RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Φόρος κατά την έξοδο από μια χώρα και αναγκαιότητα συντονισμού των φορολογικών πολιτικών των κρατών μελών

Στην παρούσα ανακοίνωση, η Επιτροπή διατυπώνει προτάσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να εναρμονίσουν τη νομοθεσία τους τους σχετικά με το φόρο κατά την έξοδο από μια χώρα προκειμένου να εξαλειφθούν φαινόμενα διακρίσεων ή διπλής φορολόγησης. Το αντικείμενο της ανακοίνωσης αφορά τις φορολογικές επιβαρύνσεις επί της υπεραξίας όταν ο φορολογούμενος εγκαταλείπει ένα κράτος μέλος προκειμένου να εγκατασταθεί σε ένα άλλο, επίσης κράτος μέλος, πριν πουλήσει τα περιουσιακά του στοιχεία ή όταν ο φορολογούμενος μεταφέρει την έδρα ή τα περιουσιακά του στοιχεία σε κάποιο άλλο κράτος μέλος.

ΠΡΑΞΗ

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, της 19ης Δεκεμβρίου 2006 - «Φόρος κατά την έξοδο από μια χώρα και αναγκαιότητα συντονισμού των φορολογικών πολιτικών των κρατών μελών»· [COM(2006) 825 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].

ΣΥΝΟΨΗ

Στο πλαίσιο μιας συντονισμένης κοινοτικής προσέγγισης στον τομέα της 'dcμεσης φορολογίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να εναρμονίσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις εθνικές διατάξεις τους σχετικά με το φόρο κατά την έξοδο από μια χώρα.

Πολλά κράτη μέλη εισπράττουν κατά την έξοδο τους φόρους επί της υπεραξίας που προκύπτουν όταν ο φορολογούμενος μεταφέρει τη φορολογική κατοικία ή τα περιουσιακά του στοιχεία σε ένα άλλο κράτος μέλος. Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή εξετάζει τα μέσα με τα οποία θα προσαρμόσει τα επιμέρους εθνικά φορολογικά συστήματα κατά την έξοδο από μια χώρα για φυσικά πρόσωπα και εταιρείες έτσι ώστε αυτά να καταστούν συμβατά με την κοινοτική νομοθεσία. Επίσης, προτείνει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου οι νομοθεσίες να εναρμονιστούν μεταξύ τους, να καταργηθεί η διπλή φορολόγηση ή η ακούσια μη φορολόγηση και να αποφευχθούν οι καταχρήσεις και η συρρίκνωση της φορολογικής βάσης.

Ιστορικό

Πολλά κράτη μέλη επιδιώκουν τη φορολόγηση της υπεραξίας που προκύπτει από τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων (φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα) που βρίσκονται στην επικράτειά τους. Σε αυτό το εθνικό πλαίσιο, η συγκεκριμένη υπεραξία φορολογείται σε γενικές γραμμές κατά την πραγματοποίησή της, δηλαδή τη στιγμή της πώλησης ή μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, όταν ένας φορολογούμενος εγκαταλείπει ένα κράτος μέλος για να εγκατασταθεί σε ένα άλλο πριν πουλήσει τα περιουσιακά του στοιχεία, το κράτος προέλευσης κινδυνεύει να χάσει το δικαίωμα φορολόγησης της υπεραξίας που προκύπτει από τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Ομοίως, αν μια εταιρεία μεταφέρει την έδρα της σε ένα άλλο κράτος μέλος ή μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία σε μια θυγατρική με έδρα ένα άλλο κράτος μέλος (μόνιμη εγκατάσταση) ή και αντιστρόφως, το κράτος προέλευσης κινδυνεύει να χάσει το δικαίωμα φορολόγησης της υπεραξίας που προέκυψε με την εγκατάσταση της εταιρείας στην επικράτειά του. Πολλά κράτη μέλη προσπάθησαν να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα φορολογώντας τη λανθάνουσα υπεραξία, η οποία όμως δεν έχει ακόμα εισπραχθεί τη στιγμή που ο φορολογούμενος μεταφέρει τη φορολογική κατοικία ή τα περιουσιακά του στοιχεία σε ένα άλλο κράτος μέλος.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι η άμεση είσπραξη του φόρου επί της υπεραξίας που δεν έχει ακόμα εισπραχθεί κατόπιν της μεταφοράς των περιουσιακών στοιχείων από το ένα κράτος μέλος στο άλλο αντίκειται στην αρχή της ελευθερίας εγκατάστασης. Πράγματι, η άμεση επιβολή φόρων επί της λανθάνουσας υπεραξίας στους φορολογούμενους στο κράτος προέλευσής τους συνιστά διακριτική μεταχείριση, εφόσον η ίδια φορολόγηση δεν εφαρμόζεται σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο άλλο κράτος. Το Δικαστήριο απεφάνθη επίσης ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εγείρουν έναντι των φορολογουμένων δυσανάλογες απαιτήσεις όπως η υποχρέωση να παράσχουν τραπεζικές εγγυήσεις ή να ορίσουν φορολογικό αντιπρόσωπο ως εγγυητή της καταβολής φόρου προς το νέο κράτος μέλος διαμονής λόγω της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων.

