Navigation path

Left navigation

Additional tools

IP/06/1356

Βρυξέλλες, 12 Οκτωβρίου 2006

Δαπάνες λόγω γήρανσης του πληθυσμού: να περικόψουμε τα ελλείμματα και να προχωρήσουμε στη μεταρρύθμιση των συντάξεων τώρα, ώστε να αφήσουμε αύριο στα παιδιά μας μια διατηρήσιμη κληρονομιά

Τα κράτη μέλη της ΕΕ, εφόσον μεσοπρόθεσμα επιτευχθεί ισοσκέλιση των προϋπολογισμών τους, θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν με πολύ περισσότερη σιγουριά το φοβερό κόστος συνταξιοδότησης του γηράσκοντος πληθυσμού τους. Αν επιτύχουμε το στόχο αυτό, η μέση αναλογία χρέους προς ΑΕΠ στην ΕΕ θα αυξηθεί, το 2050, από το σημερινό 63% στο 80% περίπου αντί του 200% βάσει των ακολουθούμενων σήμερα πολιτικών, σύμφωνα με Ανακοίνωση προς το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο σχετικά με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην ΕΕ. Στην ανακοίνωση αυτή αποδεικνύεται ότι τα κράτη μέλη που παρουσιάζουν μεγάλες δημοσιονομικές ανισορροπίες και αναμενόμενες σημαντικές αυξήσεις στις δαπάνες λόγω γήρανσης του πληθυσμού τους, διατρέχουν περισσότερους κινδύνους από άλλα. Όμως, η αντιμετώπιση του δημοσιονομικού αντίκτυπου από τη γήρανση του πληθυσμού αποτελεί μια ουσιώδη πρόκληση για την πολιτική της ΕΕ στο σύνολό της. Η απάντηση έγκειται στην μείωση του δημόσιου χρέους των χωρών, στην άνοδο των δεικτών απασχόλησης και των συντελεστών παραγωγικότητας με παράλληλη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στα συστήματα συνταξιοδότησης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και μακροχρόνιας φροντίδας.

Ο κ. Joaquín Almunia, επίτροπος αρμόδιος για τα οικονομικά και νομισματικά θέματα, ανέφερε: «Εάν τα περισσότερα κράτη μέλη δεν ασχοληθούν σοβαρά με την απενεργοποίηση της ωρολογιακής βόμβας των συντάξεων, η βόμβα αυτή απλά θα σκάσει στα χέρια των παιδιών και των εγγονιών μας, με δυσβάσταχτες γι' αυτά συνέπειες. Πρόκειται για ένα πρόβλημα για την αντιμετώπιση του οποίου χρειάζεται τόσο η μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων και του χρέους των κρατών μελών, όσο και περαιτέρω μεταρρυθμίσεις των συστημάτων συνταξιοδότησης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και μακροχρόνιας φροντίδας. Έχουν σημειωθεί ορισμένες πρόοδοι, οι οποίες όμως είναι σαφώς ανεπαρκείς και, εν τω μεταξύ, εξαντλούνται γρήγορα τα χρονικά περιθώρια της ευκαιρίας που υπάρχει από τη συνεχιζόμενη αύξηση του ενεργού πληθυσμού και των συνολικών επιπέδων απασχόλησης».

Με τους δείκτες γονιμότητας να μειώνονται, τη γενιά της έκρηξης των γεννήσεων (baby-boom generation) να συνταξιοδοτείται και το προσδόκιμο ζωής να αυξάνει, ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα βρεθεί να είναι πολύ γηραιότερος το 2050, επιβαρύνοντας αφόρητα τα δημόσια οικονομικά, όπως φαίνεται στη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής, που δημοσιεύτηκε φέτος τον Φεβρουάριο[1].

Η Ανακοίνωση την οποία ενέκρινε σήμερα η Επιτροπή, και η συνοδευτική μελέτη για τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην ΕΕ, αποδεικνύουν ότι τα οφέλη από την αντιμετώπιση της εν λόγω πρόκλησης με μείωση των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους και με τη συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, είναι τεράστια.

