Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE NL PT FI

IP/04/435

Βρυξέλλες, 1η Απριλίου 2004

Ηλεκτρονικές επικοινωνίες: Η Επιτροπή προχωρεί σε επόμενο νομικό βήμα εναντίον οκτώ κρατών μελών εξαιτίας μη θέσπισης νέων κανόνων για την προστασία της ιδιωτικής ζωής σε ψηφιακά δίκτυα και υπηρεσίες

Η Επιτροπή προχώρησε στο δεύτερο βήμα των διαδικασιών παράβασης εναντίον οκτώ κρατών μελών που δεν κοινοποίησαν τα μέτρα για τη μεταφορά στην εθνική τους νομοθεσία της οδηγίας σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Η οδηγία ρυθμίζει πεδία όπως τα « ανεπίκλητα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου » (spam ) και τα αναγνωριστικά "cookies". Οι διαδικασίες αυτές κινήθηκαν το Νοέμβριο του 2003 εναντίον εννέα κρατών μελών (βλ. IP/03/1663), η Σουηδία όμως κοινοποίησε έκτοτε στην Επιτροπή νέα νομοθεσία σχετικά με τα ανεπίκλητα μηνύματα. Η δεύτερη φάση των διαδικασιών παράβασης αφορά την αποστολή αιτιολογημένης γνώμης προς το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ελλάδα, τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, την Πορτογαλία και την Φινλανδία. Οι χώρες αυτές διαθέτουν πλέον δίμηνη χρονική περίοδο για να απαντήσουν ενώ, σε περίπτωση που δεν ανταποκριθούν, θα μπορούσαν να παραπεμφθούν στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο αρμόδιος επίτροπος για τις επιχειρήσεις και την κοινωνία της πληροφορίας, κ. Erkki Liikanen δήλωσε: « Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε να ασκούμε πίεση στα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμα εφαρμόσει τη νομοθεσία που συνυπέγραψαν το 2002. Η εν λόγω οδηγία είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων στον ηλεκτρονικό, δικτυακό κόσμο. Αποδεικνύει ότι είναι δυνατή η ανάληψη και επιβολή αποφασιστικής δράσης σε εθνική κλίμακα, στο πλαίσιο της καταπολέμησης των ανεπίκλητων ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Με τους κανόνες αυτούς τίθενται κοινοί όροι σε κοινοτική κλίμακα, ώστε οι χρήστες να γνωρίζουν τι μπορούν να αναμένουν και ο κλάδος και τα κράτη μέλη να γνωρίζουν τι πρέπει να πράξουν. »

Η οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τον Ιούλιο του 2002. Με την οδηγία συμπληρώνεται το νέο πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες(1). Καθορίζονται σε κοινοτική κλίμακα κανόνες για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων στις κινητές και σταθερές επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένου του Ίντερνετ.

Με την οδηγία εισάγεται, λόγου χάρη, απαγόρευση των ανεπίκλητων ηλεκτρονικών μηνυμάτων σε ολόκληρη την έκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ καθορίζονται κανόνες για την εγκατάσταση των λεγόμενων "cookies" στούς προσωπικούς υπολογιστές των χρηστών(βλ. IP/03/1492). Η εν λόγω οδηγία αποτελεί καίριο στοιχείο του νέου πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, αναμένεται δε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στο ηλεκτρονικό εμπόριο και τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες, προαπαιτούμενο για την αειφόρο ανάπτυξη του τομέα.

Όσον αφορά τα "ανεπίκλητα ηλεκτρονικά μηνύματα", οι νομικές υποχρεώσεις της εν λόγω οδηγίας συμπληρώθηκαν από σειρά δράσεων που συμβάλλουν στην ενίσχυση της απαγόρευσης των ανεπίκλητων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, οι οποίες παρουσιάστηκαν σε ανακοίνωση που εγκρίθηκε τον Ιανουάριο. Οι δράσεις αυτές εστιάζουν στην αποτελεσματική επιβολή εκ μέρους των κρατών μελών, σε λύσεις τεχνικού χαρακτήρα και αυτορρύθμισης εκ μέρους του κλάδου, στην ευαισθητοποίηση των καταναλωτών και σε διεθνή συνεργασία (βλ. IP/04/103)(2).