Ωστόσο, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να υπολογίσει το ύψος των εισοδημάτων επί των οποίων επιχειρεί να διατηρήσει το δικαίωμα φορολόγησης, εφόσον κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται την άμεση είσπραξη του φόρου, εφόσον η μεταφορά φόρου δεν συνοδεύεται από καμία προϋπόθεση και εφόσον ληφθεί υπόψη κάθε μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων μετά τη μεταφορά. Τα κράτη μέλη οφείλουν λοιπόν να επιτρέπουν την άνευ όρων μεταφορά της είσπραξης του φόρου ως την πραγματική πώληση των περιουσιακών στοιχείων.

Εξάλειψη των εναπομεινάντων φορολογικών εμποδίων

Ακόμα και αν η χορήγηση μιας άνευ όρων μεταφοράς επιτρέπει τη διευθέτηση της άμεσης διαφοράς στη φορολόγηση των φορολογουμένων που εγκαθίστανται σε ένα άλλο κράτος μέλος και εκείνων που συνεχίζουν να κατοικούν στο ίδιο κράτος μέλος, το συγκεκριμένο μέτρο δεν αποτελεί απαραιτήτως τη λύση στα προβλήματα της διπλής φορολόγησης ή της ακούσιας μη φορολόγησης που ενδέχεται να ανακύψουν εξαιτίας των αποκλίσεων των εκάστοτε εθνικών φορολογικών συστημάτων. Διπλή φορολόγηση ενδέχεται να προκύψει αν στο κράτος προέλευσης η υπεραξία υπολογίζεται βάσει της θεωρητικής πώλησης τη στιγμή που ο φορολογούμενος εγκαταλείπει τη χώρα και το νέο κράτος διαμονής φορολογεί το σύνολο της υπεραξίας που προκύπτει από την αγοραπωλησία των περιουσιακών στοιχείων. Αντιστοίχως, οι μέθοδοι υπολογισμού των περιουσιακών στοιχείων των διάφορων εταιρειών βάσει του εκάστοτε κράτους μέλους μπορούν να οδηγήσουν σε διπλή ή ακούσια μη φορολόγηση.

Μια αποτελεσματική διοικητική συνεργασία θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστικός παράγοντας για την προστασία της φορολογικής βάσης του κράτους προέλευσης. Το νέο κράτος μέλος διαμονής αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενημερώνει το κράτος προέλευσης για κάθε μελλοντική εκποίηση περιουσιακών στοιχείων.

Η ανακοίνωση είναι ενδεικτική της βούλησης της Επιτροπής να βοηθήσει τα κράτη μέλη να χαράξουν τις κατευθυντήριες γραμμές για την εξάλειψη των διακρίσεων και της διπλής φορολόγησης, αλλά και την αποφυγή της ακούσιας μη φορολόγησης, των καταχρήσεων και της συρρίκνωσης της φορολογικής βάσης.

 
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 18.06.2007

βλέπε και

Συμπληρωματικές πληροφορίες στο δικτυακό τόπο της ΓΔ Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση (DE) (EN) (FR) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας