RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

Φορολόγηση εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει τον τελικό στόχο να παρασχεθεί η δυνατότητα να φορολογούνται πραγματικά οι τόκοι από αποταμιεύσεις, οι οποίοι εισπράττονται σε ένα κράτος μέλος από φυσικά πρόσωπα που έχουν τη φορολογική τους κατοικία σε ένα άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις φορολογικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους φορολογικής κατοικίας.

ΠΡΑΞΗ

Οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις.

ΣΥΝΟΨΗ

Στόχος της οδηγίας

Στόχος της οδηγίας είναι να παράσχει τη δυνατότητα ώστε τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις, υπό μορφή τόκων που καταβάλλονται, σε ένα κράτος μέλος, σε «δικαιούχους» * που είναι φυσικά πρόσωπα που διαμένουν μόνιμα σε ένα άλλο κράτος μέλος, να φορολογούνται πραγματικά, σύμφωνα με τις φορολογικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους διαμονής. Το μέσο που έχει αποφασιστεί για να παράσχει τη δυνατότητα πραγματικής φορολόγησης των τόκων που καταβάλλονται στο κράτος μέλος όπου ο δικαιούχος έχει τη φορολογική του κατοικία, συνίσταται στην αυτόματη ανταλλαγή στοιχείων μεταξύ των κρατών μελών, σχετικά με την εν λόγω «καταβολή τόκων» *. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να διασφαλίσουν την εκτέλεση των απαιτούμενων ενεργειών για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας - συνεργασία και ανταλλαγή τραπεζικών στοιχείων - από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης του οφειλέτη του χρεωστικού τίτλου που παράγει τους εν λόγω τόκους.

Πεδίο εφαρμογής

Η οδηγία περιορίζεται στη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή καταβολής τόκων από απαιτήσεις και αποκλείει τις περιπτώσεις που συνδέονται με τη φορολόγηση συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών. Σε γεωγραφικό επίπεδο, η οδηγία εφαρμόζεται για τους τόκους που καταβάλλονται από έναν «φορέα πληρωμής»* που είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό του εδάφους όπου εφαρμόζεται η συνθήκη.

Το γενικό καθεστώς: η ανταλλαγή πληροφοριών

  • Κοινοποίηση στοιχείων από το φορέα πληρωμής

Εφόσον ο πραγματικός δικαιούχος των τόκων είναι μόνιμος κάτοικος ενός άλλου κράτους μέλους εκτός εκείνου στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής, η οδηγία επιβάλλει στον εν λόγω φορέα πληρωμής να ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος, ορισμένες ελάχιστες πληροφορίες όπως είναι η ταυτότητα και η κατοικία του πραγματικού δικαιούχου, το όνομα ή η εταιρική επωνυμία και η διεύθυνση του φορέα πληρωμής, ο αριθμός λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της τοκοφόρας απαίτησης, καθώς και πληροφορίες σχετικά με την καταβολή των τόκων.

Εξάλλου, το ελάχιστο περιεχόμενο των πληροφοριών, τις οποίες είναι υποχρεωμένος ο φορέας πληρωμής να κοινοποιεί σχετικά με την καταβολή τόκων, πρέπει να διαφοροποιεί τους τόκους ανάλογα με τις ειδικές κατηγορίες που απαριθμούνται στην οδηγία. Εντούτοις, τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν το εν λόγω ελάχιστο περιεχόμενο πληροφοριών στο συνολικό ποσό των τόκων ή των εσόδων και στο συνολικό ποσό του προϊόντος της κατάσχεσης, της εξαγοράς ή της απόδοσης.

  • Αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών

Η οδηγία επιβάλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του φορέα πληρωμής να ανακοινώνει τα προαναφερθέντα στοιχεία - μία φορά το χρόνο, εντός έξι μηνών από τη λήξη του φορολογικού έτους στο κράτος μέλος του φορέα πληρωμής – στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διαμονής του πραγματικού δικαιούχου.

