Navigation path

Left navigation

Additional tools

Η Επιτροπή εκδίδει ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης

European Commission - IP/00/96   02/02/2000

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI

IP/00/96

Bρυξέλλες, 2 Φεβρουαρίου 2000

Η Επιτροπή εκδίδει ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε σήμερα ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης. Στόχος της ανακοίνωσης είναι να πληροφορηθούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να εφαρμόσει την αρχή αυτή και να καθιερωθούν κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της. Στόχος είναι επίσης να παρασχεθεί υλικό για την τρέχουσα συζήτηση σχετικά με αυτό το θέμα τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η ανακοίνωση υπογραμμίζει ότι η αρχή της προφύλαξης αποτελεί μέρος μιας διαρθρωμένης προσέγγισης της ανάλυσης του κινδύνου και είναι ιδιαίτερα σχετική με την διαχείριση του κινδύνου. Κατά συνέπεια καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες η επιστημονική απόδειξη είναι ανεπαρκής, ατελέσφορη ή αβέβαιη και η προκαταρκτική επιστημονική αξιολόγηση δείχνει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ανησυχίας ότι οι ενδεχόμενες επικίνδυνες επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών μπορεί να είναι ανεπηρέαστες από το υψηλό επίπεδο προστασίας που έχει επιλέξει η ΕΕ. Η σημερινή ανακοίνωση συμπληρώνει το πρόσφατο Λευκό Βιβλίο για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τη συμφωνία που συνάφθηκε στο Μόντρεαλ αυτό το Σαββατοκύριακο σχετικά με το πρωτόκολλο της Καρθαγένης για την βιο-ασφάλεια.

Η ανακοίνωση καθορίζει επίσης τα μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης. Εφόσον η δράση κρίνεται απαραίτητη, τα μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα προς το επιλεγέν επίπεδο προστασίας, να μη συνεπάγονται διακρίσεις κατά την εφαρμογή τους και να είναι σύμφωνα με παρόμοια μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί. Πρέπει επίσης να βασίζονται σε μια εξέταση του ενδεχόμενου οφέλους και κόστους της δράσης ή της παράλειψης δράσης και να υπόκεινται σε αναθεώρηση σύμφωνα με τα νέα επιστημονικά δεδομένα και επομένως να διατηρούνται εφόσον τα επιστημονικά δεδομένα παραμένουν μη πλήρη, ανακριβή ή ατελέσφορα και εφόσον ο κίνδυνος θεωρείται τόσο υψηλός ώστε να μη μπορεί να παραμεληθεί σε βάρος της κοινωνίας. Τέλος, μπορούν να επιβάλλουν την ευθύνη για την υποβολή των απαραίτητων επιστημονικών αποδεικτικών μέσων - ή το βάρος της απόδειξης - για μια πλήρη αξιολόγηση του κινδύνου. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές αποτρέπουν την χωρίς εγγύηση προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης που καταλήγει σε καλυμμένη μορφή προτεξιονισμού.

Η σημερινή ανακοίνωση υπεβλήθη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τον κ.Erkki Liikanen, Επίτροπο αρμόδιο σε θέματα Επιχειρήσεων και Κοινωνίας της Πληροφορίας, τον κ. David Byrne, Επίτροπο αρμόδιο για την Υγεία και την Προστασία των Καταναλωτών και την κ. Margot Wallstrφom, Επίτροπο αρμόδια για το Περιβάλλον. Αποτελεί συνέχεια του λόγου του προέδρου κ. Romano Prodi στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 5 Οκτωβρίου 1999.

Η ανακοίνωση υπενθυμίζει ότι ορισμένα πρόσφατα περιστατικά υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης και των καταναλωτών διότι σε ορισμένες περιπτώσεις αποφάσεις ή η μη έκδοση αποφάσεων δεν βασίζονταν σε πλήρη επιστημονική απόδειξη και η νομιμότητα τέτοιων αποφάσεων είναι αμφισβητήσιμη.

Η Επιτροπή προσπαθεί με συνέπεια να επιτύχει υψηλό επίπεδο προστασίας μεταξύ άλλων στους τομείς του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών. Αποτελεί πολιτική της Επιτροπής η λήψη αποφάσεων που αποσκοπούν στην επίτευξη αυτού του υψηλού επιπέδου προστασίας σε μια σθεναρή και επαρκή επιστημονική βάση. Εντούτοις, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ανησυχίας για ενδεχόμενους κινδύνους που μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στο περιβάλλον ή στην υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών και εφόσον ταυτόχρονα η έλλειψη επιστημονικής πληροφόρησης αποκλείει μια λεπτομερή επιστημονική αξιολόγηση, η αρχή της προφύλαξης είναι η στρατηγική διαχείρισης του κινδύνου σε διαφόρους τομείς που έγινε πολιτικά αποδεκτή. Παρόλο που η αρχή της προφύλαξης δεν αναφέρεται ρητώς στη συνθήκη ΕΚ παρά μόνον όσον αφορά τον τομέα του περιβάλλοντος, η Επιτροπή κρίνει ότι αυτή η αρχή έχει πολύ ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από ό,τι ο τομέας του περιβάλλοντος και ότι αυτή καλύπτει επίσης την προστασία της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών.

Η ανακοίνωση καθιστά σαφές ότι η αρχή της προφύλαξης δεν είναι ούτε πολιτικοποίηση της επιστήμης ούτε αποδοχή του "κίνδυνος μηδέν" αλλά παρέχει μια βάση για δράση όταν η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει σαφή απάντηση. Η ανακοίνωση καθιστά επίσης σαφές ότι ο καθορισμός του αποδεκτού επιπέδου κινδύνου για την ΕΕ αποτελεί πολιτική ευθύνη. Παρέχει αιτιολογημένο και διαρθρωμένο πλαίσιο δράσης έναντι της επιστημονικής αβεβαιότητας και δείχνει ότι η αρχή της προφύλαξης δεν αποτελεί αιτιολογία για να αγνοηθεί η επιστημονική απόδειξη και να ληφθούν προτεξιονιστικές αποφάσεις.

Οι οριζόντιες κατευθυντήριες γραμμές που καθιερώνονται με αυτή την ανακοίνωση παρέχουν χρήσιμο εργαλείο για το μέλλον κατά τη λήψη πολιτικών αποφάσεων ως προς αυτό το θέμα και θα συμβάλουν στη νομιμοποίηση αποφάσεων που ελήφθησαν σε περιπτώσεις που η επιστήμη δεν μπορεί να αξιολογήσει πλήρως τον κίνδυνο και όχι αποφάσεων βασιζόμενων σε παράλογους φόβους ή αντιλήψεις. Επομένως, ένας από τους στόχους της ανακοίνωσης είναι η σαφής περιγραφή των καταστάσεων στις οποίες η αρχή της προφύλαξης μπορεί να εφαρμοστεί και ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής των μέτρων που λαμβάνονται ως προς αυτό το θέμα. Επομένως θα βοηθήσει στην εξασφάλιση της σωστής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς καθώς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας και δυνατότητας πρόβλεψης για τους καταναλωτές και τους οικονομικούς παράγοντες που είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ και αλλού.

Annex

COMMUNICATION FROM THE COMMISSION

on the precautionary principle

SUMMARY

    The issue of when and how to use the precautionary principle, both within the European Union and internationally, is giving rise to much debate, and to mixed, and sometimes contradictory views. Thus, decision-makers are constantly faced with the dilemma of balancing the freedom and rights of individuals, industry and organisations with the need to reduce the risk of adverse effects to the environment, human, animal or plant health. Therefore, finding the correct balance so that the proportionate, non-discriminatory, transparent and coherent actions can be taken, requires a structured decision-making process with detailed scientific and other objective information.

    The Communication's fourfold aim is to:

  • outline the Commission's approach to using the precautionary principle,

  • establish Commission guidelines for applying it,

  • build a common understanding of how to assess, appraise, manage and communicate risks that science is not yet able to evaluate fully, and

  • avoid unwarranted recourse to the precautionary principle, as a disguised form of protectionism.

  • It also seeks to provide an input to the ongoing debate on this issue, both within the Community and internationally.

      3. The precautionary principle is not defined in the Treaty, which prescribes it only once - to protect the environment. But in practice, its scope is much wider, and specifically where preliminary objective scientific evaluation, indicates that there are reasonable grounds for concern that the potentially dangerous effects on the environment, human, animal or plant health may be inconsistent with the high level of protection chosen for the Community.

      The Commission considers that the Community, like other WTO members, has the right to establish the level of protection - particularly of the environment, human, animal and plant health, - that it deems appropriate. Applying the precautionary principle is a key tenet of its policy, and the choices it makes to this end will continue to affect the views it defends internationally, on how this principle should be applied.

      4. The precautionary principle should be considered within a structured approach to the analysis of risk which comprises three elements: risk assessment, risk management, risk communication. The precautionary principle is particularly relevant to the management of risk.

      The precautionary principle, which is essentially used by decision-makers in the management of risk, should not be confused with the element of caution that scientists apply in their assessment of scientific data.

      Recourse to the precautionary principle presupposes that potentially dangerous effects deriving from a phenomenon, product or process have been identified, and that scientific evaluation does not allow the risk to be determined with sufficient certainty.

      The implementation of an approach based on the precautionary principle should start with a scientific evaluation, as complete as possible, and where possible, identifying at each stage the degree of scientific uncertainty.

      5. Decision-makers need to be aware of the degree of uncertainty attached to the results of the evaluation of the available scientific information. Judging what is an "acceptable" level of risk for society is an eminently political responsibility. Decision-makers faced with an unacceptable risk, scientific uncertainty and public concerns have a duty to find answers. Therefore, all these factors have to be taken into consideration.

      In some cases, the right answer may be not to act or at least not to introduce a binding legal measure. A wide range of initiatives is available in the case of action, going from a legally binding measure to a research project or a recommendation.

      The decision-making procedure should be transparent and should involve as early as possible and to the extent reasonably possible all interested parties.

      6. Where action is deemed necessary, measures based on the precautionary principle should be, inter alia:

  • proportional to the chosen level of protection,

  • non-discriminatory in their application,

  • consistent with similar measures already taken,

  • based on an examination of the potential benefits and costs of action or lack of action (including, where appropriate and feasible, an economic cost/benefit analysis),

  • subject to review, in the light of new scientific data, and

  • capable of assigning responsibility for producing the scientific evidence necessary for a more comprehensive risk assessment.

      Proportionality means tailoring measures to the chosen level of protection. Risk can rarely be reduced to zero, but incomplete risk assessments may greatly reduce the range of options open to risk managers. A total ban may not be a proportional response to a potential risk in all cases. However, in certain cases, it is the sole possible response to a given risk.

      Non-discrimination means that comparable situations should not be treated differently, and that different situations should not be treated in the same way, unless there are objective grounds for doing so.

      Consistency means that measures should be of comparable scope and nature to those already taken in equivalent areas in which all scientific data are available.

      Examining costs and benefits entails comparing the overall cost to the Community of action and lack of action, in both the short and long term. This is not simply an economic cost-benefit analysis:

      its scope is much broader, and includes non-economic considerations, such as the efficacy of possible options and their acceptability to the public. In the conduct of such an examination, account should be taken of the general principle and the case law of the Court that the protection of health takes precedence over economic considerations.

      Subject to review in the light of new scientific data, means measures based on the precautionary principle should be maintained so long as scientific information is incomplete or inconclusive, and the risk is still considered too high to be imposed on society, in view of chosen level of protection. Measures should be periodically reviewed in the light of scientific progress, and amended as necessary.

      Assigning responsibility for producing scientific evidence is already a common consequence of these measures. Countries that impose a prior approval (marketing authorisation) requirement on products that they deem dangerous a priori reverse the burden of proving injury, by treating them as dangerous unless and until businesses do the scientific work necessary to demonstrate that they are safe.

      Where there is no prior authorisation procedure, it may be up to the user or to public authorities to demonstrate the nature of a danger and the level of risk of a product or process. In such cases, a specific precautionary measure might be taken to place the burden of proof upon the producer, manufacturer or importer, but this cannot be made a general rule.


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website