Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE ES NL IT PT CS HU PL SK SL BG RO

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 26/12

Λουξεµβούργο, 15 Μαρτίου 2012

Απόφαση στην υπόθεση C-162/10

Phonographic Performance (Ireland) Limited κατά Ιρλανδίας, Attorney General

Ο έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας ο οποίος προβαίνει σε µετάδοση φωνογραφηµάτων εντός των δωµατίων αυτής οφείλει να καταβάλλει εύλογη αµοιβή στους παραγωγούς

Τα κράτη µέλη δεν µπορούν να απαλλάσσουν τον έχοντα την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας από την υποχρέωση καταβολής της εύλογης αυτής αµοιβής

Το δίκαιο της Ένωσης 1 επιβάλλει στα κράτη µέλη να προβλέπουν, στη νοµοθεσία τους, ένα δικαίωµα το οποίο να διασφαλίζει ότι ο χρήστης καταβάλλει εύλογη και ενιαία αµοιβή στους παραγωγούς φωνογραφηµάτων σε περίπτωση που φωνογραφήµατα τα οποία εκδίδονται για εµπορικούς σκοπούς χρησιµοποιούνται για ραδιοτηλεοπτική µετάδοση ή για οποιαδήποτε παρουσίαση στο κοινό. Εντούτοις, η εύλογη αυτή αµοιβή δεν οφείλεται σε περίπτωση που πρόκειται περί «ιδιωτικής χρήσεως».

Η Phonographic Performance (Ireland) Limited (στο εξής: PPL) είναι εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως η οποία εκπροσωπεί τα δικαιώµατα των παραγωγών φωνογραφηµάτων επί των ηχογραφηµάτων ή φωνογραφηµάτων στην Ιρλανδία.

Η PPL άσκησε ενώπιον του High Court (Commercial Division, Ιρλανδία) αγωγή κατά του ιρλανδικού δηµοσίου µε αίτηµα να αναγνωριστεί ότι το εν λόγω κράτος παραβιάζει το δίκαιο της Ένωσης, κατά το µέτρο που η εθνική νοµοθεσία απαλλάσσει τους έχοντες την εκµετάλλευση ξενοδοχειακών µονάδων από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αµοιβής για τη χρήση φωνογραφηµάτων εντός δωµατίων ξενοδοχείων στην Ιρλανδία. Η PPL ζήτησε επίσης την καταβολή αποζηµιώσεως για την αποκατάσταση της προκληθείσας από την εν λόγω παράβαση ζηµίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το ιρλανδικό δικαστήριο υποβάλλει πλείονα ερωτήµατα στο ∆ικαστήριο.

Με την απόφασή του που εκδόθηκε σήµερα, το ∆ικαστήριο εξετάζει, καταρχάς, αν ο έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας, ο οποίος παρέχει εντός των δωµατίων που προορίζονται για τους πελάτες της συσκευές τηλεοράσεως και/ή ραδιοφώνου, στις οποίες διανέµει ραδιοτηλεοπτικό σήµα, συνιστά «χρήστη» προβαίνοντα σε πράξη «παρουσιάσεως στο κοινό» ραδιοτηλεοπτικώς µεταδιδόµενου φωνογραφήµατος, κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, το ∆ικαστήριο υπενθυµίζει ότι, όσον αφορά την έννοια της «παρουσιάσεως στο κοινό», έχει κρίνει ότι απαιτείται η κατά περίπτωση εκτίµησή της και ότι, κατά την εκτίµηση αυτή, πρέπει να λαµβάνονται υπόψη και ορισµένα πρόσθετα κριτήρια, µη αυτοτελή και αλληλεξαρτώµενα 2.

1 Οδηγία 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 12ης ∆εκεµβρίου 2006, σχετικά µε το δικαίωµα εκµίσθωσης, το δικαίωµα δανεισµού και ορισµένα δικαιώµατα συγγενικά προς την πνευµατική ιδιοκτησία στον τοµέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 376, σ. 28), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 16 Ιανουαρίου 2007. Η οδηγία αυτή κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε από την οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συµβουλίου, της 19ης Νοεµβρίου 1992, σχετικά µε το δικαίωµα εκµίσθωσης, το δικαίωµα δανεισµού και ορισµένα δικαιώµατα συγγενικά προς την πνευµατική ιδιοκτησία στον τοµέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 346, σ. 61).

