Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI

ip/02/247

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2002

Η Επιτροπή εγκρίνει νέα πολιτική επιείκειας έναντι των επιχειρήσεων που δίνουν πληροφορίες σχετικά με αθέμιτες συμπράξεις

Την Τετάρτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποίησε ακόμη ένα σημαντικό βήμα για την αποκάλυψη και καταστολή των συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων που αποβλέπουν στον καθορισμό των τιμών και άλλων σοβαρών μορφών αθέμιτων συμπράξεων. Η Επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα μία νέα πολιτική επιείκειας με την οποία παρέχονται ενισχυμένα κίνητρα στις επιχειρήσεις προκειμένου να μαρτυρούν τις πλέον σοβαρές παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Βάσει των νέων κανόνων, η Επιτροπή θα χορηγεί πλήρη ασυλία έναντι της επιβολής προστίμου στην επιχείρηση η οποία, πρώτη, θα έχει υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με κάποια αθέμιτη σύμπραξη την οποία η Επιτροπή είτε δεν γνώριζε καν είτε δεν είχε διερευνήσει. Με την εν λόγω πολιτική επιείκειας προσαρμόζεται στα σημερινά δεδομένα ένα παλαιότερο έγγραφο του 1996. Ο Mario Monti, ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για τον ανταγωνισμό, δήλωσε τα εξής: «Η ανίχνευση και πάταξη των αθέμιτων πρακτικών συγκαταλέγεται στις πρώτες μου προτεραιότητες» και πρόσθεσε: «Η πολιτική επιείκειας που υιοθετήθηκε το 1996 συνέβαλε σημαντικά στην αποκάλυψη και τον κολασμό μυστικών συμπράξεων κατά την τελευταία πενταετία. Με τη νέα πολιτική θα θεσπισθούν ακόμη πιο ισχυρά κίνητρα για την καταγγελία του μιάσματος αυτού της οικονομίας, που επιτρέπει σε ορισμένες επιχειρήσεις να αποκομίζουν αθέμιτα κέρδη σε βάρος των καταναλωτών».

Οι μυστικές συμπράξεις αποτελούν τη σοβαρότερη μορφή παράβασης της νομοθεσίας ανταγωνισμού, διότι σε όλες τις περιπτώσεις προκαλούν τη διαμόρφωση των τιμών σε υψηλότερο επίπεδο. Σε όλες τους τις μορφές (π.χ. συμφωνίες για τον καθορισμό των τιμών ή τον επιμερισμό των αγορών, κατανομή ποσοστώσεων παραγωγής, συμπαιγνίες για τη χειραγώγηση της έκβασης διαγωνισμών) προξενούν βλάβη στους ευρωπαϊκούς παραγωγικούς κλάδους και στους καταναλωτές. Τέτοιου είδους αθέμιτες πρακτικές καθιστούν ακριβότερες της πρώτες ύλες και τα συστατικά μέρη των διαφόρων προϊόντων, γεγονός που, μακροπρόθεσμα, οδηγεί σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και μείωση της απασχόλησης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον απαγορεύονται ρητώς βάσει του άρθρου 81 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η ανίχνευση, η απαγόρευση και ο κολασμός των αθέμιτων συμπράξεων συγκαταλέγονται στις πρώτες προτεραιότητες της Επιτροπής στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού.

Η μεγαλύτερη δυσκολία για την καταπολέμηση των σοβαρών μορφών αθέμιτων συμπράξεων είναι η διάτρηση του πέπλου μυστικότητας που τις περιβάλλει και η αντιμετώπιση των ολοένα πιο εξελιγμένων μεθόδων που οι επιχειρήσεις μπορούν να επιστρατεύουν προκειμένου να αποκρύψουν τις μεταξύ τους αθέμιτες συνεννοήσεις.

Λαμβάνοντας υπόψη την πείρα που αποκομίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στον συγκεκριμένο τομέα, η Επιτροπή εξέδωσε το 1996 για πρώτη φορά ανακοίνωση σχετικά με την επιείκεια, η οποία προέβλεπε τη χορήγηση ασυλίας ή τη μείωση των προστίμων για τις επιχειρήσεις που βοηθούν την Επιτροπή να διαπιστώσει και να πατάξει τέτοιου είδους αθέμιτες συμπράξεις.

Η πολιτική αυτή συνέβαλε σημαντικά στην έκδοση κατά το 2001 δέκα αποφάσεων για αθέμιτες συμπράξεις, βάσει των οποίων επιβλήθηκαν σε 56 επιχειρήσεις πρόστιμα συνολικού ύψους 1.836 εκατομμυρίων €. Πρόκειται για άνευ προηγουμένου ποσό σε σύγκριση με οποιοδήποτε παλαιότερο έτος, μεγαλύτερο μάλιστα και από το συνολικό ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν σε ολόκληρο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή από την ίδρυση της ΕΚ μέχρι το έτος 2000.