Η μελέτη τοποθετεί το χάσμα διατηρησιμότητας, δηλαδή την απόσταση που χωρίζει τη διαρθρωτική δημοσιονομική θέση το 2005 από μια βιώσιμη δημοσιονομική θέση, χωρίς μεταβολή δεδομένων του σεναρίου, σε ποσοστό περίπου 3½% του ΑΕΠ τόσο στην ΕΕ όσο και στη ζώνη ευρώ. Για να το θέσουμε πιο συγκεκριμένα, το διαρθρωτικό έλλειμμα στην ΕΕ ως σύνολο ανερχόταν, το 2005, στο 2% περίπου του ΑΕΠ. Κλείσιμο του χάσματος διατηρησιμότητας θα σήμαινε μεταβολή του ελλείμματος αυτού σε διαρθρωτικό πλεόνασμα ύψους περίπου 1½% του ΑΕΠ.

Αν οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι για τις επιμέρους χώρες[2], που τέθηκαν βάσει του μεταρρυθμισμένου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, επιτευχθούν μέχρι το 2010, τότε θα μειωθεί ο ρυθμός αύξησης του δημόσιου χρέους από μέσο ποσοστό 63% του ΑΕΠ για την ΕΕ το 2005 σε ποσοστό περίπου 80% του ΑΕΠ μέχρι το 2050. Αν οι εν λόγω στόχοι δεν επιτευχθούν, και ελλείψει περαιτέρω μεταρρυθμίσεων, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται ότι το 2050 θα φθάσει σχεδόν στο 200% του ΑΕΠ.

Στη μελέτη αυτή αποδεικνύεται επίσης ότι αν οι δείκτες απασχόλησης, ειδικότερα των πλέον ηλικιωμένων εργαζομένων, αυξηθούν πέραν των προβλέψεων, τότε θα έχουμε σημαντική βελτίωση της διατηρησιμότητας των δημοσίων οικονομικών.

Τα υγιή οικονομικά και οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν

Ορισμένες χώρες έχουν ήδη υγιή δημόσια οικονομικά και πολλές άλλες έχουν προχωρήσει σε συνταξιοδοτικές και άλλες μεταρρυθμίσεις ώστε να ανταποκριθούν επιτυχώς στην πρόκληση. Οι χώρες αυτές μπορούν να προσβλέπουν στο μέλλον με μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης. Η μεγάλη όμως πλειοψηφία των χωρών έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της.

Με βάση την τρέχουσα δημοσιονομική κατάστασή τους και την αναμενόμενη αύξηση του συναφούς με την ηλικία κόστους, οι χώρες της ΕΕ μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις ομάδες όσον αφορά τον κίνδυνο διατηρησιμότητας που παρουσιάζουν μακροπρόθεσμα τα δημόσια οικονομικά τους:

  • Χώρες υψηλού κινδύνου (με αλφαβητική σειρά): Τσεχική Δημοκρατία, Κύπρος, Ελλάδα, Ουγγαρία, Πορτογαλία και Σλοβενία.
  • Χώρες μεσαίου κινδύνου: Bέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Σλοβακία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
  • Χώρες χαμηλού κινδύνου: Aυστρία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Κάτω Χώρες, Πολωνία και Σουηδία.

Η πρώτη ομάδα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα σημαντική αύξηση των συναφών με την ηλικία δαπανών σε μακροπρόθεσμη βάση, πράγμα που απαιτεί μεταρρυθμίσεις. Εντούτοις, η δημοσιονομική εξυγίανση είναι επίσης αναγκαία και επείγουσα, καθώς οι περισσότερες από τις εν λόγω χώρες έχουν μεγάλα ελλείμματα (ειδικότερα η Ελλάδα, η Ουγγαρία και η Πορτογαλία, όπως επίσης, άλλα σε μικρότερο βαθμό, η Τσεχική Δημοκρατία και η Κύπρος).

Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από χώρες στις οποίες το κόστος από τη γήρανση του πληθυσμού είναι σημαντικό και απαιτεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (Ισπανία, Ιρλανδία και Λουξεμβούργο) και ορισμένες άλλες που χρειάζονται βελτίωση των δημόσιων οικονομικών τους σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Μάλτα, Σλοβακία και Ηνωμένο Βασίλειο), ενώ η Ιταλία χρειάζεται να δρομολογήσει αποφασιστικά μέτρα ώστε να θέσει σε σταθερή καθοδική πορεία το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο του χρέους της. Το Βέλγιο διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά και των δύο ανωτέρω υποομάδων.

Οι χώρες της τρίτης ομάδας έχουν γενικότερα προχωρήσει περισσότερο από τις άλλες στην αντιμετώπιση του προβλήματος του γηράσκοντος πληθυσμού. Όμως, χαμηλός κίνδυνος δεν σημαίνει «καθόλου» κίνδυνος όσον αφορά τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Μια στρατηγική τριών αιχμών

Για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού αντίκτυπου από τη γήρανση του πληθυσμού απαιτείται μια τρισκελής στρατηγική.

Πρώτον, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν και να διατηρήσουν υγιείς δημοσιονομικές θέσεις και να επιταχύνουν το ρυθμό μείωσης του δημόσιου χρέους τους. Τα υγιή δημόσια οικονομικά οδηγούν επίσης στη δημιουργία ενός ενάρετου κύκλου χαμηλών επιτοκίων και υψηλής και σταθερής οικονομικής ανάπτυξης.

Δεύτερον, τα κράτη μέλη πρέπει να βελτιώσουν τους δείκτες απασχόλησης, ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες και τους πλέον ηλικιωμένους εργαζόμενους, και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα της εργασίας. Το 2005, ο δείκτης απασχόλησης στην ΕΕ βρισκόταν στο 63,8%, αυξημένος από το 62,4% του 2000[3], αλλά ακόμη μακριά από το στόχο του 70% που είχαν συμφωνήσει τα κράτη μέλη. Η επιτυχής υλοποίηση μέτρων που αυξάνουν την απασχόληση και εντείνουν την παραγωγικότητα, σε συνέπεια προς τους στόχους της στρατηγικής της Λισαβόνας, θα ανύψωνε τους δείκτες δυνητικής ανάπτυξης και θα βελτίωνε τα μελλοντικά επίπεδα διαβίωσης, συμβάλλοντας επιπλέον στη διατηρησιμότητα.

Τρίτον, οι κυβερνήσεις οφείλουν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις των συστημάτων συνταξιοδότησης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και μακροχρόνιας φροντίδας, κατά τρόπο που να εξασφαλίσουν την επάρκεια και βιωσιμότητα των συστημάτων αυτών. Οι μεταρρυθμίσεις στα μισά από τα κράτη μέλη έχουν μειώσει το δημοσιονομικό αντίκτυπο από τη γήρανση του πληθυσμού. Η επιτυχία όμως των μεταρρυθμίσεων των συντάξεων θα είναι πλήρης μόνον αν αυτές συνοδεύονται από επιμήκυνση του ενεργού βίου. Αυτό παρέχει τη δυνατότητα μεγαλύτερης συσσώρευσης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και έχει θετικό αντίκτυπο όσον αφορά το ύψος των συντάξεων σε σχέση με τους μελλοντικούς μισθούς· πάλι όμως, για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος, ενδεχομένως θα απαιτηθούν περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Το πλήρες κείμενο της έκθεσης βρίσκεται στην εξής διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2006/ee0406sustainability_en.htm


[1] The impact of ageing on public expenditure: projections for the EU25 Member States on pensions, health care, long-term care, education and unemployment transfers (2004-2050) (Βλ. IP/06/150)

http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2006/eespecialreport0106_en.htm

[2] Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι κυμαίνονται μεταξύ ισοσκέλισης ή πλεονάσματος για τις χώρες υψηλού χρέους/χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης έως εξισορρόπηση ή μικρό έλλειμμα για τις χώρες που παρουσιάζουν χαμηλό χρέος και υψηλό δυναμικό ανάπτυξης.

[3] See Eurostat press release STAT/118/2006 of 11 September 2006.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website