Navigation path

Left navigation

Additional tools

Δελτίο Τύπου

ECA/14/30
Λουξεμβούργο 2 Ιουλίου 2014

Το εποπτικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα διαμορφώνεται, δηλώνουν οι ελεγκτές της ΕΕ

    Σε έκθεση που δημοσίευσε σήμερα το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) αποκαλύπτεται ότι η αναθεώρηση της νομοθεσίας για τον τραπεζικό τομέα στην οποία προέβη η Επιτροπή και η σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών αποτέλεσαν σημαντικά πρώτα βήματα για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών παρείχε τα στοιχεία ενός νέου συστήματος ρύθμισης και εποπτείας του τραπεζικού τομέα, λαμβανομένων υπόψη των πόρων της και των περιορισμένων νομικών αρμοδιοτήτων της. Ωστόσο, διαπιστώθηκαν ανεπάρκειες όσον αφορά την εποπτεία των διασυνοριακών τραπεζών, την αξιολόγηση της αντοχής των τραπεζών της ΕΕ και την προώθηση της προστασίας των καταναλωτών.

«Η χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσε θύελλα σε ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα της ΕΕ, με κατάληξη την οικονομική κρίση και την κρίση δημόσιου χρέους, οπότε η ΕΕ προέβη σε ενέργειες με στόχο τη σταθεροποίηση», δήλωσε ο κύριος Milan Martin Cvikl, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για την έκθεση. «Εντούτοις, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών δεν είναι αρμόδια να λαμβάνει ή να επιβάλλει αποφάσεις για την εποπτική σύγκλιση και διέθετε περιορισμένη νομική εντολή και προσωπικό για τη διεξαγωγή των δοκιμασιών προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για το 2011. Επί του παρόντος, χάρις στη συμφωνία σχετικά με τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό και άλλα στοιχεία της τραπεζικής ένωσης, δρομολογήθηκαν περαιτέρω σημαντικές δραστηριότητες.»

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, ανελήφθη επείγουσα δράση σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν μεταρρυθμίσεις στο ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο. Το Συνέδριο προέβη σε σχετική εξέταση, επικεντρωνόμενο στην περίοδο από το 2011 έως τις αρχές του 2013, και διαπίστωσε ότι η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη χρηματοπιστωτική κρίση, διαμόρφωσαν ευρύ πρόγραμμα δράσης με κανονιστικά μέτρα. Ωστόσο, ο χρόνος για διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερομένους ήταν περιορισμένος και δεν πραγματοποιήθηκε διατομεακή εκτίμηση αντικτύπου.

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών συνέβαλε στη βελτίωση της διασυνοριακής εποπτείας των τραπεζών μέσω της διευκόλυνσης και του συντονισμού του έργου των εθνικών εποπτικών αρχών (ΕΕΑ). Ωστόσο, η καθημερινή εποπτεία των τραπεζών ασκείτο από τις εθνικές εποπτικές αρχές και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών δεν ασκούσε άμεση εποπτεία στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η εποπτική σύγκλιση μεταξύ των σωμάτων εποπτών υπήρξε περιορισμένη, ενώ τα σώματα αφιέρωσαν υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα στη συνομιλία περί των διαδικασιών αντί να εστιάσουν στους κινδύνους. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών δεν είναι αρμόδια να λαμβάνει ή να επιβάλλει αποφάσεις για την εποπτική σύγκλιση και να επιλύει διαφορές μεταξύ των ΕΕΑ.

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διέθετε περιορισμένη νομική εντολή και προσωπικό για τη διεξαγωγή των δοκιμασιών προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για το 2011, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εφαρμογή «ανασταλτικών» οικονομικών μέτρων σε επίπεδο ΕΕ. Μολονότι οι δοκιμασίες προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων συνέβαλαν στην έναρξη της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης σημαντικού αριθμού τραπεζών, κατέδειξαν επίσης τους περιορισμούς των εν λόγω ασκήσεων, όταν δεν συνοδεύονται από έλεγχο ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού.

Οι ελεγκτές της ΕΕ διατύπωσαν σειρά συστάσεων με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας των σωμάτων εποπτών, την αξιοπιστία των δοκιμασιών προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τις τράπεζες, καθώς και τη διασφάλιση επιτυχημένης τραπεζικής ένωσης και αποτελεσματικής τραπεζικής εποπτείας.

Σημείωμα προς τους συντάκτες:

Οι ειδικές εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) δημοσιεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και παρουσιάζουν τα αποτελέσματα επιλεγμένων ελέγχων επί συγκεκριμένων τομέων του προϋπολογισμού της ΕΕ ή επί συγκεκριμένων διαχειριστικών ζητημάτων.

Η ειδική αυτή έκθεση (αριθ. 5/2014), με τίτλο «Διαμόρφωση του εποπτικού πλαισίου του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα - Η ΕΑΤ και το μεταβαλλόμενο πλαίσιό της», αξιολόγησε κατά πόσον η Επιτροπή και η ΕΑΤ είχαν εκτελέσει ικανοποιητικά τα καθήκοντά τους όσον αφορά τη θέσπιση των νέων ρυθμίσεων για το σύστημα ρύθμισης και εποπτείας του τραπεζικού τομέα, καθώς και εξέτασε τον βαθμό αποτελεσματικότητας των εν λόγω ρυθμίσεων.

