Navigation path

Left navigation

Additional tools

Ενεργειακή απόδοση στην ΕΕ: οι στόχοι των επενδύσεων δεν επιτεύχθηκαν, ενώ η μέση περίοδος αποπληρωμής υπερβαίνει τα 50 έτη (σε ακραίες περιπτώσεις τα 150 έτη)

Court of Auditors - ECA/12/55   14/01/2013

Other available languages: EN FR DE DA ES NL IT SV PT FI CS ET HU LT LV MT PL SK SL BG RO

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ECA/12/55

Λουξεμβούργο 14 Ιανουαρίου 2013

Ενεργειακή απόδοση στην ΕΕ: οι στόχοι των επενδύσεων δεν επιτεύχθηκαν, ενώ η μέση περίοδος αποπληρωμής υπερβαίνει τα 50 έτη (σε ακραίες περιπτώσεις τα 150 έτη)

Το κόστος της αυξημένης κατανάλωσης ενέργειας, η εξάντληση των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων και οι επιπτώσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην παγκόσμια κλιματική αλλαγή είναι οι παράγοντες που οδήγησαν στις πρόσφατες πολιτικές ενεργειακής απόδοσης. Από το 2000 η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω των ταμείων της πολιτικής Συνοχής, δαπάνησε σχεδόν 5 δισεκατομμύρια ευρώ για τη συγχρηματοδότηση μέτρων ενεργειακής απόδοσης στα κράτη μέλη. Την ευθύνη της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των εν λόγω ταμείων φέρουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο αξιολόγησε εάν οι επενδύσεις της πολιτικής Συνοχής για την ενεργειακή απόδοση ήταν οικονομικά αποδοτικές.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι τα έργα που επέλεξαν οι αρχές των κρατών μελών για χρηματοδότηση δεν περιείχαν ορθολογικούς στόχους από άποψη οικονομικής αποδοτικότητας, ήτοι από την άποψη του κόστους ανά μονάδα εξοικονομούμενης ενέργειας. Στόχοι των έργων ήταν η εξοικονόμηση ενέργειας και η βελτίωση της καθημερινής διαβίωσης, ωστόσο δεν επιλέχθηκαν για χρηματοδότηση βάσει του δυναμικού εξασφάλισης οικονομικών οφελών μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας, αλλά περισσότερο βάσει του ότι τα κτίρια θεωρούνταν συνήθως «έτοιμα» για χρηματοδότηση εάν χρειάζονταν ανακαίνιση και η τεκμηρίωσή τους ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις.

«Κανένα από τα έργα που εξετάσαμε δεν περιλάμβανε εκτίμηση αναγκών ή ακόμη ανάλυση του δυναμικού εξοικονόμησης ενέργειας όσον αφορά τις επενδύσεις», δήλωσε ο κύριος Harald Wögerbauer, Μέλος του ΕΕΣ, υπεύθυνος για την εν λόγω έκθεση. «Τα κράτη μέλη ουσιαστικά χρησιμοποίησαν τους πόρους αυτούς για την ανακαίνιση δημόσιων κτιρίων, ενώ η ενεργειακή απόδοση ήταν στην καλύτερη περίπτωση δευτερεύουσας σημασίας.»

Η προβλεπόμενη περίοδος αποπληρωμής για τις επενδύσεις ήταν κατά μέσο όρο τα 50 έτη, ενώ έφθανε τα 150 έτη σε ορισμένες περιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι εν λόγω πόροι δεν δαπανήθηκαν συνετά, δεδομένου ότι η διάρκεια ζωής των ανακαινισθέντων στοιχείων ή κτιρίων είναι μικρότερη και μπορεί, σε μεγάλο βαθμό, οι πόροι αυτοί να θεωρηθούν χαμένοι από την άποψη της ενεργειακής απόδοσης.

Σημείωμα προς τους συντάκτες:

Οι ειδικές εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) δημοσιεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και παρουσιάζουν τα αποτελέσματα επιλεγμένων ελέγχων επί συγκεκριμένων τομέων του προϋπολογισμού της ΕΕ ή επί συγκεκριμένων διαχειριστικών ζητημάτων.

Στο πλαίσιο της ειδικής έκθεσης αριθ. 21/2012 με τίτλο «Οικονομική αποδοτικότητα των επενδύσεων που αφορούν την ενεργειακή απόδοση στο πλαίσιο της πολιτικής Συνοχής» αξιολογήθηκε κατά πόσον οι επενδύσεις της πολιτικής Συνοχής για την ενεργειακή απόδοση ήταν οικονομικά αποδοτικές. Προκειμένου να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, το Συνέδριο εξέτασε εάν i) είχαν οριστεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις σχετικά με τον προγραμματισμό και τη χρηματοδότηση οι οποίες να επιτρέπουν οικονομικά αποδοτικές επενδύσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και εάν ii) τα έργα ενεργειακής απόδοσης σε δημόσια κτίρια ήταν αποδοτικά από άποψη κόστους.

Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε στην Τσεχική Δημοκρατία, την Ιταλία και τη Λιθουανία, ήτοι στις χώρες που είχαν λάβει τις υψηλότερες εισφορές από το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης για μέτρα ενεργειακής απόδοσης κατά την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013 και, επίσης, είχαν διαθέσει τα υψηλότερα ποσά σε έργα έως το 2009. Στον έλεγχο συμπεριλήφθηκε η εξέταση τεσσάρων επιχειρησιακών προγραμμάτων και ενός δείγματος 24 επενδυτικών έργων ενεργειακής απόδοσης σε δημόσια κτίρια.

Το συμπέρασμα του ελέγχου είναι ότι δεν είχαν οριστεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις σχετικά με τον προγραμματισμό και τη χρηματοδότηση, οι οποίες να επιτρέπουν οικονομικά αποδοτικές επενδύσεις για την ενεργειακή απόδοση και τα ελεγχθέντα έργα ενεργειακής απόδοσης σε δημόσια κτίρια δεν ήταν αποδοτικά από οικονομική άποψη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, για τα επιχειρησιακά προγράμματα που ελέγχθηκαν, δεν πραγματοποιήθηκαν κατάλληλες εκτιμήσεις αναγκών , προκειμένου να προσδιοριστούν, αφενός, οι συγκεκριμένοι τομείς στους οποίους θα μπορούσε να επιτευχθεί εξοικονόμηση ενέργειας, και, αφετέρου, οι επιλογές για την επίτευξη της εν λόγω εξοικονόμησης με οικονομικά αποδοτικό τρόπο, ούτως ώστε να δικαιολογούνται τα επιλεγέντα μέτρα και το κόστος τους.

Η έννοια της οικονομικής αποδοτικότητας ή της βέλτιστης σχέσης μεταξύ των χρησιμοποιηθέντων πόρων και των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων δεν αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα κατά τη χρηματοδότηση, από τα κράτη μέλη, μέτρων ενεργειακής απόδοσης και συγκεκριμένων έργων. Επίσης, η εν λόγω έννοια δεν συμπεριλήφθηκε στην αξιολόγηση που πραγματοποίησε η Επιτροπή πριν από την έγκριση των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Μολονότι όλα τα ελεγχθέντα έργα παρήγαγαν τις προγραμματισμένες φυσικές υλοποιήσεις, για παράδειγμα αντικαταστάθηκαν παράθυρα και πόρτες ή μονώθηκαν τοίχοι και οροφές, το κόστος ήταν υψηλό σε σύγκριση με τη δυνητική εξοικονόμηση ενέργειας. Η ανακαίνιση των δημόσιων κτιρίων ήταν σημαντικότερο μέλημα από την ενεργειακή απόδοση. Παρότι στόχος των έργων που ελέγχθηκαν ήταν η εξοικονόμηση ενέργειας και η βελτίωση της καθημερινής διαβίωσης, η αναλογία μεταξύ της εξοικονομούμενης ενέργειας και του αντίστοιχου επενδυτικού κόστους δεν ήταν ικανοποιητική. Η μέση προβλεπόμενη περίοδος αποπληρωμής για τις επενδύσεις ήταν κατά προσέγγιση τα 50 έτη, διάστημα υπερβολικά μεγάλο εάν ληφθεί υπόψη η διάρκεια ζωής των ανακαινισθέντων στοιχείων ή ακόμη και των ίδιων των κτιρίων.

Οι ενεργειακοί έλεγχοι είτε δεν ήταν υποχρεωτικοί (Ιταλία, Λιθουανία) είτε, στις περιπτώσεις που απαιτούνταν (Τσεχική Δημοκρατία), οι επενδυτικές επιλογές που συνιστούσαν οι ενεργειακοί έλεγχοι ήταν υπερβολικά δαπανηρές. Στα 18 από τα 24 έργα που ελέγχθηκαν δεν κατέστη δυνατό να επαληθευτεί η πραγματικά εξοικονομούμενη ενέργεια, καθώς η μέτρησή της δεν ήταν αξιόπιστη.

Προκειμένου να βελτιωθούν οι επενδύσεις που αφορούν την ενεργειακή απόδοση, το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να θέσει ως προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο της πολιτικής Συνοχής την κατάλληλη εκτίμηση αναγκών, την τακτική παρακολούθηση και τη χρήση συγκρίσιμων δεικτών επιδόσεων, καθώς και τη χρήση διαφανών κριτηρίων επιλογής έργων και πάγιου επενδυτικού κόστους ανά μονάδα ενέργειας που πρόκειται να εξοικονομηθεί, ορίζοντας μέγιστη αποδεκτή περίοδο απλής αποπληρωμής.

Επικοινωνία:

Aidas Palubinskas

Υπεύθυνος Τύπου

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

Τηλ. γραφείου: +352 4398 45410 Κινητό τηλέφωνο: +352 621 552224

mailto:press@eca.europa.eu http://www.eca.europa.eu Twitter: @EUAuditorsECA


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website