Διαδρομή πλοήγησης
Το θέμα της ενέργειας αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη. Το ενδεχόμενο κατακόρυφης ανόδου των τιμών και η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας καθιστούν τον ενεργειακό μας εφοδιασμό επισφαλή και απειλούν ολόκληρη την οικονομία. Πρέπει να λάβουμε σημαντικές αποφάσεις για δραστική μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου και αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής. Τα επόμενα χρόνια θα χρειαστεί να γίνουν τεράστιες επενδύσεις, ώστε να αποκτήσει η Ευρώπη τις απαραίτητες ενεργειακές υποδομές για την κάλυψη των μελλοντικών μας αναγκών.
Στόχος της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ είναι ο ασφαλής και βιώσιμος ενεργειακός εφοδιασμός σε προσιτές τιμές. Η πολιτική αυτή έχει σχεδιαστεί με βάση τους λεγόμενους "στόχους 20-20-20" της ΕΕ, η οποίοι πρέπει να επιτευχθούν έως το 2020:
Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επίσης εκφράσει την πρόθεσή τους να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 30%, εφόσον και άλλες ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες με μεγάλα ποσοστά τέτοιων εκπομπών δεσμευθούν να προβούν σε ανάλογες μειώσεις.
Η ΕΕ έχει θέσει ως μακροπρόθεσμο στόχο, για το 2050, τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 80-95%, σε σχέση με τα ποσοστά του 1990, μεριμνώντας παράλληλα για τον επαρκή ενεργειακό εφοδιασμό και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.

Τα φωτοβολταϊκά στις στέγες σπιτιών είναι πλέον κάτι συνηθισμένο.
Η ενεργειακή απόδοση αποτελεί έναν από τους κυριότερους στόχους για το 2020 και παράλληλα συμβάλλει καθοριστικά στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων ενεργειακών και περιβαλλοντικών στόχων. Είναι επίσης ο πιο οικονομικός τρόπος για
Η ΕΕ επικεντρώνει την πολιτική της στα δημόσια μέσα μεταφοράς και τον κατασκευαστικό κλάδο, καθώς οι τομείς αυτοί παρέχουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας. Επιπλέον, οι "ευφυείς" μετρητές και οι ενδείξεις ενεργειακής κατανάλωσης ![]()
![]()
για οικιακές συσκευές βοηθούν τους καταναλωτές να δαπανούν λιγότερη ενέργεια.
Η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο μεταφέρονται μέσω δικτύων και αγωγών που συχνά εκτείνονται πέρα από τα εθνικά σύνορα. Οι αποφάσεις ενεργειακής πολιτικής που λαμβάνει μια χώρα επηρεάζουν αναπόφευκτα και άλλες χώρες.
Η ελεύθερη εμπορία της ενέργειας στο εσωτερικό της ΕΕ θα φέρει τα εξής οφέλη:

Οι ετικέτες κατανάλωσης ενέργειας βοηθούν τους καταναλωτές να επιλέγουν προϊόντα που εξοικονομούν ενέργεια
Μια αποτελεσματική εσωτερική αγορά ![]()
![]()
ενέργειας, με επαρκείς υποδομές μεταφοράς και αποθήκευσης είναι η καλύτερη εγγύηση για την ασφάλεια του εφοδιασμού, καθώς η ενέργεια θα παρέχεται ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς. Η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο την πλήρη ενοποίηση των εθνικών αγορών ενέργειας έως το 2014.
Εάν δεν χρησιμοποιήσει νέες τεχνολογίες, η ΕΕ δεν θα μπορέσει να υλοποιήσει τον φιλόδοξο στόχο που έχει θέσει για το 2050, δηλαδή να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στους κλάδους της ηλεκτρικής ενέργειας και των μεταφορών. Το Στρατηγικό Σχέδιο Ενεργειακών Τεχνολογιών ![]()
καθορίζει μια μεσοπρόθεσμη στρατηγική για όλους τους κλάδους.
Είναι αναγκαίο να επιταχυνθεί η υλοποίηση των έργων ανάπτυξης και επίδειξης βασικών τεχνολογιών, όπως τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς και τα έξυπνα δίκτυα διανομής. Οι ερευνητές και οι επιχειρήσεις της ΕΕ πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να παραμείνουν στην πρωτοπορία της ταχύτατα αναπτυσσόμενης διεθνούς αγοράς ενεργειακής τεχνολογίας και να ενισχύσουν τη συνεργασία τους με τρίτες χώρες για συγκεκριμένες τεχνολογίες.
Η ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά είναι η μεγαλύτερη περιφερειακή αγορά στον κόσμο (πάνω από 500 εκατ. καταναλωτές) και ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας. Πολλές από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ, όπως η κλιματική αλλαγή, η πρόσβαση σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η ανάπτυξη τεχνολογιών, η ενεργειακή απόδοση, είναι κοινές για τις περισσότερες χώρες και η αντιμετώπισή τους εξαρτάται από τη διεθνή συνεργασία.
Η διεθνής ενεργειακή πολιτική πρέπει να επιδιώκει την επίτευξη των κοινών στόχων της ασφάλειας του εφοδιασμού, της ανταγωνιστικότητας και της αειφορίας. Αν και οι σχέσεις με τις χώρες παραγωγής και διαμετακόμισης παραμένουν σημαντικές, ολοένα μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι σχέσεις με μεγάλες ενεργοβόρες χώρες, και ιδίως με τις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες.