Navigation path

Left navigation

Additional tools

Προς μια εύλογη χρήση του ποινικού δικαίου για την καλύτερη εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ και τη συμβολή στην προστασία των χρημάτων των φορολογουμένων

European Commission - IP/11/1049   20/09/2011

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI CS ET HU LT LV MT PL SK SL BG RO

Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Δελτίο τύπου

Προς μια εύλογη χρήση του ποινικού δικαίου για την καλύτερη εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ και τη συμβολή στην προστασία των χρημάτων των φορολογουμένων

Βρυξέλλες, 20 Σεπτεμβρίου 2011 – Η καταπολέμηση της εγκληματικότητας αποτελεί προτεραιότητα για τους Ευρωπαίους (βλέπε παράρτημα). Οι πολίτες απαιτούν να εξασφαλίζεται ότι οι εγκληματίες δεν μπορούν ούτε να κρυφτούν πίσω από σύνορα ούτε να εκμεταλλευθούν τις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομικών συστημάτων. Ταυτόχρονα, το ποινικό δίκαιο αποτελεί ακόμα έναν σχετικά νέο τομέα στο επίπεδο της ΕΕ.

Πρέπει να σχεδιασθεί μια σαφής πολιτική ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου που να επιτρέπει στην Ένωση να καθορίζει εάν, πότε και πώς χρησιμοποιείται το ποινικό δίκαιο για την καλύτερη εφαρμογή πολιτικής. Σήμερα, αυτό είναι δυνατό χάρη στο πλαίσιο που παρέχεται από τη συνθήκη της Λισαβόνας, το οποίο επιτρέπει στην ΕΕ να κάνει χρήση του ποινικού δικαίου για να ενισχύσει την εφαρμογή των πολιτικών και κανόνων της ΕΕ.

Οι ποινικές κυρώσεις δεν αποτελούν τα καλύτερα εργαλεία εφαρμογής όλων των πολιτικών. Ωστόσο, η εφαρμογή ποινικών κυρώσεων μπορεί να καταστήσει μερικούς ευρωπαϊκούς κανόνες περισσότερο αποτελεσματικούς, από την πρόληψη της χειραγώγησης της χρηματοπιστωτικής αγοράς μέχρι την προστασία των χρημάτων των φορολογουμένων της ΕΕ από την απάτη. Η χρήση των ποινικών κυρώσεων θα πρέπει να επιφυλάσσεται σε ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα και να γίνεται μετά από εμπεριστατωμένη και διεξοδική ανάλυση.

Στην ανακοίνωση πολιτικής με τίτλο «Προς μια πολιτική ποινικού δικαίου της ΕΕ» που δημοσιεύεται σήμερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για πρώτη φορά καθορίζει τη στρατηγική και τις αρχές που σκοπεύει να εφαρμόσει κατά τη χρήση του ποινικού δικαίου της ΕΕ για την ενίσχυση της εφαρμογής των ευρωπαϊκών πολιτικών και την προστασία των συμφερόντων των πολιτών.

«Οι Ευρωπαίοι αναμένουν από την ΕΕ να συμβάλλει στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Πρέπει να αποδεχθούμε αυτή την πρόκληση, σεβόμενοι πλήρως τον ζωτικό ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στον τομέα του ποινικού δικαίου» δήλωσε η Αντιπρόεδρος Viviane Reding, Επίτροπος της ΕΕ σε θέματα δικαιοσύνης. «Η συνθήκη της Λισαβόνας μάς παρέχει τα εργαλεία για να ανταποκριθούμε στην πρόκληση του ποινικού δικαίου με ισορροπημένο τρόπο σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα της ελευθερίας και της ασφάλειας. Η νέα Συνθήκη θεσπίζει επίσης σαφή όρια και ελέγχους: τίποτα δεν μπορεί να αποφασισθεί χωρίς τον πλήρη δημοκρατικό έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και την εποπτεία των εθνικών κοινοβουλίων που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.»

