Το Δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση που άσκησε το Συμβούλιο στην υπόθεση αντιντάμπινγκ της κινεζικής εταιρίας Xinanchem, η οποία ειδικεύεται στην παραγωγή glyphosate
Ο έλεγχος του κινεζικού Δημοσίου επί της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της Xinanchem δεν συνεπάγεται αυτομάτως τον αποκλεισμό της εταιρίας αυτής από το πλεονέκτημα της υπαγωγής σε καθεστώς επιχειρήσεως που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προστατεύει την εσωτερική της αγορά από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών οι οποίες δεν είναι μέλη της Ένωσης, ήτοι από τις εισαγωγές προϊόντων με τεχνητά χαμηλή τιμή. Σύμφωνα με τον «βασικό κανονισμό αντιντάμπινγκ» 1, για τα προϊόντα αυτά εφαρμόζεται ειδική διαδικασία προκειμένου να καθοριστεί η κανονική τους αξία. Συγκεκριμένα, βάσει της διαφοράς μεταξύ της κανονικής αξίας και της δηλωθείσας τιμής υπολογίζεται το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ που πρέπει να επιβληθεί στον εισαγωγέα ώστε να στερηθεί του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος το οποίο θα του απέφερε η πρακτική του ντάμπινγκ.
Όταν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προέρχονται από χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται κατά κανόνα με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε ανάλογη τρίτη χώρα, στην οποία επικρατούν συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Εντούτοις, αν αποδειχθεί – κατόπιν αιτήσεως υποβληθείσας από παραγωγό που υπόκειται σε έρευνα αντιντάμπινγκ σε σχέση με προϊόντα καταγωγής μίας εξ ορισμένων τρίτων χωρών χωρίς οικονομία της αγοράς, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η Κίνα – ότι για τον συγκεκριμένο παραγωγό ισχύουν συνθήκες οικονομίας της αγοράς, τότε αυτός τυγχάνει της ίδιας μεταχειρίσεως όπως οι παραγωγοί από τρίτες χώρες με οικονομία της αγοράς. Προκειμένου να υπαχθεί η εταιρία του σε καθεστώς επιχειρήσεως που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς (στο εξής: ΚΟΑ), ο ενδιαφερόμενος παραγωγός οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι αποφάσεις του σχετικά με τις τιμές, το κόστος και τις εισροές λαμβάνονται βάσει ενδείξεων της αγοράς που αντικατοπτρίζουν την προσφορά και τη ζήτηση, και χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση στον τομέα αυτόν. Η υπαγωγή στο ΚΟΑ έχει ως συνέπεια ότι το περιθώριο αντιντάμπινγκ υπολογίζεται βάσει των συγκεκριμένων στοιχείων της επιχειρήσεως του ενδιαφερόμενου παραγωγού, όπερ σημαίνει, κατά κανόνα, χαμηλότερο έως και ανύπαρκτο περιθώριο αντιντάμπινγκ.
Το 1998, το Συμβούλιο επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ για τις προερχόμενες από την Κίνα εισαγωγές του glyphosate, ενός βασικού χημικού προϊόντος που χρησιμοποιείται ως παρασιτοκτόνο από τους γεωργούς ανά την υφήλιο.
Κατά την επανεξέταση των οικείων μέτρων αντιντάμπινγκ το 2003, η Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (στο εξής: Xinanchem), κινεζική εταιρία η οποία παρασκευάζει glyphosate και το πωλεί τόσο στην εγχώρια όσο και στην παγκόσμια αγορά, ζήτησε να υπαχθεί στο ΚΟΑ.
