Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE ES IT CS HU LT PL SK SL BG RO

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 45/11

Λουξεµβούργο, 12 Μαΐου 2011

Απόφαση στην υπόθεση C-391/09

Malgožata Runevič-Vardyn et Łukasz Paweł Wardyn κατά Vilniaus miesto savivaldybės administracija κ.λπ.

 

Το ∆ικαστήριο αποφαίνεται επί της µεταγραφής του ονόµατος και του επωνύµου των πολιτών της Ένωσης στις ληξιαρχικές πράξεις που εκδίδονται σε κράτος µέλος

Το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει τη δυνατότητα των αρµόδιων αρχών να αρνηθούν την τροποποίηση της γραφής του επωνύµου και των ονοµάτων στις ληξιαρχικές πράξεις, εφόσον η άρνηση αυτή δεν µπορεί να προκαλέσει στους ενδιαφεροµένους σοβαρά µειονεκτήµατα

Η Malgožata Runevič-Vardyn, γεννηθείσα στις 20 Μαρτίου 1977 στο Vilnius, έχει τη λιθουανική ιθαγένεια. Ανήκει στην πολωνική µειονότητα της Λιθουανίας. ∆ηλώνει ότι οι γονείς της τής έδωσαν το πολωνικό όνοµα «Małgorzata» και ως επώνυµο αυτό του πατέρα της, δηλαδή «Runiewicz». Κατ’ αυτήν, το πιστοποιητικό γεννήσεώς της που εκδόθηκε το 1977 έχει συνταχθεί µε κυριλλικούς χαρακτήρες ενώ στο πιστοποιητικό που της χορηγήθηκε το 2003 επισηµαινόταν ότι το όνοµα και το επώνυµό της έχουν καταχωριστεί µε τη λιθουανική τους µορφή, δηλαδή «Malgožata Runevič». Το ίδιο όνοµα και το ίδιο επώνυµο περιλαµβάνονται στο λιθουανικό διαβατήριο το οποίο εκδόθηκε το 2002.

Το 2007, έχοντας ζήσει και εργαστεί για ορισµένο χρόνο στην Πολωνία, ήλθε σε γάµο µε τον Łukasz Paweł Wardyn, Πολωνό πολίτη, στο Vilnius. Στο πιστοποιητικό γάµου που εξέδωσε η διεύθυνση αστικής καταστάσεως του ∆ήµου του Vilnius, το ονοµατεπώνυµο «Łukasz Paweł Wardyn» µεταγράφηκε ως «Lukasz Pawel Wardyn», σύµφωνα δηλαδή µε τους κανόνες λιθουανικής γραφής αλλά χωρίς χρήση διακριτικών σηµείων. Το ονοµατεπώνυµο της συζύγου του, µετά την προσθήκη του δικού του επωνύµου στο πατρώνυµό της, µεταγράφηκε ως «Malgožata Runevič-Vardyn», µε χρήση δηλαδή µόνο των λιθουανικών χαρακτήρων, στους οποίους δεν περιλαµβάνεται το γράµµα «W». Σήµερα οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης κατοικούν µε τον γιο τους στο Βέλγιο.


Το 2007, η Malgožata Runevič-Vardyn υπέβαλε στη διεύθυνση αστικής καταστάσεως του ∆ήµου του Vilnius αίτηση για την τροποποίηση του περιλαµβανόµενου στο πιστοποιητικό γεννήσεως ονόµατος και επωνύµου της σε «Małgorzata Runiewicz» και για την τροποποίηση του περιλαµβανόµενου στο πιστοποιητικό γάµου ονόµατος και επωνύµου της σε «Małgorzata Runiewicz-Wardyn». Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε και οι δυο σύζυγοι άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Vilniaus miesto 1 apylinkės teismas (πρωτοδικείο του Vilnius). Το δικαστήριο αυτό ζητεί από το ∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κρίνει εάν το δίκαιο της Ένωσης αντίκειται σε νοµοθεσία κράτους µέλους δυνάµει της οποίας το όνοµα και το επώνυµο των φυσικών προσώπων πρέπει να µεταγράφονται στις ληξιαρχικές πράξεις που εκδίδονται σε αυτό το κράτος σύµφωνα µε τους κανόνες γραφής της επίσηµης γλώσσας του εν λόγω κράτους.