    Το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη χρηματοπιστωτική κρίση, η Επιτροπή και η ΕΑΤ διαμόρφωσαν ευρύ πρόγραμμα δράσης με κανονιστικά μέτρα. Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή προέβη εγκαίρως στην κατάρτιση της νομοθεσίας για τον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο, οι αυστηρές προθεσμίες που προβλέπονται από τις διεθνείς συμφωνίες της ομάδας G20 και της Επιτροπής της Βασιλείας, καθώς και οι καθυστερήσεις στις πολιτικές διαπραγματεύσεις, έχουν μειώσει τον διαθέσιμο χρόνο για τη διατύπωση απόψεων από τα εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη στο πλαίσιο των δημόσιων διαβουλεύσεων. Επιπλέον, οι προθεσμίες για την κατάρτιση τεχνικών προτύπων από την ΕΑΤ ήταν σύντομες, χωρίς αυτή να είναι σε θέση να διατυπώνει σχόλια συστηματικά όσον αφορά τις εντολές και το έγκαιρο της νομοθετικής διαδικασίας. Μολονότι κατά τα τελευταία έτη έχουν υποβληθεί πολλές νομοθετικές προτάσεις (ενώ επί του παρόντος καταρτίζονται και άλλες), δεν έχει πραγματοποιηθεί διατομεακή εκτίμηση αντικτύπου της δέσμης προτάσεων στο σύνολό της.

Η ΕΑΤ έχει συμβάλει στη βελτίωση της διασυνοριακής εποπτείας των τραπεζών μέσω της διευκόλυνσης και του συντονισμού του έργου των εθνικών εποπτικών αρχών (ΕΕΑ). Ωστόσο, σε πολλούς τομείς, ο ρόλος της όσον αφορά καθήκοντα τραπεζικής εποπτείας είναι περιορισμένος. Η καθημερινή εποπτεία των τραπεζών εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ και η ΕΑΤ δεν ασκεί άμεση εποπτεία στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η εποπτική σύγκλιση μεταξύ των σωμάτων εποπτών είναι περιορισμένη, ενώ τα σώματα αφιέρωσαν υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα στη συνομιλία περί των διαδικασιών αντί να εστιάσουν στους κινδύνους.

Η ΕΑΤ δεν είναι αρμόδια να λαμβάνει ή να επιβάλλει αποφάσεις για την εποπτική σύγκλιση και να επιλύει διαφορές μεταξύ των ΕΕΑ. Μολονότι η ΕΑΤ έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για την επίλυση διαφορών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, διαθέτει περιορισμένες νομικές αρμοδιότητες διαμεσολάβησης. Η ΕΑΤ είχε αναλάβει τη διευκόλυνση και τον συντονισμό της δοκιμασίας προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για το 2011, χωρίς ωστόσο να διαθέτει το απαιτούμενο προσωπικό ούτε την κατάλληλη εντολή ώστε να μπορεί να εξασφαλίσει την αξιοπιστία της εν λόγω άσκησης. Επιπλέον, η δοκιμασία προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων πραγματοποιήθηκε χωρίς την εφαρμογή «ανασταλτικών» οικονομικών μέτρων σε επίπεδο ΕΕ. Μολονότι η δοκιμασία προσομοίωσης του 2011 συνέβαλε στη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης σημαντικού αριθμού τραπεζών, κατέδειξε επίσης τους περιορισμούς των εν λόγω ασκήσεων, όταν δεν συνοδεύονται από έλεγχο ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού.

    Από το φθινόπωρο του 2014, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα είναι αρμόδια να εποπτεύει τον τραπεζικό τομέα σε όλα τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, καθώς και στα άλλα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν. Ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ) θα αφορά τη συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών εποπτικών αρχών, ενώ η ΕΚΤ θα είναι αρμόδια για τη συνολική λειτουργία του ΕΕΜ. Στο πλαίσιο του ρυθμιστικού ρόλου της, η ΕΑΤ έχει εντολή να καταρτίζει τεχνικά πρότυπα ενώ, με τις ειδικές γνώσεις που διαθέτει, θα μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τον μελλοντικό ρόλο της στον τομέα της εποπτείας των τραπεζών, δεδομένου, αφενός, ότι ο ρόλος της περιορίζεται στον συντονισμό και τη διευκόλυνση του έργου των εθνικών εποπτικών αρχών και, αφετέρου, ότι δεν διαθέτει την εξουσία να επιβάλλει ειδικές αποφάσεις στις εθνικές εποπτικές αρχές. Ως εκ τούτου, η εν λόγω κατάσταση ενδέχεται να οδηγήσει σε αβεβαιότητα ως προς τους ρόλους και τις αρμοδιότητες, καθώς και σε αλληλεπικάλυψη μεταξύ της ΕΑΤ και της ΕΚΤ.

Μεταξύ των συστάσεων που διατύπωσε, το ΕΕΣ φρονεί ότι για την αποτελεσματική εποπτεία των τραπεζών σε ολόκληρη την ΕΕ απαιτείται σαφής διαχωρισμός των ρόλων και των υποχρεώσεων λογοδοσίας μεταξύ της ΕΑΤ, της ΕΚΤ και των εθνικών εποπτικών αρχών, τόσο εκείνων που συμμετέχουν όσο και εκείνων που δεν συμμετέχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό. Προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της αλληλεπικάλυψης καθηκόντων και της ασάφειας όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων σε ορισμένους τομείς μεταξύ της ΕΚΤ, των εθνικών εποπτικών αρχών και της ΕΑΤ, οι ελεγκτές της ΕΕ συνιστούν την περαιτέρω αποσαφήνιση των ρόλων και των αρμοδιοτήτων μέσω της νομοθεσίας ή μέσω μνημονίων συνεννόησης. Επίσης, το Συνέδριο συνιστά να θεσπιστούν διαδικασίες για την εξασφάλιση στενής και τακτικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων φορέων, καθώς και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη μεταβατική περίοδο πριν από την ολοκλήρωση της σύστασης του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού.

Σύντομο βίντεο με συνέντευξη του Μέλους του ΕΕΣ που είναι αρμόδιο για την έκθεση είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.youtube.com/user/EUAuditorsECA


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website