Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE ES NL IT PT CS HU PL SK RO

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 44/09

19 Μαΐου 2009

Απόφαση του ∆ικαστηρίου στην υπόθεση C -531/06 και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C -171/07 κ.λπ.

Επιτροπή κατά Ιταλίας

Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ.

ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ∆ΙΚΑΙΟ ∆ΕΝ ΑΠΟΚΛΕΙΕΙ ΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΟΝΟ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ∆ΙΑΤΗΡΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ

Μια τέτοια ρύθµιση που περιλαµβάνουν η γερµανική και η ιταλική νοµοθεσία δικαιολογείται από τον σκοπό της εγγυήσεως του ασφαλούς και µε ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασµού του πληθυσµού µε φάρµακα

Σήµερα το ∆ικαστήριο εξέδωσε αποφάσεις επί δύο υποθέσεων σχετικών µε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των φαρµακείων.

Οι υποθέσεις αυτές αφορούν, κυρίως, το ζήτηµα αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει τις διατάξεις της ιταλικής και της γερµανικής νοµοθεσίας κατά τις οποίες µόνο φαρµακοποιοί δύνανται να διατηρούν και να εκµεταλλεύονται φαρµακείο.

Οι συνεκδικασθείσες υποθέσεις C -171/07 και C -172/07 (Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ.) έχουν ως αφετηρία την άδεια που χορηγήθηκε από το αρµόδιο υπουργείο του οµόσπονδου κράτους του Σάαρ στην ολλανδική ανώνυµη εταιρία DocMorris περί λειτουργίας υποκαταστήµατος φαρµακείου στο Sarrebruck , από 1ης Ιουλίου 2006. Κατά της αποφάσεως του υπουργείου ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου του οµόσπονδου κράτους του Σάαρ από διάφορους φαρµακοποιούς και τις επαγγελµατικές τους ενώσεις, για τον λόγο ότι η απόφαση αντιβαίνει στη γερµανική νοµοθεσία κατά την οποία µόνο στους φαρµακοποιούς επιτρέπεται να διατηρούν και να εκµεταλλεύονται φαρµακείο.

Το διοικητικό πρωτοδικείο υπέβαλε στο ∆ικαστήριο προδικαστικό ερώτηµα ως προς το αν οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελευθερίας εγκαταστάσεως πρέπει να ερµηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν µια τέτοια νοµοθετική ρύθµιση.

Εξάλλου, στην υπόθεση C -531/06 (Επιτροπή κατά Ιταλίας), η Επιτροπή ζητεί, ειδικότερα, από το ∆ικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική ∆ηµοκρατία, καθόσον επιτρέπει µόνο στους φαρµακοποιούς να διατηρούν και να εκµεταλλεύονται ιδιωτικά φαρµακεία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.

Με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν σήµερα, το ∆ικαστήριο επισηµαίνει ότι η απαγόρευση που επιβάλλεται στους µη φαρµακοποιούς να διατηρούν και να εκµεταλλεύονται φαρµακείο ή να αποκτούν µερίδια συµµετοχής σε εταιρίες εκµεταλλεύσεως φαρµακείων συνιστά περιορισµό στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων.


Πάντως, ο περιορισµός αυτός δύναται να δικαιολογηθεί από τον σκοπό που συνίσταται στην εγγύηση του ασφαλούς και µε ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασµού του πληθυσµού µε φάρµακα.

Οσάκις υφίστανται αµφιβολίες ως προς τη συνδροµή ή τη σηµασία των κινδύνων για την υγεία των ατόµων, πρέπει το κράτος µέλος να µπορεί να λαµβάνει µέτρα προστασίας χωρίς να οφείλει να αναµένει να αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό των εν λόγω κινδύνων. Επιπλέον, το κράτος µέλος µπορεί να λαµβάνει µέτρα τα οποία περιορίζουν, στο µέτρο του δυνατού, κινδύνους για τη δηµόσια υγεία, µεταξύ των οποίων περιλαµβάνεται, ειδικότερα, ενδεχόµενος κίνδυνος για τον ασφαλή και µε ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασµό του πληθυσµού µε φάρµακα.

Στο πλαίσιο αυτό, το ∆ικαστήριο υπογραµµίζει τον όλως ιδιάζοντα χαρακτήρα των φαρµάκων, στο µέτρο που οι θεραπευτικές ιδιότητες αυτών τα διαφοροποιούν ουσιαστικά από τα λοιπά προϊόντα.

Οι θεραπευτικές αυτές ιδιότητες έχουν ως αποτέλεσµα ότι, σε περίπτωση που τα φάρµακα λαµβάνονται χωρίς λόγο ή κατά τρόπο µη σύµφωνο µε τις οδηγίες, ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη της υγείας, χωρίς ο ασθενής να είναι σε θέση να το αντιληφθεί κατά τη χορήγηση των φαρµάκων.

Επιπλέον, η υπερβολική λήψη φαρµάκων ή η λήψη φαρµάκων κατά τρόπο µη σύµφωνο µε τις οδηγίες συνεπάγεται σπατάλη οικονοµικών πόρων, η οποία είναι ακόµη πιο επιζήµια αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο φαρµακευτικός τοµέας συνεπάγεται σηµαντικές δαπάνες και πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυξανόµενες ανάγκες, ενώ οι διαθέσιµοι για την υγειονοµική περίθαλψη οικονοµικοί πόροι είναι πεπερασµένοι, ασχέτως του τρόπου χρηµατοδοτήσεως.

Λαµβανοµένης υπόψη της ελευθερίας που αναγνωρίζεται στα κράτη µέλη να αποφασίζουν για τον βαθµό προστασίας της δηµόσιας υγείας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη µέλη µπορούν να απαιτούν η διανοµή των φαρµάκων να γίνεται από φαρµακοποιούς που απολαύουν πραγµατικής επαγγελµατικής ανεξαρτησίας.