Το ∆ικαστήριο υπογραµµίζει καταρχάς ότι η οδηγία 2000/43/ΕΚ1 περί της εφαρµογής της αρχής της ίσης µεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση του ζεύγους Wardyn διότι το πεδίο εφαρµογής της δεν καλύπτει εθνικές ρυθµίσεις σχετικά µε τη µεταγραφή του επωνύµου και του ονόµατος στις ληξιαρχικές πράξεις. Στο πλαίσιο αυτό, µολονότι η οδηγία κάνει γενικώς αναφορά στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που είναι διαθέσιµα στο κοινό και στην παροχή αυτών, εντούτοις, δεν µπορεί να γίνει δεκτό ότι οι σχετικές εθνικές ρυθµίσεις εµπίπτουν στην έννοια της «υπηρεσίας» υπό την έννοια της οδηγίας.

1 Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συµβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρµογής της αρχής της ίσης µεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ L 180, σ. 22).

Εν συνεχεία, όσον αφορά τις διατάξεις της Συνθήκης περί ιθαγένειας της Ένωσης, το ∆ικαστήριο υπενθυµίζει ότι µολονότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, οι κανόνες σχετικά µε τη µεταγραφή στις ληξιαρχικές πράξεις του επωνύµου και του ονόµατος των φυσικών προσώπων εµπίπτουν στην αρµοδιότητα των κρατών µελών, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρµοδιότητας αυτής, τα κράτη µέλη οφείλουν να συµµορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, προς τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά µε την ελευθερία όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαµένουν στο έδαφος των κρατών µελών.

Το ∆ικαστήριο παρατηρεί ότι το επώνυµο και το όνοµα ενός προσώπου αποτελεί συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του και της ιδιωτικής του ζωής, η προστασία των οποίων κατοχυρώνεται µε τον Χάρτη των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Σύµβαση για την προάσπιση των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και των Θεµελιωδών Ελευθεριών.

Όσον αφορά την αίτηση της MalgožataRunevič-Vardynνα τροποποιηθεί το όνοµα και το πατρώνυµό της στα λιθουανικά πιστοποιητικά γεννήσεως και γάµου, το ∆ικαστήριο εκτιµά ότι, όταν πολίτης της Ένωσης µεταβαίνει σε άλλο κράτος µέλος και, στη συνέχεια, συνάπτει γάµο µε πολίτη αυτού του κράτους, το γεγονός ότι το προ του γάµου επώνυµο του πολίτη καθώς και το όνοµά του µπορούν να τροποποιηθούν και να µεταγραφούν στις εκδιδόµενες στο κράτος µέλος καταγωγής του ληξιαρχικές πράξεις µόνο µε τους χαρακτήρες της γλώσσας του κράτους µέλους αυτού δεν µπορεί να συνιστά λιγότερο ευνοϊκή µεταχείριση σε σχέση µε αυτή της οποίας ετύγχανε πριν ασκήσει το δικαίωµά του σε ελεύθερη κυκλοφορία. Εποµένως, η έλλειψη ενός τέτοιου δικαιώµατος δεν µπορεί να αποτρέψει τους πολίτες της Ένωσης από την άσκηση των δικαιωµάτων κυκλοφορίας που κατοχυρώνονται µε τη Συνθήκη και δεν αποτελεί, κατά το µέτρο αυτό, περιορισµό.


Όσον αφορά την αίτηση του ζεύγους να τροποποιηθεί η προσθήκη, στο λιθουανικό πιστοποιητικό γάµου, του επωνύµου του Ł. Ρ. Wardynστο πατρώνυµο της συζύγου του (δηλαδή Wardyn αντί Vardyn), το ∆ικαστήριο κρίνει ότι δεν αποκλείεται η άρνηση αυτής της τροποποιήσεως να προκαλέσει µειονεκτήµατα στους ενδιαφεροµένους. Εντούτοις, η άρνηση αυτή τότε µόνον µπορεί να αποτελεί περιορισµό στην άσκηση των ελευθεριών που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη, όταν δύναται ως εκ της φύσεώς της να προκαλέσει «σοβαρά µειονεκτήµατα» διοικητικής, επαγγελµατικής και ιδιωτικής φύσεως στους ενδιαφεροµένους. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει εάν η άρνηση τροποποιήσεως της µεταγραφής του κοινού επωνύµου των συζύγων ενδέχεται να προκαλέσει τέτοια µειονεκτήµατα στους ενδιαφερόµενους. Εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, πρόκειται για περιορισµό στις ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη υπέρ όλων των πολιτών της Ένωσης. Εναπόκειται επίσης στο εθνικό δικαστήριο, υπ’ αυτές τις συνθήκες, να ελέγξει εάν µε την άρνηση αυτή επιτυγχάνεται η εξισορρόπηση των υφιστάµενων συµφερόντων ήτοι, αφενός, του δικαιώµατος των συζύγων σε σεβασµό της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής και, αφετέρου, της θεµιτής προστασίας από το εµπλεκόµενο κράτος µέλος της επίσηµης εθνικής του γλώσσας και των παραδόσεών του. Το ∆ικαστήριο εκτιµά, εν προκειµένω, ότι το δυσανάλογο της απορρίψεως των αιτήσεων τροποποιήσεως που υπέβαλαν οι σύζυγοι µπορεί ενδεχοµένως να συναχθεί από το γεγονός ότι η διεύθυνση αστικής καταστάσεως του ∆ήµου του Vilniusµετέγραψε στο ίδιο πιστοποιητικό το ως άνω επώνυµο, όσον αφορά τον Ł. Ρ. Wardyn, τηρώντας τους κανόνες της πολωνικής γραφής.

