, αλλά επίσης εμποδίζει την εξέλιξη της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς τηλεπικοινωνιών και την ανάπτυξη επιχειρήσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Επιτροπή εξήγγειλε, στο ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη, ότι θα έδινε προτεραιότητα στην παροχή οδηγιών προς τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές γι’ αυτά τα θέματα.

Επόμενα βήματα

Οι αναθεωρημένοι κανόνες της ΕΕ για τις τηλεπικοινωνίες που ισχύουν από τις 25 Μαΐου 2011 παραχωρούν στην Επιτροπή νέες εξουσίες ώστε να διασφαλίζει ότι οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται κατά τρόπο συνεπή (βλ. MEMO/11/321). Ειδικότερα, εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι υφίστανται αποκλίσεις στον τρόπο κατά τον οποίο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υλοποιούν τους κανόνες για τις τηλεπικοινωνίες, οι οποίες αποκλίσεις μπορεί να δημιουργήσουν εμπόδια στην ενιαία αγορά, δικαιούται, συνεκτιμώντας στον ύψιστο βαθμό τη γνώμη του BEREC (Φορέας ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), να εκδώσει κατά πρώτον σύσταση. Βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις τηλεπικοινωνίες, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να «λάβουν υπόψη στον ύψιστο βαθμό» τις συστάσεις της Επιτροπής. Μετά από δύο τουλάχιστον έτη μετά την έκδοση σύστασης, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει δεσμευτική απόφαση σχετικά με την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων του πλαισίου, συμπεριλαμβανομένων διορθωτικών μέτρων που επιβάλλονται στις δεσπόζουσες επιχειρήσεις εκμετάλλευσης (δηλαδή εκείνες που διαθέτουν σημαντική δύναμη στην αγορά).

Εάν με βάση τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων η Επιτροπή αποφασίσει να εκδώσει οδηγίες με τη μορφή σύστασης στο ένα ή και στα δύο θέματα, ζητά κατά πρώτον γνώμες από τον BEREC, βάσει του άρθρου 19 της οδηγίας πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (2002/21/EΚ), και από την επιτροπή επικοινωνιών (COCOM), που αποτελεί συμβουλευτική επιτροπή στη σύνθεση της οποίας συμμετέχουν εκπρόσωποι των κρατών μελών.

Το έγγραφο διαβούλευσης διατίθεται στη διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/information_society/policy/ecomm/index_en.htm

Ιστότοπος ψηφιακού θεματολογίου: http://ec.europa.eu/digital-agenda

Ιστότοπος κας Neelie Kroes: http://ec.europa.eu/commission_2010-2014/kroes/

Παρακολουθήστε την κα Neelie Kroes στο Twitter: http://twitter.com/neeliekroeseu

Αρμόδιοι επικοινωνίας:

Jonathan Todd (+32 2 299 41 07)

Linda Cain (+32 2 299 90 19)


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website