Navigation path

Left navigation

Additional tools

Other available languages: EN FR DE ES NL IT PT CS HU PL SK SL

CJE/06/54

4 Ιουλίου 2006

Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 54/06/EL

4 Ιουλίου 2006

Απόφαση του .ικαστηρίου στην υπόθεση C-212/04

Κωνσταντίνος Αδενέλερ κ.λπ. κατά Ελληνικού Οργανισµού Γάλακτος (ΕΛΟΓ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ-ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΔΡAIΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Για τη χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, συµπεριλαµβανοµένου του δηµόσιου τοµέα, πρέπει να πληρούνται ορισµένες αυστηρές προϋποθέσεις

Η οδηγία 1999/70 αποσκοπεί στην υλοποίηση της συµφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισµένου χρόνου, η οποία συνήφθη µεταξύ των διεπαγγελµατικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE, CEEP)[1]. Σκοπός της συµφωνίας-πλαισίου είναι η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισµένου χρόνου. Η συµφωνία-πλαίσιο προβλέπει ότι «αντικειµενικοί λόγοι» µπορούν να δικαιολογήσουν την ανανέωση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου. Ορίζει επίσης ότι τα κράτη µέλη καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες οι σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου θεωρούνται ότι είναι «διαδοχικές» και ότι έχουν συναφθεί για αόριστο χρόνο. Η προθεσµία για τη µεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας έληξε στις 10 Ιουλίου 2001, µε δυνατότητα παρατάσεως επί ένα το πολύ έτος.

Η ελληνική νοµοθεσία περί µεταφοράς της οδηγίας στην ελληνική έννοµη τάξη θεσπίστηκε εκπρόθεσµα, ήτοι τον Απρίλιο του 2003. Όσον αφορά τους εργαζοµένους του ιδιωτικού τοµέα, η νοµοθεσία αυτή προβλέπει ότι η χωρίς περιορισµό ανανέωση συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειµενικό λόγο, και διευκρινίζει ότι αντικειµενικός λόγος υφίσταται ιδίως αν η σύναψη συµβάσεως για ορισµένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόµου ή κανονιστική πράξη.

Επιπλέον, η εν λόγω νοµοθεσία θεωρεί «διαδοχικές» τις συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίζονται µεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζοµένου, µε τους ίδιους ή παρεµφερείς όρους εργασίας, εφόσον δεν µεσολαβεί µεταξύ τους χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των είκοσι εργασίµων ηµερών. Το καθεστώς που εφαρµόζεται στους εργαζοµένους του δηµόσιου τοµέα αποκλείει απολύτως τη δυνατότητα µετατροπής συµβάσεως ορισµένου χρόνου σε σύµβαση αορίστου χρόνου.

Ο Κ. Αδενέλερ και 17 άλλοι εργαζόµενοι συνήψαν µε τον ΕΛΟΓ, νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο ανήκει στον δηµόσιο τοµέα, µε έδρα τη Θεσσαλονίκη, διάφορες διαδοχικές συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, οι τελευταίες των οποίων έληξαν χωρίς να ανανεωθούν. Όλες οι συµβάσεις αυτές συνάπτονταν για διάρκεια 8 µηνών και µεταξύ των διαφόρων συµβάσεων παρεµβαλλόταν χρονικό διάστηµα το οποίο κυµαινόταν από 22 ηµέρες κατ’ ελάχιστον έως 10 µήνες και 26 ηµέρες κατ’ ανώτατο όριο. Για να αναγνωρισθεί ότι οι συµβάσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν συµβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, οι εργαζόµενοι άσκησαν αγωγή ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου το οποίο υπέβαλε στο .ικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τέσσερα προδικαστικά ερωτήµατα.

Το .ικαστήριο, αφού διευκρίνισε ότι η οδηγία 1999/70 και η συµφωνία-πλαίσιο έχουν εφαρµογή και στις συµβάσεις και σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου που έχουν συναφθεί µε τις διοικήσεις και άλλους φορείς του δηµόσιου τοµέα, διαπιστώνει κατ’ αρχάς ότι η συµφωνία- πλαίσιο στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι συµβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική µορφή των σχέσεων εργασίας. Υπό την οπτική αυτή, η συµφωνία-πλαίσιο αποσκοπεί στο να πλαισιώσει τη διαδοχική χρησιµοποίηση συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, οι οποίες θεωρούνται δυνητικά πηγή καταχρήσεων εις βάρος των εργαζοµένων, προβλέποντας ορισµένες διατάξεις ελάχιστης προστασίας προς αποφυγή της προσωρινότητας της καταστάσεως των εργαζοµένων. Κατά τη συµφωνία-πλαίσιο, η χρήση τέτοιων συµβάσεων βάσει αντικειµενικών λόγων αποτελεί τρόπο προλήψεως των καταχρήσεων. Αντιθέτως, η χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου η οποία στηρίζεται στο γεγονός και µόνον ότι προβλέπεται σε γενική νοµοθετική ή κανονιστική διάταξη κράτους µέλους δεν είναι σύµφωνη προς τον προστατευτικό σκοπό της συµφωνίας-πλαισίου. Έτσι, η έννοια των «αντικειµενικών λόγων» προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριµένων στοιχείων που άπτονται, µεταξύ άλλων, της σχετικής δραστηριότητας και των συνθηκών ασκήσεώς της.

