Navigation path

Left navigation

Additional tools

Διασυνοριακό έγκλημα: Η Επιτροπή εκδίδει γνώμη σχετικά με τις προτάσεις των κρατών μελών για τη διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων

European Commission - IP/10/1067   24/08/2010

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI CS ET HU LT LV MT PL SK SL BG RO

IP/10/1067

Βρυξέλλες, 24 Αυγούστου 2010

Διασυνοριακό έγκλημα: Η Επιτροπή εκδίδει γνώμη σχετικά με τις προτάσεις των κρατών μελών για τη διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων

Ένας ανακριτής που αναζητά αποδεικτικά στοιχεία σε άλλη χώρα της ΕΕ βασίζεται σε συνονθύλευμα κανόνων που θεσπίστηκαν τα τελευταία 50 χρόνια. Πρέπει να χρησιμοποιεί ποικίλα έντυπα και διαδικασίες για να συγκεντρώνει διαφορετικά αποδεικτικά στοιχεία. Οι αρχές της άλλης χώρας μπορούν να αγνοήσουν το αίτημά του ή να ορίσουν δική τους προθεσμία. Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε γνώμη σχετικά με πρόταση επτά κρατών μελών της ΕΕ (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Εσθονία, Σλοβενία, Ισπανία και Σουηδία) για την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας – ένα σύστημα που θα διευκολύνει το έργο των δικαστικών αρχών ως προς τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με διακρατικές ποινικές διαδικασίες (ή έρευνες). Η πρόταση θα επιτρέπει στις αρχές να ζητούν από τους ομολόγους τους τη διερεύνηση, διαβίβαση και συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Εάν, για παράδειγμα, ένας σουηδός ανακριτής αναζητά εγκληματίες που κρύβονται στην Ισπανία, μπορεί να ζητήσει από τους συναδέλφους του να διενεργήσουν κατ’ οίκον έρευνα. Η γνώμη, που δημοσιεύεται σήμερα από την Επιτροπή, αναγνωρίζει τη σημασία της αντικατάστασης του τρέχοντος αποσπασματικού συστήματος ερευνητικών μέτρων με ενιαίο νομικό πλαίσιο. Επίσης, στη γνώμη λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη σαφών και λεπτομερών κανόνων που θα συνάδουν πλήρως με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Τα μέτρα αυτά θα περιλαμβάνουν ελάχιστα πρότυπα για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων ώστε τα στοιχεία αυτά να μπορούν να γίνονται δεκτά ενώπιον των δικαστηρίων πέραν πάσης αμφιβολίας, καθώς και υψηλά πρότυπα προστασίας δεδομένων όσον αφορά τις ευαίσθητες πληροφορίες.

Η Αντιπρόεδρος της ΕΕ Viviane Reding, Επίτροπος αρμόδια για θέματα δικαιοσύνης, δήλωσε τα εξής: «Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του διασυνοριακού εγκλήματος, οι εθνικές αρχές χρειάζονται σαφείς και μη γραφειοκρατικούς κανόνες συνεργασίας Ένας ανακριτής που προσπαθεί να εντοπίσει ένα διεθνές εγκληματικό κύκλωμα ή ένα δράστη βιασμών σε περισσότερες χώρες δεν πρέπει να σπαταλά το χρόνο του συμπληρώνοντας πολλαπλά έντυπα. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπάρχει μέριμνα για τη θέσπιση ορθών δικονομικών εγγυήσεων ώστε να τηρούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα των ανθρώπων που εμπλέκονται στις έρευνες, ιδίως των υπόπτων των οποίων η ενοχή δεν έχει αποδειχθεί. Η επίτευξη της συνεργασίας των δικαστικών αρχών με πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης αποτελεί λεπτό και παράλληλα κρίσιμο ζήτημα. Η Επιτροπή έχει ήδη καταθέσει προτάσεις για τη βελτίωση των δικαιωμάτων των υπόπτων ανά την Ευρώπη και για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στα διαφορετικά εθνικά δικαστικά συστήματα.

Θα συνεχίσουμε τις συζητήσεις σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας. Είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε τα κράτη μέλη προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι προτάσεις τους τηρούν τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων όσο και αργότερα κατά την πρακτική εφαρμογή αυτού του μέσου της ΕΕ.»

Η Επιτροπή ενέκρινε σήμερα ανάλυση της πρότασης για διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων – χωρίς πρότυπα παραδεκτού – που παρουσίασαν στις 21 Μαΐου 2010 επτά κράτη μέλη της ΕΕ (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Εσθονία, Σλοβενία, Ισπανία και Σουηδία). Το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποίησε επίσης την επιθυμία του να συμμετάσχει στην προτεινόμενη οδηγία.