Όπως αποφασίστηκε το 1996, πέρυσι η Επιτροπή επανεξέτασε την πείρα η οποία αποκτήθηκε από την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί επιείκειας. Μετά από διαβουλεύσεις με τις αρχές ανταγωνισμού των 15 κρατών μελών της ΕΕ, καθώς και με την επιχειρηματική και τη νομική κοινότητα, η Επιτροπή συνεπέρανε ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της πολιτικής από την άποψη της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου, ούτως ώστε να παρασχεθούν ισχυρότερα κίνητρα στις επιχειρήσεις που ενδεχομένως επιθυμούν να παράσχουν κρίσιμες πληροφορίες στην Επιτροπή.

Κύριες πτυχές της επανεξέτασης

  • Η Επιτροπή θα χορηγεί πλήρη ασυλία από πρόστιμα:

    • στο πρώτο μέλος της σύμπραξης που θα ενημερώσει την Επιτροπή για μία άγνωστη μέχρι τούδε σύμπραξη, παρέχοντας επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορεί η Επιτροπή να διενεργήσει επιτόπιους ελέγχους στους χώρους των ύποπτων επιχειρήσεων· ή

    • στο πρώτο μέλος της σύμπραξης που θα προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν στην Επιτροπή να βεβαιωθεί για την ύπαρξη παράβασης, όταν η Επιτροπή έχει ήδη στην κατοχή της επαρκή στοιχεία για να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο αλλά όχι και για να αποδείξει την ύπαρξη παράβασης. Η συγκεκριμένη μορφή ασυλίας μπορεί να χορηγηθεί μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κανένα άλλο μέλος της ίδιας σύμπραξης δεν έχει λάβει ασυλία βάσει της πρώτης περιπτώσεως.

Συνεπώς, με την ασυλία από πρόστιμα θα επιβραβεύονται επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν σημαντικές εμπιστευτικές πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία στην Επιτροπή σε δύο καίρια στάδια της έρευνας με αντικείμενο την εκάστοτε σύμπραξη: είτε με την αποκάλυψη μίας σύμπραξης που δεν είχε ανιχνευθεί μέχρι τούδε, είτε με την παροχή άγνωστων και αποφασιστικής σημασίας αποδεικτικών στοιχείων τα οποία θα επιτρέψουν την επιτυχή δίωξη των επιχειρήσεων που μετέχουν στη σύμπραξη.

Για να της χορηγηθεί πλήρης ασυλία, μία επιχείρηση πρέπει επίσης να συνεργασθεί πλήρως και αδιαλείπτως με την Επιτροπή, να προσκομίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που κατέχει, να θέσει άμεσα τέλος στην παράβαση και να μην έχει προβεί σε ενέργειες προκειμένου να εξαναγκάσει άλλες επιχειρήσεις να λάβουν μέρος στη σύμπραξη.

Η νέα πολιτική διαφέρει από την παλαιότερη πολιτική που προβλεπόταν στην ανακοίνωση περί επιείκειας του 1996 κατά το ότι αυτή η τελευταία προνοούσε ότι μία επιχείρηση έπρεπε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία «αποφασιστικής σημασίας» και απέκλειε από το ευεργέτημα της πλήρους ασυλίας τις επιχειρήσεις που είχαν πρωτοστατήσει στη σύμπηξη της σύμπραξης ή είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο της σύμπραξης.

Και οι δύο ρυθμίσεις προσφέρονταν για αποκλίνουσες ερμηνείες και, συνεπώς, προκαλούσαν αβεβαιότητα όσον αφορά το περιεχόμενο των εννοιών «αποδεικτικά στοιχεία αποφασιστικής σημασίας» και «επιχείρηση που έχει πρωτοστατήσει στη σύμπηξη της σύμπραξης ή έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο της σύμπραξης».

Κατά την πενταετία μέχρι το τέλος του 2001, η Επιτροπή χορήγησε πλήρη ασυλία σε τρεις περιπτώσεις: στη Rhτone-Poulenc, για τη συμμετοχή της σε δύο από τις τρεις συμπράξεις στον κλάδο των βιταμινών στις οποίες απεδείχθη ότι μετείχε· σε μία θυγατρική της Interbrew στην υπόθεση της σύμπραξης μεταξύ των ζυθοποιιών του Λουξεμβούργου· και στην εταιρεία της Νοτίου Αφρικής Sappi, για τις πολύτιμες πληροφορίες που διέθεσε και τη συνεργασία της στην υπόθεση της σύμπραξης στον τομέα του αυτοαντιγραφικού χαρτιού (βλ., αντιστοίχως, τα έγγραφα IP/01/1625 της 21ης Νοεμβρίου 2001, IP/01/1740 της 5ης Δεκεμβρίου 2001 και IP/01/1892 της 20ής Δεκεμβρίου 2001).

  • Μια ακόμη καινοτομία είναι ότι μία επιχείρηση η οποία πληροί τις προϋποθέσεις ασυλίας θα λαμβάνει πάραυτα επιστολή από την Επιτροπή όπου θα της επιβεβαιώνεται η χορήγηση ασυλίας σε περίπτωση που όντως εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στη ανακοίνωση.

