Navigation path

Left navigation

Additional tools

Οι περίοδοι φυλακίσεως δεν μπορούν να συνυπολογιστούν ούτε για τη λήψη άδειας μόνιμης διαμονής ούτε για να ισχύσει η υψηλού βαθμού προστασία από το ενδεχόμενο απελάσεως

Court of Justice - CJE/14/4   16/01/2014

Other available languages: EN FR DE ES IT PT CS HU PL SK SL BG RO

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 4/14

Λουξεμβούργο, 16 Ιανουαρίου 2014

Αποφάσεις στις υποθέσεις C-378/12 και C-400/12

Nnamdi Onuekwere κατά Secretary of State for the Home Department

Secretary of State for the Home Department κατά M. G.

Οι περίοδοι φυλακίσεως δεν μπορούν να συνυπολογιστούν ούτε για τη λήψη άδειας μόνιμης διαμονής ούτε για να ισχύσει η υψηλού βαθμού προστασία από το ενδεχόμενο απελάσεως

Ομοίως, οι περίοδοι φυλακίσεως διακόπτουν, καταρχήν, το αδιάλειπτο του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για να τύχει ορισμένο πρόσωπο των πλεονεκτημάτων αυτών

Η οδηγία σχετικά με το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής1 επιτρέπει στους πολίτες της Ένωσης, χωρίς άλλες προϋποθέσεις ή διατυπώσεις πέρα από την κατοχή ταξιδιωτικού εγγράφου, να μεταβαίνουν και να διαμένουν στο έδαφος κράτους μέλους του οποίου δεν είναι υπήκοοι για ανώτατο χρονικό διάστημα τριών μηνών. Εντούτοις, στην περίπτωση που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα ή διαθέτουν επαρκείς πόρους για να καλύπτουν τις ανάγκες τους καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας (για παράδειγμα ως φοιτητές ή συνταξιούχοι), δύνανται να παραμείνουν στο κράτος μέλος αυτό για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Σε αυτή την περίπτωση, τα μέλη της οικογένειάς τους, είτε είναι πολίτες της Ένωσης είτε όχι, μπορούν να μείνουν μαζί τους στο κράτος αυτό εφόσον η παρουσία τους δεν επιβαρύνει το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής και έχουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας.

Οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο έδαφός του. Το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται στους όρους που προβλέπονται για την παραμονή στο κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα άνω των τριών μηνών (άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, σπουδές κ.λπ.). Τα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και τα οποία έχουν διαμείνει νομίμως με τον πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών αποκτούν επίσης δικαίωμα μόνιμης διαμονής.

Στο πλαίσιο αυτό, το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να λαμβάνει απόφαση απελάσεως πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του, παρά μόνο για σοβαρούς λόγους δημοσίας τάξεως ή δημόσιας ασφάλειας. Ομοίως, δεν μπορεί να λαμβάνεται απόφαση απελάσεως πολίτη της Ένωσης, εκτός αν αυτή βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας, κατά τα οριζόμενα από τα κράτη μέλη, εφόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν διαμείνει κατά τα προηγούμενα δέκα έτη στο κράτος μέλος υποδοχής.

Υπόθεση C-378/12

Κατόπιν του γάμου του με ιρλανδή πολίτη η οποία ασκούσε το δικαίωμά της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο N. Onuekwere, ο οποίος έχει τη νιγηριανή ιθαγένεια, έλαβε άδεια διαμονής πενταετούς ισχύος στο κράτος μέλος αυτό. Κατά τη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ο N. Onuekwere καταδικάστηκε επανειλημμένα από τα βρετανικά δικαστήρια για διάφορα αδικήματα και φυλακίστηκε για συνολικό χρονικό διάστημα τριών ετών και τριών μηνών.

Στη συνέχεια, ο N. Onuekwere ζήτησε να του χορηγηθεί δελτίο μόνιμης διαμονής, επικαλούμενος ιδίως ότι, εφόσον η σύζυγός του είχε αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής, έπρεπε και ο ίδιος να τύχει του δικαιώματος αυτού. Υποστήριξε, εξάλλου, ότι η συνολική διάρκεια της διαμονής του στο Ηνωμένο Βασίλειο (περιλαμβανομένων των περιόδων φυλακίσεως) υπερβαίνει κατά πολύ το απαιτούμενο πενταετές χρονικό διάστημα για την κτήση του δικαιώματος αυτού. Επιπλέον, τονίζει ότι ακόμα και αν δεν υπολογιστούν προς τον σκοπό αυτό οι περίοδοι εγκλεισμού του στη φυλακή, η συνολική διάρκεια των περιόδων διαμονής του αφαιρουμένων των περιόδων φυλακίσεως υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεώς του για δελτίο μόνιμης διαμονής, ο N. Onuekwere προσέφυγε ενώπιον του Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber), London (Ηνωμένο Βασίλειο). Το δικαστήριο αυτό ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι περίοδοι φυλακίσεως και οι περίοδοι διάρκειας μικρότερης των πέντε ετών πριν και μετά τη φυλάκιση ενός προσώπου μπορούν να συνυπολογιστούν για την λήψη άδειας μόνιμης διαμονής.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, ότι υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που έχει ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, μπορεί να συνυπολογίσει, για την κτήση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, μόνο τις περιόδους διαμονής με τον εν λόγω πολίτη. Κατά συνέπεια, τα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια των οποίων δεν διέμεινε με τον πολίτη αυτόν λόγω της φυλακίσεώς του στο κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορούν να συνυπολογιστούν προς τον σκοπό αυτό.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει, εξάλλου, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης εξάρτησε την κτήση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής από την ένταξη του συγκεκριμένου προσώπου στο κράτος μέλος υποδοχής. Η ένταξη αυτή όμως δεν βασίζεται μόνο σε γεωγραφικά ή χρονικά κριτήρια, αλλά επίσης σε ποιοτικά που αφορούν τον βαθμό εντάξεως στο κράτος μέλος υποδοχής. Το Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι η επιβολή εκ μέρους του εθνικού δικαστή στερητικής της ελευθερίας ποινής χωρίς αναστολή μπορεί να αποδείξει την εκ μέρους του ενδιαφερομένου έλλειψη σεβασμού προς τις αξίες που εκφράζει η κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής με το ποινικό δίκαιο του κράτους αυτού. Συνεπώς, ο συνυπολογισμός των περιόδων φυλακίσεως για την κτήση δικαιώματος μόνιμης διαμονής αντιβαίνει προδήλως στον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία με τη θέσπιση του ως άνω δικαιώματος διαμονής.

