Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE ES IT

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 129/13

Λουξεμβούργο, 16 Οκτωβρίου 2013

Απόφαση στην υπόθεση T-432/10

Vivendi κατά Επιτροπής

Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει την απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως καταγγελίας για τις πρακτικές τιμολογήσεως της France Télécom όσον αφορά ορισμένες παροχές υπηρεσιών χονδρικής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών

Συγκεκριμένα, εφόσον οι πρακτικές αυτές είχαν μόνον περιορισμένα αποτελέσματα επί της λειτουργίας των αγορών λιανικής, η Επιτροπή δεν υποχρεούνταν να διεξαγάγει εμπεριστατωμένη έρευνα

Η Vivendi, εταιρία γαλλικού δικαίου, κατέχει την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου της SFR, η οποία είναι μία από τις μεγάλες επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως δικτύων κινητών και σταθερών τηλεπικοινωνιών στη Γαλλία.

Η France Télécom, νυν Orange, είναι η κατεστημένη γαλλική επιχείρηση τηλεπικοινωνιών, η οποία κατέχει τον τοπικό βρόχο. Προτείνει στις λοιπές επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών προσφορές χονδρικής βάσει των οποίων μπορούν να προτείνουν στους πελάτες τους προσφορές λιανικής χρησιμοποιώντας τον τοπικό βρόχο.

Το 2009, η Vivendi και η Iliad, η οποία κατέχει το 100% του εταιρικού κεφαλαίου της Free SAS, πάροχο προσβάσεως στο διαδίκτυο στη Γαλλία, κατέθεσαν καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής καταγγέλλοντας πλείονες παραβιάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης εκ μέρους της France Télécom στην αγορά των διαδικτυακών συνδέσεων μεγάλης ταχύτητας και των τηλεφωνικών συνδρομών. Κατά τις καταγγέλλουσες εταιρίες, η France Télécom ζητεί υπερβολικά υψηλή τιμή για την παροχή των υπηρεσιών χονδρικής στο τομέα της προσβάσεως στον τοπικό βρόχο. Οι καταγγέλλουσες διατείνονται ότι, με τις εν λόγω πρακτικές, ο σκοπός της France Télécom ήταν να αυξήσει το επιβληθέν στους ανταγωνιστές κόστος στις αγορές λιανικής και να τους εκτοπίσει από τις αγορές αυτές.

Τον Ιούλιο του 2012, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση 1 με την οποία απέρριψε την καταγγελία λόγω ελλείψεως επαρκούς εννόμου συμφέροντος της Ένωσης να διεξαγάγει έρευνα περί των προβαλλομένων παραβάσεων. Η Επιτροπή έκρινε ότι η διεξαγωγή έρευνας θα ήταν δυσανάλογη από απόψεως διάρκειας και απαιτουμένων πόρων, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των περιορισμένων επιπτώσεων τις οποίες δύνανται να έχουν οι επίμαχες πρακτικές στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθώς και, αφετέρου, της περιορισμένης δυνατότητας να αποδειχθεί παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού.

Η Vivendi άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής.

Με την απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, καταρχάς, ότι η Επιτροπή και οι γαλλικές αρχές είχαν επιβλέψει στενώς την ενσωμάτωση της Wanadoo Interactive, πρώην θυγατρικής της France Télécom, στη μητρική εταιρία. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή και τις γαλλικές αρχές δεν προέκυψε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να υποδηλώνει ότι η France Télécom είχε αναμειχθεί σε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές εις βάρος των ανταγωνιστών της.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά την εξέταση της τηρήσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, η Επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη της τα αποτελέσματα των ελέγχων και της εποπτείας που άσκησαν οι εθνικές αρχές καθώς και τις ρυθμιστικές δραστηριότητες των αρχών αυτών. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή συντάχθηκε με το πόρισμα της ARCEP 2 ότι η πλέον προσήκουσα μέθοδος για τον υπολογισμό του κόστους που αφορά τη χρήση του τοπικού βρόχου ήταν η μέθοδος του «συνήθους οικονομικού κόστους». Η μέθοδος αυτή στηρίζεται κυρίως στον συνυπολογισμό των παγίων επενδύσεων τις οποίες έχει πραγματοποιήσει η France Télécom στην υποδομή των τηλεπικοινωνιών υπέρ εναλλακτικών φορέων, όπως η Vivendi. Ομοίως, η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως καταλήγοντας στο ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι η κοινοποίηση εσφαλμένων πληροφοριών ως προς τις εν λόγω επενδύσεις εκ μέρους της France Télécom παραπλάνησε την ARCEP κατά την επιλογή της μεθόδου λογιστικής καταχωρήσεως του κόστους του τοπικού βρόχου.

Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό της Vivendi ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε αρκούντως τα αποτελέσματα των καταγγελθεισών πρακτικών της France Télécom στις αγορές λιανικής. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή απέδειξε ορθώς ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας των τιμολογιακών πρακτικών δεσπόζουσας επιχειρήσεως, όπως της France Télécom στην αγορά χονδρικής των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, πρέπει να καθορίζεται σε σχέση με τη δική της κατάσταση, και επομένως, σε σχέση με τα δικά της τιμολόγια και κόστος, και όχι υπό το πρίσμα της καταστάσεως των ανταγωνιστών της.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή μπόρεσε, ορθώς, να διαπιστώσει, στο πλαίσιο της εξετάσεως της επίμαχης καταγγελίας, ότι ήταν πολύ περιορισμένη η δυνατότητα αποδείξεως της τυχόν υπάρξεως παραβάσεως εκ μέρους της France Télécom. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή και μόνον αρκεί για να συναχθεί η έλλειψη εννόμου συμφέροντος της Ένωσης να διεξαγάγει την έρευνα και δικαιολογεί την απόρριψη της καταγγελίας. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή της Vivendi.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα, ενώπιον του Δικαστηρίου, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί στην ακύρωση πράξεων των οργάνων της Ένωσης που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη, τα όργανα της Ένωσης και οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου. Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η πράξη ακυρώνεται. Το καθού όργανο της Ένωσης οφείλει να καλύψει το ενδεχόμενο κενό δικαίου που δημιουργεί η ακύρωση της πράξεως.

Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Γενικό Δικαστήριο

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη (+352) 4303 2582

1 :

Απόφαση (2010) 4730 (υπόθεση COMP/C‑1/39.653 – Vivendi & Iliad κατά France Télécom), ληφθείσα βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού της (ΕΚ) 773/2004, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με διαδικασίες τεθείσες σε εφαρμογή από την Επιτροπή κατ' εφαρμογήν των άρθρων 81 [EΚ] και 82 [EΚ].

2 :

Autorité de régulation des télécommunications (ART) [ρυθμιστική αρχή τηλεπικοινωνιών], νυν Autorité de régulation des communications électroniques et des postes (ARCEP) [ρυθμιστική αρχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ταχυδρομείων].


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website