Εν συνεχεία, το .ικαστήριο θεωρεί ότι, µολονότι η µέριµνα καθορισµού των συνθηκών υπό τις οποίες οι συµβάσεις θεωρούνται «διαδοχικές» καταλείπεται, κατά τη συµφωνία-πλαίσιο, στα κράτη µέλη, το περιθώριο εκτιµήσεώς τους δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν µπορεί σε καµία περίπτωση να φθάσει µέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσµατικότητας της συµφωνίας-πλαισίου. Συναφώς, το .ικαστήριο διαπιστώνει ότι µια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές µόνον τις συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου µεταξύ των οποίων µεσολαβεί χρονικό διάστηµα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίµων ηµερών πρέπει να θεωρηθεί ότι µπορεί να διακυβεύσει το αντικείµενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσµατικότητα της συµφωνίας-πλαισίου. Ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισµός υπάρχει κίνδυνος να έχει ως αποτέλεσµα όχι µόνον το να αποκλειστεί στην πράξη ένας µεγάλος αριθµός σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου από το ευεργέτηµα της προστασίας των εργαζοµένων που επιδιώκει η οδηγία και η συµφωνία-πλαίσιο, αλλά και να καταστεί δυνατή η καταχρηστική χρησιµοποίηση τέτοιων σχέσεων εργασίας από τους εργοδότες.

Επιπλέον, το .ικαστήριο θεωρεί ότι η συµφωνία-πλαίσιο εµποδίζει την εφαρµογή εθνικής νοµοθεσίας η οποία απαγορεύει απολύτως, στον δηµόσιο τοµέα και µόνον, τη µετατροπή σε σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου µιας σειράς διαδοχικών συµβάσεων ορισµένου χρόνου οι οποίες, στην πραγµατικότητα, αποσκοπούσαν στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εργοδότη και πρέπει να θεωρηθούν καταχρηστικές, εφόσον η εσωτερική έννοµη τάξη του κράτους µέλους δεν περιέχει, στον συγκεκριµένο τοµέα, άλλο αποτελεσµατικό µέτρο προς αποφυγή και, ενδεχοµένως, προς επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική χρησιµοποίηση διαδοχικών συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου.

Τέλος, το .ικαστήριο τονίζει ότι, σε περίπτωση εκπρόθεσµης µεταφοράς στην έννοµη τάξη ενός κράτους µέλους µιας οδηγίας και εφόσον δεν υφίσταται άµεσο αποτέλεσµα των σχετικών διατάξεων της οδηγίας αυτής, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, στο µέτρο του δυνατού, να ερµηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο, µετά τη λήξη της προθεσµίας µεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω οδηγίας, υπό το φως του κειµένου και του σκοπού της οδηγίας αυτής, προκειµένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόµενα από αυτήν αποτελέσµατα, προκρίνοντας την ερµηνεία των εθνικών κανόνων που είναι η πλέον σύµφωνη προς τον σκοπό αυτό, για να καταλήξουν έτσι σε λύση συµβατή προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. .στόσο, το .ικαστήριο προσθέτει ότι, από την ηµεροµηνία κατά την οποία µια οδηγία τέθηκε σε ισχύ, τα δικαστήρια των κρατών µελών οφείλουν να απέχουν, στο µέτρο του δυνατού, να ερµηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ο οποίος, µετά τη λήξη της προθεσµίας µεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής θα µπορούσε να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο την υλοποίηση του επιδιωκοµένου από την οδηγία αυτή σκοπού.

Ανεπίσηµο έγγραφο προοριζόµενο για τα µέσα µαζικής ενηµερώσεως, το οποίο δεν δεσµεύει το Δικαστήριο.
Γλώσσες στις οποίες διατίθεται: γαλλική, τσεχική, γερµανική, αγγλική, ισπανική, ελληνική,
ουγγρική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική, πολωνική, σλοβακική, σλοβενική
Το πλήρες κείµενο της αποφάσεως βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου
http://curia.europa.eu/jurisp/cgi-bin/form.pl?lang=EL&Submit=rechercher&numaff=C-212/04
Μπορείτε, κατά κανόνα, να το συµβουλευθείτε από τις 12 το µεσηµέρι, ώρα κεντρικής Ευρώπης,
κατά την ηµεροµηνία της δηµοσιεύσεως της αποφάσεως.
Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε µε την κα Estella Cigna Angelidis
Τηλ.: (00352) 4303 2582 Fax: (00352) 4303 2674


[1] ΕΕ L 175, σ. 43.


Side Bar