Όσον αφορά την αίτηση του Ł. Ρ. Wardynνα µεταγραφούν τα ονόµατά του στο λιθουανικό πιστοποιητικό γάµου σύµφωνα µε τους κανόνες της πολωνικής γραφής, ήτοι µε τη µορφή «Łukasz Paweł» (και όχι «Lukasz Pawel»), το ∆ικαστήριο σηµειώνει ότι η απόκλιση µεταξύ της λιθουανικής και της πολωνικής µεταγραφής συνίσταται στην παράλειψη των µη χρησιµοποιούµενων στη λιθουανική γλώσσα διακριτικών σηµείων. Το ∆ικαστήριο επισηµαίνει συναφώς ότι σε πλήθος δραστηριοτήτων της καθηµερινής ζωής, τα διακριτικά σηµεία συχνά παραλείπονται για τεχνικούς λόγους (οφειλόµενους ιδίως σε αντικειµενικούς περιορισµούς των δυνατοτήτων των συστηµάτων πληροφορικής). Επιπλέον, τα πρόσωπα που δεν γνωρίζουν ξένες γλώσσες συχνά αγνοούν τη σηµασία των διακριτικών σηµείων. Εποµένως, δύσκολα µπορεί να γίνει δεκτό ότι η παράλειψη τέτοιων σηµείων µπορεί, αυτή καθεαυτή, να προκαλέσει για το συγκεκριµένο πρόσωπο πραγµατικά και σοβαρά µειονεκτήµατα ικανά να δηµιουργήσουν αµφιβολίες ως προς την ταυτότητα και τη γνησιότητα των επιδεικνυόµενων εγγράφων. Κατά συνέπεια, το ∆ικαστήριο διαπιστώνει ότι η άρνηση τροποποιήσεως του πιστοποιητικού γάµου ενός πολίτη της Ένωσης ο οποίος έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους µέλους προκειµένου τα ονόµατα του πολίτη αυτού να µεταγραφούν στο εν λόγω πιστοποιητικό µε διακριτικά σηµεία, όπως ακριβώς είχαν αναγραφεί στις ληξιαρχικές πράξεις που είχαν εκδοθεί στο κράτος µέλος καταγωγής του, σύµφωνα µε τους κανόνες γραφής της επίσηµης γλώσσας του τελευταίου αυτού κράτους, δεν αποτελεί περιορισµό στην άσκηση των ελευθεριών που κατοχυρώνονται µε τη Συνθήκη υπέρ όλων των πολιτών της Ένωσης.


ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών µελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο ∆ικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτηµα σχετικό µε την ερµηνεία του δικαίου της Ένωσης ή µε το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το ∆ικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεµεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαµβάνοντας υπόψη την απόφαση του ∆ικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσµεύει, οµοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόµοιο ζήτηµα.

Ανεπίσηµο έγγραφο προοριζόµενο για τα µέσα µαζικής ενηµερώσεως, το οποίο δεν δεσµεύει το ∆ικαστήριο.

Το πλήρες κείµενο της αποφάσεως είναι διαθέσιµο στην ιστοσελίδα CURIAαπό την ηµεροµηνία δηµοσιεύσεώς της

Επικοινωνία: EstellaCigna-Αγγελίδη (+352) 4303 2582

Στιγµιότυπα από τη δηµοσίευση της αποφάσεως διατίθενται από το "EuropebySatellite ((+32) 2 2964106


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website