Καταληκτική ημερομηνία για την ενσωμάτωση της οδηγίας στην εθνική νομοθεσία ήταν η 31η Οκτωβρίου 2003. Ωστόσο, έως την ημερομηνία εκείνη, μόνον έξι κράτη μέλη είχαν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την μεταφορά της οδηγίας, με αποτέλεσμα, το Νοέμβριο του 2003, να κινηθούν διαδικασίες παράβασης βάσει του άρθρου 226 της Συνθήκης εναντίον των υπόλοιπων κρατών μελών: του Βελγίου, της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Γαλλίας, του Λουξεμβούργου, των Κάτω Χωρών, της Πορτογαλίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

Στη συνέχεια, η Σουηδία κοινοποίησε τα μέτρα μεταφοράς που είχε λάβει ως προς το άρθρο 13 της οδηγίας, που αφορά ανεπίκλητες επικοινωνίες (μηνύματα - κλήσεις), με αποτέλεσμα να σταματήσει η διαδικασία παράβασης που είχε κινηθεί σε βάρος της χώρας.

Η αποστολή στα υπόλοιπα κράτη μέλη αιτιολογημένης γνώμης συνιστά το δεύτερο στάδιο των διαδικασιών παράβασης. Τα κράτη μέλη διαθέτουν χρονικό διάστημα δύο μηνών για να απαντήσουν. Το επόμενο βήμα θα είναι η προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εναντίον των κρατών μελών που δεν έχουν ακόμα συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις όσον αφορά την κοινοποίηση.

Η Επιτροπή έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει τη σημασία πλήρους, αποτελεσματικής και έγκαιρης εφαρμογής του νέου πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, έπειτα από την ανακοίνωση που εξέδωσε με τίτλο « ηλεκτρονικές επικοινωνίες: προς μία οικονομία της γνώσης »(3). Η θεώρηση αυτή έχει υποστηριχθεί πλήρως από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ιστορικό

Με την οδηγία 2002/58/EΚ για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, που θεσπίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τον Ιούλιο του 2002, καθορίζονται κανόνες κοινοτικής κλίμακας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Η οδηγία όφειλε να είχε ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2003. Αντικαθιστούσε την προηγούμενη οδηγία για την προστασία "τηλεπικοινωνιακών" δεδομένων (οδηγία 97/66/ΕΚ).

Στην οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες περιλαμβάνονται διατάξεις για την ασφάλεια δικτύων και υπηρεσιών, για την τήρηση του απορρήτου των επικοινωνιών, την πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες σε τερματικό εξοπλισμό, την επεξεργασία δεδομένων κίνησης και θέσης, την αναγνώριση καλούσας γραμμής, δημόσιους καταλόγους συνδρομητών και ανεπίκλητες επικοινωνίες (μηνύματα/κλήσεις) εμπορικού χαρακτήρα.

Η οδηγία δεν περιλαμβάνει νομικά δεσμευτικές διατάξεις που είτε επιτρέπουν ή αποτρέπουν τη λήψη εθνικών μέτρων για την επίσχεση δεδομένων κίνησης και εντοπισμού θέσης για σκοπούς "επιβολής του νόμου".

Η εν λόγω οδηγία αποτελεί μέρος νέας, ευρύτερης δέσμης κανονιστικών ρυθμίσεων που αποσκοπεί στην ενθάρρυνση ανταγωνιστικότερων αγορών που βασίζονται σε συγκλίνουσες τεχνολογίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι οδηγίες που θεσπίσθηκαν βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης όφειλαν να είχαν μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία το αργότερο έως τις 24 Ιουλίου 2003. Η Επιτροπή παρακολουθεί από κοντά τη διαδικασία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και έχει ήδη κινήσει διαδικασίες παράβασης εναντίον των κρατών μελών που δεν έχουν τηρήσει την καταληκτική ημερομηνία για την ενσωμάτωσητης οδηγίας πλαίσιο και των οδηγιών αδειοδότησης, πρόσβασης και καθολικής υπηρεσίας στην εθνική τους νομοθεσία. (βλ. IP/03/1356 και IP/03/1750).

Σχετικά με το ιστορικό των νέων κανόνων για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων:

http://europa.eu.int/information_society/topics/ecomm/all_about/todays_framework/privacy_protection/index_en.htm

Λεπτομερέστερα στοιχεία σχετικά με ανεπίκλητες επικοινωνίες/μηνύματα εμπορικού χαρακτήρα (spam), στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/information_society/topics/ecomm/highlights/current_spotlights/spam/index_en.htm

Για πληροφορίες σχετικά με το ευρύτερο πλαίσιο των κανονιστικών ρυθμίσεων συμβουλευθείτε:

http://europa.eu.int/information_society/topics/telecoms/regulatory/new_rf/index_en.htm

(1) Directive 2002/58/EC, OJ L 201 of 31 July 2002, p. 37.

(2) Commissions Communication on unsolicited commercial communications or spam of 22.1.2004, COM(2004) 28.

(3) COM(2003) 65 of 11 February 2003.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website