Τέλος, για τους ίδιους λόγους, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αδιάλειπτο της πενταετούς διαμονής διακόπτεται από τις περιόδους φυλακίσεως στο κράτος μέλος υποδοχής. Κατά συνέπεια, τα χρονικά διαστήματα πριν και μετά τη φυλάκισή δεν μπορούν να αθροιστούν προκειμένου να συμπληρωθεί ο ελάχιστος χρόνος των πέντε ετών που απαιτείται για τη λήψη άδειας μόνιμης διαμονής.

Υπόθεση C-400/12

Η M. G. έχει την πορτογαλική ιθαγένεια και διαμένει από το 1998 στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου απέκτησε δικαίωμα μόνιμης διαμονής το 2003. Το 2009, καταδικάστηκε από τα βρετανικά δικαστήρια σε φυλάκιση 21 μηνών επειδή κακοποίησε ένα από τα τέκνα της. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της φυλακίσεώς της, οι βρετανικές αρχές διέταξαν την απέλασή της από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου για λόγους δημοσίας τάξεως και ασφάλειας.

Η M. G. προσέφυγε κατά της αποφάσεως απελάσεώς της ενώπιον των βρετανικών δικαστηρίων υποστηρίζοντας ιδίως ότι, δεδομένου ότι είχε διαμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο πάνω από δέκα έτη, έπρεπε να ισχύσει στην περίπτωσή της ο υψηλός βαθμός προστασίας που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης υπέρ των πολιτών της Ένωσης όσον αφορά την απέλαση. Το Upper Tribunal (Immigration and Asylum Chamber), London, το οποίο επιλήφθηκε της διαφοράς, ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η M. G., παρά τη φυλάκισή της, μπορεί να τύχει του υψηλού αυτού βαθμού προστασίας από το ενδεχόμενο απελάσεως.

Με τη σημερινή του απόφαση το Δικαστήριο διαπιστώνει, πρώτον, ότι, αντιθέτως προς το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την κτήση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, το οποίο αρχίζει με τη νόμιμη διαμονή του ενδιαφερόμενου στο κράτος μέλος υποδοχής, η δεκαετής περίοδος διαμονής που απαιτείται για να ισχύσει ο υψηλός βαθμός προστασίας από το ενδεχόμενο απελάσεως πρέπει να υπολογίζεται ανατρέχοντας από τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως απελάσεως του προσώπου αυτού στο παρελθόν. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή η περίοδος διαμονής πρέπει, κατ’ αρχήν, να είναι συνεχής.

Δεύτερον, ως προς τη σχέση μεταξύ της εντάξεως ορισμένου προσώπου στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής και της φυλακίσεώς του, το Δικαστήριο κρίνει ότι, για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της αποφάσεως επί της υποθέσεως C-378/12, οι περίοδοι φυλακίσεως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της δεκαετούς περιόδου διαμονής.

Τέλος, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι περίοδοι φυλακίσεως διακόπτουν, κατ’ αρχήν, το αδιάλειπτο της διαμονής που είναι αναγκαία για να ισχύσει ο υψηλός βαθμός προστασίας. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει όμως ότι για να διαπιστωθεί αν η διαλείπουσα διαμονή στερεί τον ενδιαφερόμενο από τη δυνατότητα να ισχύσει στην περίπτωσή του ο υψηλός βαθμός προστασίας, πρέπει να πραγματοποιείται συνολική εκτίμηση της καταστάσεώς του. Κατά τη συνολική αυτή εκτίμηση που απαιτείται για να εξακριβωθεί αν οι δεσμοί εντάξεως μεταξύ του ενδιαφερόμενου και του κράτους μέλους υποδοχής έχουν διαρραγεί, οι εθνικές αρχές μπορούν να λάβουν υπόψη τις κρίσιμες πτυχές της φυλακίσεώς του. Ομοίως, στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτιμήσεως, οι εθνικές αρχές μπορούν να συνεκτιμήσουν ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως η M. G., έχει διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τα δέκα έτη πριν από τη φυλάκισή του.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο των αποφάσεων (C-378/12 και C-400/12) είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς τους

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη (+352) 4303 2582

1 :

Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (EE L 158, σ. 77, και διορθωτικό EE L 229, σ. 35).


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website