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, εντός της ΕΕ το συνολικό κόστος του εγκλήματος για την κοινωνία ως σύνολο ανέρχεται σε 233 δισεκατ. ευρώ το χρόνο. Μια σαφώς καθορισμένη πολιτική ποινικού δικαίου της ΕΕ μπορεί να συμβάλλει στην εξασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων σ’ όλη την ΕΕ, ιδίως για την πρόληψη της χειραγώγησης των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων ατόμων που ως εκ της θέσεώς τους διαθέτουν εμπιστευτικές πληροφορίες, και τη διαφύλαξη των χρημάτων των φορολογουμένων από απάτη εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, ή για την προστασία του περιβάλλοντος.

Η σημερινή ανακοίνωση πολιτικής καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ένωση και τα κράτη μέλη μπορούν να συνεργασθούν για να θεσπίσουν μια συνεπή και συνεκτική πολιτική ποινικού δικαίου της ΕΕ.

Τα σημαντικά κριτήρια καθοδήγησης περιλαμβάνουν τα εξής στοιχεία:

  • το ποινικό δίκαιο πρέπει να παραμένει πάντα το έσχατο μέσο·

  • οι κυρώσεις του ποινικού δικαίου επιφυλάσσονται για ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα·

  • τα μέτρα ποινικού δικαίου μπορούν να επηρεάσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα: η νέα νομοθεσία απαιτεί την αυστηρή τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτά κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου·

  • κάθε απόφαση σχετικά με το είδος του μέτρου ή της κύρωσης ποινικού δικαίου η οποία λαμβάνεται πρέπει να συνοδεύεται από σαφή πραγματικά στοιχεία και να τηρεί τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

Τα μέτρα ποινικού δικαίου που θεσπίζονται στο επίπεδο της ΕΕ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Υπουργών διαφέρουν από το εθνικό ποινικό δίκαιο ως προς μια σημαντική πτυχή: δεν μπορούν να επιβάλλουν άμεσες υποχρεώσεις στους ιδιώτες. Το ποινικό δίκαιο της ΕΕ μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων σε ιδιώτες μόνο όταν ένα εθνικό κοινοβούλιο το μεταφέρει στην εθνική του νομοθεσία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί σημαντική τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων σε όλη τη διαδικασία εκπόνησης της ποινικής νομοθεσίας.

Πλαίσιο

Εδώ και πάνω από μία δεκαετία, η ΕΕ λαμβάνει μέτρα στον τομέα του ποινικού δικαίου, με στόχο την καλύτερη καταπολέμηση της εγκληματικότητας, η οποία είναι ολοένα και περισσότερο διεθνής και χρησιμοποιεί όλο και πιο εξελιγμένες μεθόδους. Ωστόσο, η προηγούμενη νομοθεσία αναπτύχθηκε χωρίς να βασίζεται σε συνεπή πολιτική και δεν εφαρμόζεται πάντα αποτελεσματικά. Τον Μάρτιο του 2010, η Επίτροπος της ΕΕ για θέματα δικαιοσύνης, Viviane Reding, τόνισε την ανάγκη εξισορροπημένης και συνεπούς προσέγγισης της πολιτικής ποινικού δικαίου και ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αναλάβει δράση σ’ αυτόν τον τομέα (SPEECH/10/89). Με τη σημερινή ανακοίνωσή της «Προς μια πολιτική ποινικού δικαίου της ΕΕ», η Επιτροπή εκπληρώνει την υπόσχεσή της και επίσης λαμβάνει υπόψη της τις εκκλήσεις των ασκούντων συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα και των πανεπιστημιακών για μια περισσότερο συνεπή προσέγγιση του ποινικού δικαίου στο επίπεδο της ΕΕ, óπως εκφράστηκε το 2009 από τους συντάκτες του κειμένου αρχών για μια ευρωπαϊκή αντεγκληματική πολιτική.

Η ανακοίνωση υποβάλλεται στο Σώμα των Επιτρόπων από την Αντιπρόεδρο Viviane Reding σε συνεργασία με τον Αντιπρόεδρο Siim Kallas και τους Επιτρόπους Janez Potočnik, Olli Rehn, Michel Barnier και Algirdas Šemeta.