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να έχει η πρόταση των κρατών μελών της ΕΕ για ένα απλούστερο, ενοποιημένο σύστημα, εάν αυτό στηριχθεί με τα δέοντα δικονομικά πρότυπα και πρότυπα θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι ανακριτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν ένα τυποποιημένο έντυπο για να ζητούν απευθείας κάθε είδους αποδεικτικό στοιχείο από τους ομολόγους τους: από τη διαβίβαση των καταθέσεων των μαρτύρων έως την διενέργεια κατ’ οίκον ερευνών. Επίσης, τα θύματα θα απέφευγαν την επανάληψη της κατάθεσής τους σχετικά με τη δοκιμασία που υπέστησαν ή τη μετάβασή τους σε δικαστήριο, δεδομένου ότι το σύστημα αυτό θα τους παρέχει τη δυνατότητα να καταθέτουν μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.

Οι αρχές θα μπορούν να αρνούνται την αναγνώριση ή την εκτέλεση της εντολής σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, όπως όταν υπάρχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας.

Ωστόσο, η Επιτροπή σημείωσε ότι οι αρχές θα είναι επιφυλακτικές να χρησιμοποιήσουν τα διαβιβασθέντα αποδεικτικά στοιχεία, όπως τραπεζικά δεδομένα, αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή αρχεία DNA, εάν δεν υφίσταται εκ των προτέρων αμοιβαία εμπιστοσύνη στον τρόπο συγκέντρωσής τους. Επομένως, η πρόταση πρέπει να συνοδεύεται από κοινά ελάχιστα πρότυπα για τη συγκέντρωση αποδείξεων σε όλη την ΕΕ, ώστε να διασφαλίζεται το παραδεκτό τους ενώπιον των δικαστηρίων καθώς και η τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η ορθή διεξαγωγή της δίκης. Οποιαδήποτε ανταλλαγή δεδομένων θα πρέπει να συνάδει με τους κανόνες της ΕΕ για την προστασία δεδομένων.

Στο σύνολό τους τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ θα προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις για την τελική πρόταση, η οποία θα ψηφισθεί μετέπειτα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Κατόπιν, η Επιτροπή θα αποφασίσει εάν απαιτείται η υποβολή χωριστών προτάσεων, ιδίως ως προς τη συγκέντρωση και το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων. Κάθε κανονιστική πρόταση της ΕΕ πρέπει να συνάδει με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Ιστορικό

Το ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων, που συμφωνήθηκε τον Δεκέμβριο του 2008, επιτρέπει σε ορισμένους ανακριτές να απευθύνονται σε ομολόγους τους για τη διαβίβαση υφιστάμενων αποδεικτικών στοιχείων αλλά όχι για τη συγκέντρωση νέων αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί κανένα τέτοιο ένταλμα, σε αντίθεση με τα 14.000 ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης το 2008, διότι ο θεσμός αυτός ισχύει μόνο σε ένα κράτος μέλος (Δανία).

Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ευρωπαίοι ηγέτες υιοθέτησαν το πρόγραμμα της Στοκχόλμης. Η Επιτροπή ενσωμάτωσε αυτούς τους πολιτικούς στόχους σε σχέδιο δράσης για την περίοδο 2010-2014 (IP/10/447).

Οι υφιστάμενες συμφωνίες θεσπίζουν μόνο τις βάσεις για την παροχή βοήθειας από τις δικαστικές αρχές αλλά όχι για την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων. Το 1959 το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων. Με τη Σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 29ης Μαΐου 2000, το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ απέβλεπε στην ενθάρρυνση της αυθόρμητης συνεργασίας μεταξύ δικαστικών, αστυνομικών και τελωνειακών αρχών.

Για περισσότερες πληροφορίες:

Η γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την προτεινόμενη οδηγία για ευρωπαϊκή εντολή έρευνας διατίθεται στη διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/justice/news/intro/news_intro_en.htm

Κείμενο της προτεινόμενης οδηγίας:

http://register.consilium.europa.eu/pdf/el/10/st09/st09288-ad01.el10.pdf

Αρχική σελίδα της κας Viviane Reding, Αντιπροέδρου, Επιτρόπου της ΕΕ αρμόδιας για θέματα δικαιοσύνης, θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιθαγένειας:

http://ec.europa.eu/commission_2010-2014/reding/index_en.htm


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website