Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE ES NL IT CS HU SK

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 55/13

Λουξεμβούργο, 25 Απριλίου 2013

Απόφαση στην υπόθεση T-526/10

Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής

To Γενικό Δικαστήριο επικυρώνει τον κανονισμό σχετικά με τους κανόνες διαθέσεως των προϊόντων φώκιας στο εμπόριο

Ο νομοθέτης έχει εναρμονίσει τους κανόνες αυτούς προκειμένου να αποφευχθεί η διατάραξη της αγοράς της Ένωσης

Το δίκαιο της Ένωσης1 προστατεύει τα θεμελιώδη οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των κοινοτήτων Inuit που επιδίδονται στη θήρα φώκιας, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πολιτισμό και την ταυτότητά τους. Στο πλαίσιο αυτό, το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει τη διάθεση προϊόντων φώκιας στην αγορά μόνον όταν τα εν λόγω προϊόντα προέρχονται από θήρα στην οποία επιδίδονται κατά παράδοση οι κοινότητες αυτές για την επιβίωσή τους.

Συναφώς, το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά της Ένωσης και, κατά συνέπεια, την εισαγωγή προϊόντων φώκιας που προορίζονται για διάθεση στην εν λόγω αγορά, αλλά επιτρέπει, εντός της Ένωσης, την είσοδο, την αποθήκευση, τη μεταποίηση ή την κατασκευή προϊόντων φώκιας, αν τα εν λόγω προϊόντα προορίζονται για εξαγωγή και ουδέποτε τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην αγορά της Ένωσης. Ομοίως, το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων οσάκις αυτή έχει ευκαιριακό χαρακτήρα και αφορά αποκλειστικώς αγαθά που προορίζονται για προσωπική χρήση (και όχι για εμπορικούς σκοπούς) και οσάκις τα εν λόγω προϊόντα προέρχονται από θήρα η οποία υπόκειται σε ρύθμιση δυνάμει εθνικής νομοθεσίας και διενεργείται με σκοπό την αειφόρο διαχείριση θαλασσίων πόρων.

Στο πλαίσιο της εκπονήσεως του βασικού κανονισμού και των μέτρων εφαρμογής του, υπήρξε διαβούλευση με τις κοινότητες Inuit προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάστασή τους, όπως αυτή εκτίθεται στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα δικαιώματα των αυτοχθόνων πληθυσμών.

Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Inuit Tapiriit Kanatami, ένωση που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των Καναδών Inuit, καθώς και ορισμένοι άλλοι διάδικοι (κατασκευαστές και έμποροι προϊόντων φώκιας διαφόρων υπηκοοτήτων2), βάλλουν κατά του κανονισμού εφαρμογής3 του βασικού κανονισμού. Οι προσφεύγοντες προβάλλουν έλλειψη νομιμότητας του βασικού κανονισμού, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ότι ο κανονισμός εφαρμογής στερείται παντελώς νομικής βάσεως. Ειδικότερα, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι ο κύριος σκοπός του βασικού κανονισμού είναι η προστασία της καλής μεταχείρισης των ζώων, ενώ η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης.

Το Γενικό Δικαστήριο, με τη σημερινή απόφασή του, υπενθυμίζει, ευθύς εξ αρχής, ότι ο βασικός κανονισμός αποσκοπεί στη βελτίωση των όρων εγκαθιδρύσεως και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, προβλέποντας εναρμονισμένους κανόνες για τη διάθεση προϊόντων φώκιας στην αγορά. Επομένως, ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης επί ορθής νομικής βάσεως4, σύμφωνα με την τακτική νομοθετική διαδικασία. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης μπορεί να επιλέγει τη διαδικασία αυτή λόγω, ιδίως, των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων, όταν οι εν λόγω διαφορές είναι ικανές να εμποδίσουν την άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών και να έχουν, ως εκ τούτου, άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανησυχίες και στις πιέσεις των πολιτών, οι οποίοι επιδεικνύουν ευαισθησία ως προς το ζήτημα της καλής μεταχείρισης των ζώων, πλείονα κράτη μέλη θέσπισαν ή επρόκειτο να θεσπίσουν νομοθετικά μέτρα που περιόριζαν ή απαγόρευαν τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την επεξεργασία προϊόντων φώκιας. Κατά συνέπεια, η συνύπαρξη, εντός της Ένωσης, ανομοιογενών εμπορικών όρων δίδει λαβή για τον κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς.

Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης εκτίμησε ότι, ελλείψει αναλήψεως δράσεως σε επίπεδο Ένωσης, επρόκειτο να ανακύψουν εμπόδια για το εμπόριο. Ο νομοθέτης της Ένωσης παρενέβη τότε προκειμένου να εναρμονίσει τους σχετικούς κανόνες και να αποφύγει, ως εκ τούτου, τη διατάραξη της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα φώκιας. Ο νομοθέτης της Ένωσης, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη το σχετικό με την καλή μεταχείριση των ζώων ζήτημα, θέσπισε μέτρα αποσκοπούντα στη μείωση της ζητήσεως που οδηγεί στην εμπορία προϊόντων φώκιας και, ως εκ τούτου, στη θήρα της φώκιας για εμπορικούς λόγους. Εξάλλου, ο νομοθέτης της Ένωσης, παρέχοντας στους καταναλωτές τη διαβεβαίωση ότι τα προϊόντα φώκιας δεν θα διατίθενται, πλέον, στο εμπόριο εντός της Ένωσης (εκτός από τα προϊόντα που προέρχονται από τη θήρα στην οποία επιδίδονται οι κοινότητες Inuit για την επιβίωσή τους), εξάλειψε, επίσης, τα εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των εναλλακτικών προϊόντων (που δεν παράγονται από φώκια), τα οποία είναι αδύνατο να διακρίνονται από παρόμοια πρωτότυπα προϊόντα (που παράγονται από φώκια).

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο νομοθέτης μερίμνησε ώστε να μη θίγονται τα θεμελιώδη οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των κοινοτήτων Inuit που επιδίδονται στη θήρα φώκιας για την επιβίωσή τους. Προς τον σκοπό αυτό, οι κανονισμοί προέβλεψαν μια εξαίρεση από την απαγόρευση διαθέσεως προϊόντων φώκιας στην αγορά, οσάκις τα εν λόγω προϊόντα προέρχονται από τη θήρα στην οποία επιδίδονται οι κοινότητες Inuit και άλλες κοινότητες αυτοχθόνων πληθυσμών για την επιβίωσή τους.

Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι ο σκοπός του βασικού κανονισμού, που συνίσταται στη βελτίωση των όρων λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, λαμβανομένης ταυτοχρόνως υπόψη της προστασίας της καλής μεταχείρισης των ζώων, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της δράσεως μόνον των κρατών μελών, αλλά καθιστά αναγκαία την ανάληψη δράσεως στο επίπεδο της Ένωσης.

Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως του βασικού κανονισμού, οι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των εθνικών διατάξεων που διέπουν το εμπόριο των προϊόντων φώκιας επρόκειτο κατά πάσα πιθανότητα να αυξηθούν περαιτέρω.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο, απαντώντας στους προσφεύγοντες που προέβαλαν προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους όσον αφορά τις φώκιες που έχουν αιχμαλωτισθεί, αποσαφηνίζει ότι ο βασικός κανονισμός δεν απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά προϊόντων φώκιας οσάκις τα εν λόγω προϊόντα προέρχονται από θήρα που διεξάγεται σύμφωνα με τις παραδοσιακές μορφές θήρας.

Εξάλλου, οι προσφεύγοντες, οι οποίοι έχουν λίαν ποικίλη καταγωγή και οι οποίοι δεν είναι, στην πλειονότητά τους, μέλη των κοινοτήτων Inuit, δεν απέδειξαν την ύπαρξη αποτελεσμάτων της απαγορεύσεως επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που προσιδιάζουν στις διάφορες κατηγορίες στις οποίες αυτοί υπάγονται. Το Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εγγυήσεις τις οποίες παρέχει το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν μπορούν να επεκταθούν και στην προστασία απλών συμφερόντων εμπορικής φύσεως, των οποίων ο αβέβαιος χαρακτήρας είναι σύμφυτος με την ουσία, αυτή καθ’ εαυτή, της οικονομικής δραστηριότητας.

Για τους λόγους αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα, ενώπιον του Δικαστηρίου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Γενικό Δικαστήριο

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη (+352) 4303 2582

Στιγμιότυπα από τη δημοσίευση της αποφάσεως διατίθενται από το "Europe by Satellite” (+32) 2 2964106

1 :

Πρόκειται για τον κανονισμό 1007/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, περί εμπορίου προϊόντων φώκιας (ΕΕ L 286, σ. 86). Κατά του κανονισμού αυτού ασκήθηκε μια πρώτη προσφυγή (Τ-18/10) την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη με διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου. Κατά της διατάξεως αυτής εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως (C‑583/11 P).

2 :

Βλ. λεπτομέρειες σχετικά με τους προσφεύγοντες στο πλήρες κείμενο της αποφάσεως.

3 :

Κανονισμός (ΕΕ) 737/2010, της 10ης Αυγούστου 2010, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1007/2009 (ΕΕ L 216, σ. 1).

4 :

Σύμφωνα με το άρθρο 95 ΕΚ (νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ).


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website