  • Όπως ακριβώς και το 1996, η νέα ανακοίνωση προβλέπει επίσης τη μείωση των προστίμων για τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν μεν τις προϋποθέσεις για να τύχουν ασυλίας, αλλά, αφενός, προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία που αντιπροσωπεύουν «σημαντική προστιθέμενη αξία» σε σχέση με εκείνα που ήδη έχει στην κατοχή της η Επιτροπή και, αφετέρου, θέτουν τέλος στη συμμετοχή τους στη σύμπραξη.

Στην επιχείρηση που πρώτη θα πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις θα επιβάλλεται πρόστιμο κατά 30-50% μειωμένο σε σύγκριση με αυτό που θα της επιβαλλόταν υπό άλλες συνθήκες. Η δεύτερη επιχείρηση που θα διατυπώσει επιτυχώς σχετικό αίτημα θα τυγχάνει μείωσης 20-30%, ενώ οι επόμενες επιχειρήσεις των οποίων θα γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα θα τυγχάνουν μείωσης μέχρι 20%.

Εντός των ορίων των παραπάνω περιπτώσεων μείωσης του προστίμου, το τελικό ύψος της τυχόν μείωσης θα εξαρτάται επιπλέον από τον χρόνο υποβολής και από την ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων. Επίσης θα λαμβάνεται υπόψη η έκταση της συνεργασίας της εκάστοτε επιχείρησης καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας της Επιτροπής.

Οι επιχειρήσεις των οποίων θα γίνεται δεκτό το αίτημα μείωσης του προστίμου θα λαμβάνουν επίσης επιστολή όπου θα τους διευκρινίζεται σε ποια από τις διάφορες κατηγορίες μείωσης πρόκειται, καταρχήν, να υπαχθούν. Η επιστολή αυτή θα αποστέλλεται το αργότερο κατά την ημερομηνία δημοσιοποίησης της κοινοποίησης αιτιάσεων.

Η νέα πολιτική δεν θα επαυξήσει απλώς τη νομική ασφάλεια προς όφελος των επιχειρήσεων, αλλά επιπλέον θα ενισχύσει τη συνολική διαφάνεια και προβλεψιμότητα. Ο επίτροπος Monti προσέθεσε τα εξής:

« Η νέα αυτή ανακοίνωση δεν πρέπει επ' ουδενί να ερμηνευθεί ως δηλωτική της υιοθέτησης πιο επιεικούς στάσης όσον αφορά την καταπολέμηση του φαινομένου του καθορισμού των τιμών και των άλλων πρακτικών που υπονομεύουν τον ανταγωνισμό. Απεναντίας, η νέα πολιτική θα αυξήσει την πιθανότητα ανίχνευσης των αθέμιτων συμπράξεων, γεγονός που, σε συνδυασμό με την αποφασιστικότητα της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα αποτρεπτικού ύψους, αναμένεται να αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις από το να έρχονται καν σε αθέμιτες μεταξύ τους συνεννοήσεις.».

Θέση σε ισχύ και δημοσίευση της νέας ανακοίνωσης

Η νέα ανακοίνωση θα τεθεί σε ισχύ αύριο, 14 Φεβρουαρίου 2002 και θα εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που ζητούν να τύχουν επιεικούς μεταχείρισης σε υποθέσεις αθέμιτων συμπράξεων, υπό την προϋπόθεση ότι καμία άλλη επιχείρηση δεν συνεργάζεται ήδη με την Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας που διεξάγεται για τη συγκεκριμένη σύμπραξη.

Η "Ανακοίνωση σχετικά με την ασυλία από πρόστιμα και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις αθέμιτων συμπράξεων" θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις προσεχείς ημέρες και είναι ήδη διαθέσιμη στο Διαδίκτυο στην εξής διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/competition/antitrust/leniency

Αιτήσεις για επιεική μεταχείριση

Οι εταιρείες που επιθυμούν να επικοινωνήσουν με την Επιτροπή για να επωφεληθούν των ευνοϊκών ρυθμίσεων της νέας ανακοίνωσης μπορούν να το πράξουν είτε απευθείας είτε με τη μεσολάβηση τρίτου, π.χ. δικηγόρου.

Η πρώτη επαφή με σκοπό την υποβολή αίτησης για επιεική μεταχείριση πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω του ακόλουθου ειδικού αριθμού φαξ:

Ειδικός αριθμός φαξ: + 322 299 45 85

Με τη χρήση του ανωτέρω αριθμού φαξ εξασφαλίζεται η δέουσα καταγραφή της ακριβούς ώρας και ημερομηνίας πραγματοποίησης της επικοινωνίας, καθώς και η άκρα εμπιστευτικότητα της χρησιμοποίησης των πληροφοριών από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

Εν ανάγκη και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η πρώτη επαφή μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί μέσω των ακόλουθων ειδικών αριθμών τηλεφώνου:

Αριθμοί τηλεφώνου: + 322 298 41 90 και 298 41 91


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website