Το 2005, σε μια απόφαση ορόσημο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο είχαν πράγματι την εξουσία να θεσπίζουν κυρώσεις ποινικού δικαίου όταν αυτές ήταν ουσιώδεις για τη διευκόλυνση της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (βλέπε IP/05/1136). Η συνθήκη της Λισαβόνας (ιδίως τα άρθρα 83 και 327 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) επιτρέπει στην ΕΕ να θεσπίζει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ελάχιστους κανόνες ποινικού δικαίου για τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων, εάν οι κανόνες της ΕΕ δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά.

Επίσης, η συνθήκη της Λισαβόνας τροποποίησε το νομικό πλαίσιο για τα μέτρα ποινικού δικαίου της ΕΕ: κανένα μέτρο ποινικού δικαίου δεν μπορεί να ληφθεί χωρίς τη συμφωνία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί εφεξής να ασκεί πλήρη δικαστικό έλεγχο. Η νέα Συνθήκη ενισχύει επίσης τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων, ουσιαστικά διότι αυτά μπορούν να διατυπώνουν τις απόψεις τους επί της σχεδιαζόμενης νομοθεσίας και να παρακολουθούν την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας. Το Συμβούλιο μπορεί να υιοθετήσει μια πρόταση εφόσον τάσσεται υπέρ αυτής μια ειδική πλειοψηφία των κρατών μελών. Οι τομείς στους οποίους διαπιστώθηκε ανάγκη παρέμβασης με κανόνες ποινικού δικαίου της ΕΕ, είναι για παράδειγμα, η προστασία της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, η προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία ή η καταπολέμηση της απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, για την οποία η Επιτροπή ήδη παρουσίασε συγκεκριμένα σχέδια τον Μάιο (IP/11/644).

Τα μέτρα ποινικού δικαίου της ΕΕ μπορούν καθορίσουν ποιες παραβιάσεις των κανόνων πρέπει να θεωρούνται ως ποινικά αδικήματα στις εθνικές νομοθεσίες σ’ όλη την Ένωση. Επίσης, τα μέτρα αυτά μπορούν να προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, όπως η απαίτηση επιβολής ορισμένου επιπέδου χρηματικού προστίμου ή φυλάκισης για ένα αδίκημα. Αυτό μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για να αποτρέπονται οι δράστες των εγκλημάτων και να προλαμβάνονται μελλοντικά εγκλήματα.

Η Επιτροπή, πριν από την υποβολή νομοθετικών προτάσεων σ’ αυτόν τον τομέα, θα αξιολογήσει αν απαιτείται προσφυγή στο ποινικό δίκαιο, και, αν είναι απαραίτητο, θα εξετάσει ποια είναι τα πλέον ενδεδειγμένα μέτρα για την επίλυση των προβλημάτων εφαρμογής σε συγκεκριμένο τομέα πολιτικής. Η Επιτροπή θα προτείνει, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κοινό υπόδειγμα διατυπώσεων που θα χρησιμοποιείται στη μελλοντική ποινική νομοθεσία για να εξασφαλίζεται η συνεκτικότητα και η συνέπεια. Επίσης, η Επιτροπή θα συστήσει ομάδα εμπειρογνωμόνων που θα συνδράμει τη συγκέντρωση πραγματικών στοιχείων σχετικά με τη διασυνοριακή φύση ή τα αποτελέσματα ορισμένων εγκλημάτων.

Για περισσότερες πληροφορίες:

Αίθουσα Τύπου της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης:

http://ec.europa.eu/justice/news/intro/news_intro_en.htm

Πολιτική ποινικού δικαίου της ΕΕ:

http://ec.europa.eu/justice/criminal/criminal-law-policy/index_en.htm

Αρχική ιστοσελίδα της Αντιπροέδρου Viviane Reding, Επιτρόπου Δικαιοσύνης της ΕΕ:

http://ec.europa.eu/reding

ANNEX

Source: Eurobarometer 75, Spring 2011

Αρμόδιοι επικοινωνίας:

Matthew Newman (+32 2 296 24 06)

Mina Andreeva (+32 2 299 13 82)


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website