2 Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, C-135/10 , Società Consortile Fonografici (SCF) κατά Marco Del Corso, βλ. επίσης ΑΤ αριθ. 25/12.


Μεταξύ των κριτηρίων αυτών περιλαµβάνεται, πρώτον, ο καθοριστικός ρόλος του χρήστη. Συγκεκριµένα, ο χρήστης αυτός προβαίνει σε πράξη παρουσιάσεως οσάκις παρεµβάλλεται, µε πλήρη επίγνωση των συνεπειών της συµπεριφοράς του, για να δώσει στους πελάτες του πρόσβαση σε ραδιοτηλεοπτική εκποµπή που περιέχει το προστατευόµενο έργο. ∆εύτερον, το ∆ικαστήριο έχει διευκρινίσει ορισµένα εγγενή στην έννοια του κοινού στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, το «κοινό» αποτελείται από έναν απροσδιόριστο αριθµό δυνητικών αποδεκτών, ενώ εξάλλου προϋποθέτει και έναν αρκετά µεγάλο αριθµό προσώπων. Τρίτον, το ∆ικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας µιας «παρουσιάσεως στο κοινό» έχει επίσης σηµασία. Εποµένως συνάγεται ότι το κοινό στο οποίο παρουσιάζεται ορισµένο έργο είναι, αφενός, αυτό στο οποίο απευθύνεται ειδικώς ο χρήστης, αφετέρου, αυτό το οποίο αποδέχεται, µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την παρουσίαση στην οποία αυτός προβαίνει και δεν αποτελεί τυχαίο «δέκτη».

Εν προκειµένω τα κριτήρια αυτά πληρούνται. Συγκεκριµένα, ο ρόλος του έχοντος την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας, ο οποίος παρέχει εντός των δωµατίων που προορίζονται για τους πελάτες της συσκευές τηλεοράσεως και/ή ραδιοφώνου, είναι καθοριστικός, στο µέτρο που οι πελάτες της ξενοδοχειακής αυτής µονάδας δεν µπορούν να έχουν πρόσβαση στα φωνογραφήµατα παρά µόνο χάρη στην ηθεληµένη παρέµβαση του έχοντος την εκµετάλλευση. Εν συνεχεία, όσον αφορά τους πελάτες της ξενοδοχειακής µονάδας, αυτοί συνιστούν έναν απροσδιόριστο αριθµό δυνητικών αποδεκτών, στο µέτρο που η πρόσβασή τους στις υπηρεσίες της εν λόγω µονάδας αποτελεί, καταρχήν, απόρροια προσωπικής επιλογής εκάστου εξ αυτών, περιορίζεται δε µόνον από την ικανότητα υποδοχής της οικείας µονάδας. Όσον αφορά τη σηµασία του αριθµού των δυνητικών αποδεκτών, το ∆ικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι πελάτες ξενοδοχειακής µονάδας αποτελούν έναν αρκετά µεγάλο αριθµό προσώπων, οπότε πρέπει να θεωρηθούν ως κοινό 3. Τέλος, η ραδιοτηλεοπτική µετάδοση φωνογραφηµάτων από τον έχοντα την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Συγκεκριµένα, η πράξη στην οποία προβαίνει ο έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας µε σκοπό να παράσχει στους πελάτες της πρόσβαση στο µεταδιδόµενο έργο συνιστά παροχή πρόσθετης υπηρεσίας η οποία επηρεάζει την ποιοτική κατάταξη του ξενοδοχείου και, εποµένως, την τιµή των δωµατίων. Επιπλέον, η παροχή αυτή µπορεί να προσελκύσει επιπλέον πελάτες που ενδιαφέρονται για την πρόσθετη αυτή υπηρεσία.

Κατά συνέπεια, ο εν λόγω έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας συνιστά «χρήστη» προβαίνοντα σε πράξη «παρουσιάσεως στο κοινό» ραδιοτηλεοπτικώς µεταδιδόµενου φωνογραφήµατος, κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης.