∆εν αµφισβητείται ότι ο φαρµακοποιός αποσκοπεί, όπως και άλλα πρόσωπα, στην επίτευξη κέρδους. Εντούτοις, ως επαγγελµατίας φαρµακοποιός θεωρείται ότι εκµεταλλεύεται το φαρµακείο όχι µόνο µε σκοπό την επίτευξη κέρδους, αλλά και υπό µια επαγγελµατική προοπτική. Στο πλαίσιο αυτό, το ατοµικό του συµφέρον για την επίτευξη κέρδους µετριάζεται από την κατάρτιση και την επαγγελµατική εµπειρία του, καθώς και από την ευθύνη που υπέχει, δεδοµένου ότι ενδεχόµενη παράβαση των νοµικών κανόνων ή των κανόνων δεοντολογίας θέτει σε κίνδυνο όχι µόνον την αξία της επενδύσεώς του, αλλά και την ίδια την επαγγελµατική του υπόσταση.

Σε αντίθεση προς τους φαρµακοποιούς, οι µη φαρµακοποιοί δεν έχουν, εξ ορισµού, κατάρτιση, εµπειρία και ευθύνη αντίστοιχη µε εκείνη των φαρµακοποιών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι µη φαρµακοποιοί δεν παρέχουν τα ίδια εχέγγυα µε τους φαρµακοποιούς.


Κατά συνέπεια, ένα κράτος µέλος µπορεί, στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτιµήσεως που διαθέτει, να θεωρήσει ότι η εκµετάλλευση φαρµακείου από µη φαρµακοποιό ενδέχεται να αντιπροσωπεύει έναν κίνδυνο για τη δηµόσια υγεία και, ειδικότερα, για την ασφάλεια και την ποιότητα της λιανικής διανοµής των φαρµάκων.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι κάποιο άλλο λιγότερο περιοριστικό µέτρο, πλην του κανόνα περί αποκλεισµού των µη φαρµακοποιών, είναι ικανό να διασφαλίσει κατά τρόπο εξίσου αποτελεσµατικό το επίπεδο ασφάλειας και ποιότητας του εφοδιασµού του πληθυσµού µε φάρµακα το οποίο απορρέει από την εφαρµογή του εν λόγω κανόνα.

Ένα κράτος µέλος µπορεί, ενόψει του περιθωρίου εκτίµησης που διαθέτει, να κρίνει ότι, στην πράξη, υφίσταται κίνδυνος παραβάσεως των λιγότερο περιοριστικών κανόνων που σκοπούν στη διασφάλιση της επαγγελµατικής ανεξαρτησίας των φαρµακοποιών, όπως είναι ένα σύστηµα ελέγχων και κυρώσεων, δεδοµένου ότι το συµφέρον των µη φαρµακοποιών για την επίτευξη κέρδους δεν µετριάζεται κατά τρόπο ανάλογο προς το συµφέρον των ανεξάρτητων φαρµακοποιών και δεδοµένου ότι η εξάρτηση των φαρµακοποιών, ως µισθωτών, από τον έχοντα την εκµετάλλευση του φαρµακείου θα περιόριζε τη δυνατότητά τους να αντιταχθούν στις οδηγίες του έχοντος την εκµετάλλευση.

Το ∆ικαστήριο αποφαίνεται ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων δεν απαγορεύουν εθνική ρύθµιση µη επιτρέπουσα σε πρόσωπα τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα του φαρµακοποιού να διατηρούν και να εκµεταλλεύονται φαρµακείο.

Το ∆ικαστήριο απορρίπτει, επίσης, την προσφυγή λόγω παραβάσεως που η Επιτροπή άσκησε κατά της Ιταλικής ∆ηµοκρατίας, επισηµαίνοντας ότι θεωρείται δικαιολογηµένη όχι µόνον η απαγόρευση που επιβάλλεται στους µη φαρµακοποιούς να εκµεταλλεύονται ιδιωτικό φαρµακείο, αλλά και η απαγόρευση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις διανοµής φαρµάκων όσον αφορά την απόκτηση µεριδίων συµµετοχής σε δηµοτικά φαρµακεία.

Ανεπίσηµο έγγραφο προοριζόµενο για τα µέσα µαζικής ενηµερώσεως, το οποίο δεν δεσµεύει το ∆ικαστήριο.

Γλώσσες στις οποίες διατίθεται: BG , ES , CS , DE , EN , EL , FR , HU , IT , NL , PL , PT , SK

Το πλήρες κείµενο της αποφάσεως βρίσκεται στην ιστοσελίδα του ∆ικαστηρίου

C -531/06

171/07

Μπορείτε να το συµβουλευθείτε, κατά κανόνα, από τις 12 το µεσηµέρι, ώρα Κεντρικής Ευρώπης, κατά την ηµεροµηνία της δηµοσιεύσεως της αποφάσεως.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε µε την κα Estella Cigna -Αγγελίδη Τηλ.: (00352) 4303 2582 Fax : (00352) 4303 2674

Στιγµιότυπα από την πανηγυρική συνεδρίαση διατίθενται στο EbS Europe by Satellite ”, υπηρεσία παρεχόµενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική ∆ιεύθυνση Επικοινωνίας, L -2920 Λουξεµβούργο Τηλ.: (00352) 4301 35177 Fax : (00352) 4301 35249 ή B -1049 Βρυξέλλες, Τηλ: (0032) 2 2964106 Fax : (0032) 2 2965956


Side Bar

My account

Manage your searches and email notifications


Help us improve our website