  • Οι μεταβατικές διατάξεις: η κατακράτηση στη πηγή (Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Αυστρία)

Κατά τη μεταβατική περίοδο, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία δύνανται να μην συμμετέχουν στην ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα έσοδα από αποταμιεύσεις που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, εφόσον εφαρμόζουν ένα σύστημα παρακράτησης στη πηγή για ορισμένα εισοδήματα. Πράγματι, τα εν λόγω τρία κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν το εν λόγω μεταβατικό σύστημα έως ότου η Ελβετική Συνομοσπονδία, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, το Πριγκιπάτο του Μονακό και η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου διασφαλίσουν μια ουσιαστική και πλήρη ανταλλαγή πληροφοριών, κατόπιν αιτήσεως, όσον αφορά τις πληρωμές τόκων και έως ότου το Συμβούλιο συμφωνήσει ομόφωνα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονται να ανταλλάσσουν, κατόπιν αιτήσεως, πληροφορίες σύμφωνα με το πρότυπο της σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OΟΣΑ). Εντούτοις, η οδηγία δίνει το δικαίωμα στα εν λόγω τρία κράτη μέλη να λαμβάνουν πληροφορίες από άλλα κράτη μέλη. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο ή η Αυστρία μπορούν να επιλέξουν την εισαγωγή της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών. Σε αυτήν την περίπτωση το κράτος που χρησιμοποιεί την επιλογή αυτή δεν εφαρμόζει πια την παρακράτηση του φόρου στην πηγή και την κατανομή των αντίστοιχων εσόδων. Έτσι, το Βέλγιο ανήγγειλε ότι αποφάσισε να εφαρμόσει την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της οδηγίας «Αποταμίευση» από την 1η Ιανουαρίου 2010.

Όσον αφορά το σύστημα παρακράτησης στη πηγή, η οδηγία προβλέπει ότι, εφόσον ο πραγματικός δικαιούχος των τόκων είναι μόνιμος κάτοικος ενός κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία παρακρατούν στη πηγή φόρο 15% κατά τα τρία πρώτα έτη της μεταβατικής περιόδου, 20% κατά τα τρία επόμενα έτη και 35% στη συνέχεια.

Όσον αφορά την κατανομή των εσόδων, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη που εφαρμόζουν την παρακράτηση στη πηγή, να κατακρατούν το 25% στα έσοδά τους και να μεταβιβάζουν το 75% στο κράτος μέλος διαμονής του πραγματικού δικαιούχου των τόκων.

Όσον αφορά τη διπλή φορολόγηση, η οδηγία επιβάλλει στο κράτος μέλος στο οποίο έχει τη φορολογική του κατοικία ο πραγματικός δικαιούχος να λάβει μέτρα ώστε να αποφευχθεί κάθε διπλή φορολόγηση που θα μπορούσε να προκύψει από την παρακράτηση του φόρου στην πηγή.

Τέλος, η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να παρακρατούν άλλους φόρους στην πηγή, εκτός από εκείνους που αναφέρονται ανωτέρω, στο πλαίσιο των εθνικών διατάξεών τους ή των συμβάσεων των σχετικών με τη διπλή φορολόγηση.

Περιεχόμενο

Στο πλαίσιο της «δέσμης φορολογικών μέτρων» που αποσκοπούν στην καταπολέμηση του επιζήμιου φορολογικού ανταγωνισμού, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ) αποφάσισε να υιοθετήσει ένα κανονιστικό μέτρο για τον περιορισμό των υφιστάμενων στρεβλώσεων στην πραγματική φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις.

Πράγματι, τα υπό μορφή τόκων εισοδήματα από αποταμιεύσεις αποτελούν φορολογήσιμα εισοδήματα για τους κατοίκους όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λόγω όμως της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων (άρθρα 56 έως 60 της συνθήκης) και ελλείψει συντονισμού των εθνικών καθεστώτων που αφορούν τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, ειδικότερα όσον αφορά τη διαχείριση τόκων που εισπράττονται από μη μόνιμους κατοίκους, είναι επί του παρόντος συχνά δυνατόν να αποφεύγουν οι κάτοικοι των κρατών μελών κάθε μορφή φορολόγησης επί των τόκων που εισπράττονται σε ένα άλλο κράτος μέλος εκτός εκείνου όπου διαμένουν. Η εν λόγω κατάσταση επιφέρει, κατά τις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών, στρεβλώσεις που δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Εξάλλου, ενθαρρύνει τη φοροδιαφυγή όσον αφορά τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις και αυξάνει τη φορολογική πίεση σε εισοδήματα λιγότερο κινητικών πηγών, όπως είναι τα εισοδήματα από την εργασία, με επιζήμια αποτελέσματα στο κόστος της εργασίας και επομένως έμμεσα στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.