Για τον λόγο αυτό, ο έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας υποχρεούται να καταβάλλει εύλογη αµοιβή για τη µετάδοση φωνογραφήµατος περιεχόµενου σε ραδιοτηλεοπτική εκποµπή, επιπλέον της εύλογης αµοιβής την οποία καταβάλλει ο ραδιοτηλεοπτικός φορέας. Συγκεκριµένα, όταν o έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας προβαίνει, εντός των δωµατίων που προορίζονται για τους πελάτες της, σε παρουσίαση ραδιοτηλεοπτικώς µεταδιδόµενου φωνογραφήµατος, χρησιµοποιεί το φωνογράφηµα αυτό αυτοτελώς και το διανέµει σε ένα διακριτό και επιπλέον κοινό σε σχέση µε εκείνο στο οποίο απευθυνόταν η αρχική πράξη παρουσιάσεως. Επιπλέον, από τη µετάδοση αυτή o εν λόγω έχων την εκµετάλλευση αντλεί οικονοµικό όφελος ανεξάρτητο εκείνου που εισπράττει ο ραδιοτηλεοπτικός φορέας ή ο παραγωγός των φωνογραφηµάτων.


Το ∆ικαστήριο κρίνει επίσης ότι ο έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας ο οποίος παρέχει εντός των δωµατίων που προορίζονται για τους πελάτες της άλλη συσκευή, και όχι συσκευές τηλεοράσεως και/ή ραδιοφώνου στις οποίες διανέµει ραδιοτηλεοπτικό σήµα, καθώς επίσης φωνογραφήµατα σε υλική ή ψηφιακή µορφή των οποίων η αναπαραγωγή ή ακρόαση καθίσταται δυνατή χάρη στη συσκευή αυτή, συνιστά χρήστη προβαίνοντα σε πράξη «παρουσιάσεως στο κοινό» φωνογραφήµατος, κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης. Εποµένως, υποχρεούται να καταβάλλει «εύλογη αµοιβή» για τη µετάδοση των εν λόγω φωνογραφηµάτων.

3Απόφαση της 7ης ∆εκεµβρίου 2006, C-306/05 , SGAE, βλ. επίσης ΑΤ αριθ. 95/06 .

Επιπροσθέτως, κατά το ∆ικαστήριο, µολονότι το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει περιορισµούς του δικαιώµατος για εύλογη αµοιβή, σε περίπτωση που πρόκειται για «ιδιωτική χρήση», εντούτοις, δεν επιτρέπει στα κράτη µέλη να απαλλάσσουν τον έχοντα την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας, ο οποίος προβαίνει σε πράξη «παρουσιάσεως στο κοινό» φωνογραφήµατος, από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αµοιβής.

Στο πλαίσιο αυτό, το ∆ικαστήριο διευκρινίζει ότι κρίσιµο στοιχείο, προκειµένου να διαπιστωθεί αν ο έχων την εκµετάλλευση ξενοδοχειακής µονάδας µπορεί να επικαλεστεί τον περιορισµό που στηρίζεται σε «ιδιωτική χρήση», δεν αποτελεί ο ιδιωτικός ή µη χαρακτήρας της χρήσεως του έργου από τους πελάτες της ξενοδοχειακής µονάδας, αλλά ο ιδιωτικός ή µη χαρακτήρας της χρήσεως του έργου από τον έχοντα την εκµετάλλευση αυτής. Η «ιδιωτική χρήση», ωστόσο, προστατευόµενου έργου το οποίο παρουσιάζεται στο κοινό από τον χρήστη του εµπεριέχει αντίφαση, στο µέτρο που η έννοια του «κοινού» αποκλείει εξ ορισµού το «ιδιωτικό» στοιχείο».

ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραποµπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών µελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο ∆ικαστήριο ερώτηµα σχετικό µε την ερµηνεία του δικαίου της Ένωσης ή µε το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το ∆ικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεµεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύµφωνα µε την απόφαση του ∆ικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσµεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαµβάνονται παρόµοιου προβλήµατος.

Ανεπίσηµο έγγραφο προοριζόµενο για τα µέσα µαζικής ενηµερώσεως, το οποίο δεν δεσµεύει το ∆ικαστήριο.

Το πλήρες κείµενο της αποφάσεως είναι διαθέσιµο στην ιστοσελίδα CURIA από την ηµεροµηνία δηµοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη (+352) 4303 2582

Στιγµιότυπα από τη δηµοσίευση της αποφάσεως διατίθενται από το " Europe by Satellite ((+32) 2 2964106


Side Bar