IP/08/1335
Βρυξέλλες, 17 Σεπτεμβρίου 2008
«Πρόκειται για έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να βοηθήσει μέρος των απόρων της κοινωνίας μας» ανέφερε η Mariann Fischer Boel, Επίτροπος Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης. «Η πρόσφατη αύξηση των τιμών στα τρόφιμα έπληξε κάποιους ανθρώπους πολύ σκληρά. Πρέπει να επεκτείνουμε αυτό το πολύ επιτυχές πρόγραμμα και να αυξήσουμε τον προϋπολογισμό ώστε να βοηθήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Σήμερα που τα αποθέματα παρέμβασης αποτελούν σε μεγάλο βαθμό παρελθόν, πρέπει να επιτρέψουμε την προμήθεια τροφίμων από την αγορά και σύμφωνα με εθνικές διατροφικές προτιμήσεις.»
Το πρόγραμμα είχε αρχικά θεσπιστεί το 1987, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να διαθέτουν τα δημόσια πλεονασματικά αποθέματα τροφίμων ώστε να χρησιμοποιούνται ως επισιτιστική βοήθεια. Έκτοτε, η κατάσταση έχει αλλάξει. Τα αποθέματα βρίσκονται συνεχώς σε χαμηλό επίπεδο, ο αριθμός των απόρων έχει αυξηθεί και οι τιμές των τροφίμων έχουν πρόσφατα αυξηθεί κάθετα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή πιστεύει ότι είναι ζωτικής σημασίας να αυξηθούν οι δαπάνες για το εν λόγω πρόγραμμα και να επιτραπεί η προμήθεια τροφίμων από την ανοιχτή αγορά σε μόνιμη βάση.
Η εισαγωγή συγχρηματοδότησης θα βοηθήσει στη βελτίωση του σχεδιασμού και της διαχείρισης των κονδυλίων και θα επιτρέψει στα κράτη μέλη να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες όσον αφορά το πρόγραμμα. Για την περαιτέρω αύξηση της αποτελεσματικότητας και για την εξασφάλιση της συνέχειας, πρέπει να καταρτιστεί τριετές σχέδιο διανομής. Τα προϊόντα δεν θα περιορίζονται πλέον σε εκείνα για τα οποία ισχύει η παρέμβαση. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα θα αφορά, για πρώτη φορά, φρούτα, λαχανικά και μαγειρικά έλαια.
Η επιλογή των τροφίμων θα γίνεται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές με βάση διατροφικά κριτήρια και αυτά θα διανέμονται σε συνεργασία με εταίρους της κοινωνίας των πολιτών, όπως και σήμερα. Τα τρόφιμα θα προέρχονται είτε από αποθέματα παρέμβασης, εφόσον διατίθενται, είτε από την αγορά, ενώ προτεραιότητα θα δίνεται στη χρησιμοποίηση αποθεμάτων παρέμβασης, όπου αυτά είναι διαθέσιμα. Η διανομή πρέπει να είναι δωρεάν, ή σε τιμή όχι μεγαλύτερη από αυτή που δικαιολογούν οι δαπάνες που πραγματοποιεί ο οικείος οργανισμός διανομής τροφίμων.
Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέξουν εάν θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Η ενίσχυση συνήθως προσφέρεται σε ευρύ φάσμα ανθρώπων οι οποίοι ζουν σε συνθήκες φτώχειας, περιλαμβανομένων αναξιοπαθούντων οικογενειών, ηλικιωμένων με ανεπαρκή βιοποριστικά μέσα, αστέγων, ατόμων με αναπηρίες, παιδιών που κινδυνεύουν, φτωχών εργαζομένων, διακινούμενων εργαζομένων και αιτούντων άσυλο.
Τα κράτη μέλη τα οποία επιθυμούν να λάβουν μέρος στο πρόγραμμα επιλέγουν τους ενδεδειγμένους οργανισμούς – συνήθως φιλανθρωπικές οργανώσεις ή κατά τόπους κοινωνικές υπηρεσίες – στους οποίους αναθέτουν τη διανομή των τροφίμων. Κατόπιν προσδιορίζουν τις ανάγκες τους για τριετή προγραμματική περίοδο και υποβάλουν το αίτημά τους στην Επιτροπή, η οποία χορηγεί τον προϋπολογισμό. Αυτό γίνεται σε ετήσια βάση, ώστε να είναι δυνατή η εισαγωγή προσαρμογών σε περίπτωση που η κατάσταση αλλάξει κατά τη διάρκεια της προγραμματικής περιόδου.
Μολονότι η ΕΕ παρουσιάζει, κατά μέσο όρο, τα υψηλότερα επίπεδα διαβίωσης στον κόσμο, ορισμένοι συνάνθρωποί μας δεν τρέφονται επαρκώς. Υπολογίζεται ότι 43 εκατ. άνθρωποι στην ΕΕ αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο ελλιπούς σίτισης, δηλαδή τον κίνδυνο να μην μπορούν να πληρώσουν ένα γεύμα με κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι μέρα παρά μέρα. Περίπου 19 κράτη μέλη συμμετέχουν σήμερα στο πρόγραμμα.
Για έγγραφα και περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στον παρακάτω δικτυακό τόπο :
http://ec.europa.eu/agriculture/markets/freefood/index_en.htm