Τον Σεπτέμβριο του 2004, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Συμβούλιο εξέδωσε κανονισμό 2 με τον οποίο παρέτεινε την ισχύ των εν λόγω μέτρων αντιντάμπινγκ. Με τον ίδιο κανονισμό απορρίφθηκε η αίτηση της Xinanchem με το αιτιολογικό ότι το κινεζικό Δημόσιο ασκούσε ως μέτοχος σημαντικό έλεγχο στην επιχείρηση και παρενέβαινε στον καθορισμό των τιμών εξαγωγής του προϊόντος της μέσω ενός συστήματος θεωρήσεως για το οποίο υπεύθυνο ήταν το κινεζικό εμπορικό επιμελητήριο. Κατά συνέπεια, επιβλήθηκε στη Xinanchem ο γενικός δασμός αντιντάμπινγκ ύψους 29,9 %, ο οποίος προέκυψε από υπολογισμό βάσει στοιχείων που έδωσαν οι παραγωγοί τρίτης χώρας με οικονομία της αγοράς, εν προκειμένω της Βραζιλίας.
Η Xinanchem άσκησε προσφυγή κατά του κανονισμού αυτού ενώπιον του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου), το οποίο, με απόφαση της 17ης Ιουνίου 2009 3, τον ακύρωσε στο μέτρο που αφορούσε την εν λόγω εταιρία.
Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, λόγω του μεγάλου κατακερματισμού των μεριδίων των ιδιωτών, το κινεζικό Δημόσιο ήλεγχε, ως μέτοχος με μειοψηφική συμμετοχή στο κεφάλαιο της εταιρίας, τη γενική της συνέλευση, η οποία με τη σειρά της εξέλεγε τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κρατικός έλεγχος τον οποίο ασκούσε το κινεζικό Δημόσιο δεν μπορούσε να εξομοιωθεί κατ' αρχήν με σημαντική κρατική παρέμβαση στις αποφάσεις του παραγωγού που αφορούσαν τις τιμές, το κόστος και τις εισροές 4. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν έπρεπε να απορρίψουν αυτομάτως την αίτηση υπαγωγής της Xinanchem στο ΚΟΑ χωρίς να λάβουν υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει η εν λόγω εταιρία.
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι θα ήταν δυνατό, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Xinanchem, να διαπιστωθεί ότι ο μηχανισμός θεωρήσεως των συμβάσεων εξαγωγής από το κινεζικό εμπορικό επιμελητήριο δεν είχε επιβληθεί από το κινεζικό κράτος και ότι η Xinanchem ήταν ελεύθερη να καθορίζει τις τιμές εξαγωγής του προϊόντος της. Εξ αυτού το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε ότι, εφόσον δεν έθεσαν υπό αμφισβήτηση την αποδεικτική ισχύ ή την επάρκεια των ως άνω στοιχείων, τα θεσμικά όργανα δεν μπορούσαν να καταλήξουν θεμιτώς στο συμπέρασμα ότι, μέσω του επίμαχου μηχανισμού, το κράτος ασκούσε σημαντικό έλεγχο επί των τιμών εξαγωγής.
Το Συμβούλιο άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αναίρεση κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου.
Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο «βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ» δεν απαγορεύει κάθε είδους κρατική παρέμβαση στις επιχειρήσεις παραγωγής, αλλά μόνον την ουσιαστική ανάμειξη στη λήψη των αποφάσεων που αφορούν τις τιμές, το κόστος και τις εισροές των επιχειρήσεων αυτών. Εφόσον ο σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντική μια κρατική παρέμβαση η οποία δεν είναι ικανή ούτε εκ της φύσεως ούτε εκ του αποτελέσματός της να καταστήσει τις ως άνω αποφάσεις ασύμβατες προς τέτοιες συνθήκες.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο επικυρώνει τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο έλεγχος τον οποίο άσκησε, εν προκειμένω, επί της Xinanchem το κινεζικό Δημόσιο, ως μέτοχος με μειοψηφική συμμετοχή στο κεφάλαιό της, δεν μπορεί να εξομοιωθεί αυτομάτως με σημαντική κρατική παρέμβαση στις αποφάσεις της που αφορούσαν τις τιμές, το κόστος και τις εισροές.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει συναφώς ότι ο έλεγχος αυτός δεν είναι, εκ της φύσεώς του, ασύμβατος προς τους κανόνες που διέπουν την οικονομία της αγοράς και δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι το κινεζικό Δημόσιο παρενέβαινε, στην πράξη, με ουσιαστικό τρόπο στις αποφάσεις της Xinanchem περί τιμών, κόστους και εισροών. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή όφειλαν να εξετάσουν αν τα στοιχεία που προσκόμισε η εταιρία αρκούσαν για να αποδείξουν ότι λαμβάνει τις αποφάσεις της σχετικά με τις τιμές, το κόστος και τις εισροές βάσει ενδείξεων της αγοράς και χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση, πράγμα όμως που τα θεσμικά αυτά όργανα δεν έκαναν εν προκειμένω.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει πάντως ότι, όταν πρόκειται για κράτος χωρίς οικονομία της αγοράς, το γεγονός ότι μια εταιρία η οποία έχει την έδρα της στο κράτος αυτό ελέγχεται de facto από μετόχους που είναι φορείς του Δημοσίου ευλόγως εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν το διευθυντήριο της εταιρίας αυτής είναι ανεξάρτητο από το Δημόσιο σε τέτοιον βαθμό ώστε να μπορεί να λαμβάνει τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν τις τιμές, το κόστος και τις εισροές αυτόνομα και βάσει ενδείξεων της αγοράς. Επομένως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα μπορούσαν κάλλιστα να συνεκτιμήσουν το γεγονός αυτό στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Xinanchem.
Εν συνεχεία, όσον αφορά τον μηχανισμό θεωρήσεως των συμβάσεων εξαγωγής, το Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το γεγονός ότι το κινεζικό εμπορικό επιμελητήριο είχε την ευχέρεια να μη θεωρεί τις σχετικές συμβάσεις σε περίπτωση μη τηρήσεως της τιμής αναφοράς συνιστά εκ πρώτης όψεως επαρκή απόδειξη της υπάρξεως παρεμβάσεως κατά τον καθορισμό των τιμών. Επί τούτου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εξέταση των θεσμικών οργάνων δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια ανάλυση της καταστάσεως ως έχει «εκ πρώτης όψεως», τη στιγμή που ο παραγωγός προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τα συμπεράσματα που έχουν συναχθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Πράγματι, η ευρεία διακριτική ευχέρεια την οποία διαθέτουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή στον τομέα των μέτρων εμπορικής άμυνας, δεν τα απαλλάσσει από την υποχρέωσή τους να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τέτοια αποδεικτικά στοιχεία.
Δεδομένου ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν μπορεί να γίνει δεκτό, το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ : Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, κατά αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου. Καταρχήν, η άσκηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν είναι παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς. Σε αντίθετη περίπτωση, αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της
Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη (+352) 4303 2582
Στιγμιότυπα από τη δημοσίευση της αποφάσεως διατίθενται από το "Europe by Satellite” (+32) 2 2964106
Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 461/2004 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2004 (ΕΕ L 77, σ. 12).
Κανονισμός (ΕΚ) 1683/2004 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2004, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 303, σ. 1). Στις 13 Δεκεμβρίου 2010 το Συμβούλιο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1187/2010, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 332, σ. 31). Με τον κανονισμό αυτόν καταργήθηκαν, από της ενάρξεως της ισχύος του στις 17 Δεκεμβρίου 2010, τα μέτρα αντιντάμπινγκ επί των εν λόγω εισαγωγών και περατώθηκε η σχετική διαδικασία. Ωστόσο, εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της ως άνω ημερομηνίας, εξακολουθεί να έχει εφαρμογή ο κανονισμός 1683/2004.
Απόφαση του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου) της 17ης Ιουνίου 2009, T-498/04, Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group κατά Συμβουλίου.
Οι τιμές, το κόστος και οι εισροές περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις πρώτες ύλες, την τεχνολογία, το εργατικό δυναμικό, την παραγωγή, τις πωλήσεις και τις επενδύσεις.