Η παρούσα οδηγία βασίζεται στη συναίνεση που επετεύχθη κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Feira, στις 19 και 20 Ιουνίου 2000, καθώς και σε μεταγενέστερες συνόδους του Συμβουλίου ECOFIN, στις 26 και 27 Νοεμβρίου 2000, στις 13 Δεκεμβρίου 2001 και στις 21 Ιανουαρίου 2003. Η εν λόγω συναίνεση αφορά την καθιέρωση μιας αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών στο σύνολο των κρατών μελών, με εξαίρεση το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Αυστρία, για τα οποία ισχύει μία μεταβατική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας, αντί να παρέχουν στοιχεία στα λοιπά κράτη μέλη, πρέπει να εφαρμόζουν παρακράτηση του φόρου στη πηγή, για τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις, τα οποία καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

Λέξεις-κλειδιά της πράξης
  • Πραγματικός δικαιούχος: κάθε φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους ή κάθε φυσικό πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί εντολή πληρωμής τόκων, εκτός και αν παράσχει την απόδειξη ότι η εν λόγω πληρωμή δεν έχει πραγματοποιηθεί ή δεν έχει εκδοθεί σχετική εντολή πληρωμής για λογαριασμό του.
  • Φορέας πληρωμής: κάθε οικονομικός φορέας που καταβάλλει τόκους ή εκδίδει εντολή πληρωμής τόκων προς άμεσο όφελος του πραγματικού δικαιούχου, είτε ο εν λόγω φορέας είναι ο οφειλέτης της τοκοφόρας απαίτησης, είτε ο φορέας που είναι επιφορτισμένος από τον οφειλέτη ή τον πραγματικό δικαιούχο να καταβάλει τους τόκους ή να εκδώσει τη σχετική εντολή πληρωμής· σε ειδικές περιπτώσεις που διευκρινίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας, θεωρείται επίσης ως φορέας πληρωμής, εφόσον είναι ο αποδέκτης της πληρωμής τόκων ή της έκδοσης εντάλματος πληρωμής τόκων, κάθε οργανισμός που είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή εκδίδεται το ένταλμα πληρωμής των τόκων προς όφελος του πραγματικού δικαιούχου.
  • Καταβολή τόκων: η πληρωμή τόκων, ή η κατάθεση τόκων σε λογαριασμό, για απαιτήσεις κάθε είδους, που συνοδεύονται ή όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πριμοδοτήσεων και δώρων που συνδέονται με αυτά (με εξαίρεση τις κυρώσεις για καθυστερημένη πληρωμή)· οι δεδουλευμένοι ή κεφαλοποιημένοι τόκοι που λαμβάνονται κατά την κατάσχεση, την απόδοση ή την εξαγορά προγενέστερων οφειλών· τα έσοδα που προέρχονται από την καταβολή τόκων, είτε άμεσα είτε μέσω συγκεκριμένων οργανισμών, που διανέμονται από τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), που επιτρέπονται σύμφωνα με την οδηγία 85/611/ΕΟΚ, ή ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων· τα έσοδα που προκύπτουν από την κατάσχεση, την απόδοση ή την εξαγορά μεριδίων ή μονάδων στους ΟΣΕΚΑ, εφόσον οι εν λόγω οργανισμοί επενδύουν, άμεσα ή έμμεσα, μέσω του μεσάζοντα άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή φορέων, περισσότερο από το 40 % του ενεργητικού τους σε τέτοιου είδους απαιτήσεις.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΘέση σε ισχύΠροθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Οδηγία 2003/48/ΕΚ [έγκριση: διαβούλευση CNS/2001/0164]

Αρχική ημερομηνία 1.1.2005
παραταθείσα μέχρι 1.7.2005

Ημερομηνία μεταφοράς: 1.1.2004
Ημερομηνία εφαρμογής: 1.7.2005

ΕΕ L 157 της 26.6.2003

Πράξη (εις) τροποποίησηςΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Οδηγία 2004/66/ΕΚ

1.5.2004

1.5.2004

ΕΕ L 168 της 1.5.2004

Οδηγία 2006/98/ΕΚ

1.1.2007

1.1.2007

ΕΕ L 363 της 20.12.2006

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2008 για την τροποίηση της οδηγίας 2003/48/ΕΚ για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [COM(2008) 727 τελικό – Δεν έχει δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα].
Αυτή η πρόταση οδηγίας στοχεύει στην αντιμετώπιση των ελλείψεων της παρούσας οδηγίας, με στόχο να εξασφαλίσει πιο αποτελεσματικά μία πραγματική φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και να εξαλείψει τις ανεπιθύμητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι κύριες τροποποιήσεις που προτείνονται αφορούν τα ακόλουθα σημεία:

  • τον ορισμό του πραγματικού δικαιούχου: πρόταση για μία «μέθοδο διαφάνειας» για να καλυφθούν οι καταβολές τόκων που διενεργούνται υπέρ νομικών προσώπων ή μορφωμάτων, οι κάτοχοι των οποίων είναι φυσικά πρόσωπα (η παρούσα οδηγία καλύπτει μόνο την καταβολή τόκων που διενεργείται προς άμεσο όφελος φυσικών προσώπων)·
  • τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων: προτείνεται να καταγράφονται εν πάση περιπτώσει η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης του πραγματικού δικαιούχου και να συμπληρώνονται οι πληροφορίες αυτές με τον αριθμό φορολογικού μητρώου του δικαιούχου, εφόσον ο αριθμός αυτός αναγράφεται στα έγγραφα που υποβάλλονται για το σκοπό του προσδιορισμού της ταυτότητας·
  • τον ορισμό της έννοιας φορέας πληρωμής: αποσαφήνιση της έννοιας του «φορέα πληρωμής κατά την είσπραξη των τόκων» και εισαγωγή «θετικού» ορισμού για τις ενδιάμεσες δομές με έδρα ένα από τα κράτη μέλη και οι οποίες υποχρεούνται να ενεργούν ως «φορείς πληρωμής κατά την είσπραξη των τόκων»·
  • τον ορισμό της καταβολής των τόκων, προκειμένου να καλυφθούν τα χρηματοδοτικά μέσα που είναι ισοδύναμα με τα ρητώς καλυπτόμενα: δομημένα προϊόντα ισοδύναμα κατ’ ουσίαν με τα προϊόντα απαιτήσεων και ορισμένα προϊόντα ασφάλισης που μπορούν να συγκριθούν άμεσα με οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, δεδομένου ότι η απόδοσή τους συνδέεται με εισοδήματα που προέρχονται από απαιτήσεις ή εξομοιώνονται με αυτά·
  • την επέκταση του πεδίου εφαρμογής σε όλους τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)·
  • την κοινοποίηση πληροφοριακών στοιχείων από τους φορείς πληρωμής·
  • την εισαγωγή μίας διαδικασίας επιτροπολογίας προκειμένου να μπορούν να θεσπίζονται γρήγορα μέτρα εφαρμογής σχετικά με την οδηγία.

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που υιοθετήθηκε στις 24 Απριλίου 2009.
Στο ψήφισμά του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής και προτείνει μία σειρά τροποποιήσεων (29) που, κατά τη γνώμη του, θα καταστήσουν το νέο κείμενο πιο αποτελεσματικό.

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής: Η γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής υιοθετήθηκε στις 13 Μαΐου 2009. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εκφράζει την πλήρη συμφωνία της με την πρόταση της Επιτροπής. Διατυπώνει κάποιες επιφυλάξεις έναντι ορισμένων διοικητικών και νομικών επιπλοκών που προκύπτουν από τις νέες διατάξεις.
Διαδικασία διαβούλευσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (CNS/2008/0215).

Απόφαση 2005/357ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [Επίσημη Εφημερίδα L 114 της 4.5.2005].

Απόφαση 2005/356 ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου της Ανδόρας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [Επίσημη Εφημερίδα L 114 της 4.5.2005].

Απόφαση 2005/353/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [Επίσημη Εφημερίδα L 112 της 3.5.2005].

Απόφαση 2005/347/ΕΚτου Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Μονακό, η οποία προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [Επίσημη Εφημερίδα L 110 της 30.4.2005].

Απόφαση 2004/912/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη σύναψη συμφωνίας υπό μορφήν ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [Επίσημη Εφημερίδα L 385, 29.12.2004]∙

Απόφαση 2004/911/ΕΚ του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 2004, σχετικά με την Uπογραφή συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/EΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και του μνημονίου συμφωνίας που τη συνοδεύει [Επίσημη ΕφημερίδαL 385, 29.12.2004].
Οι προτάσεις αυτές έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν την έγκριση, από την Ελβετία, μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που πρέπει να εφαρμοστούν εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πραγματική φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις∙ προβλέπει επίσης τη δυνατότητα να επωφεληθεί η Ελβετία από τα κοινά συστήματα φορολόγησης που προβλέπονται για τις (οδηγία 90/435/ΕΟΚ) και για τόκουςκαι δικαιώματα που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών (οδηγία 2003/49/ΕΚ). Εξάλλου, το εν λόγω σχέδιο συμφωνίας συνοδεύεται από ένα βοηθητικό συμφωνίας μεταξύ της Ελβετίας, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της. Τούτο συνίσταται ιδίως σε μια δέσμευση των μερών να ξεκινήσουν διμερείς διαπραγματεύσεις, προκειμένου να περιληφθούν, στις αντίστοιχες συμβάσεις τους για τη διπλή φορολόγηση, διατάξεις σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών μετά από αίτηση, σε περιπτώσεις που θεωρούνται «φορολογική απάτη ή παρόμοιες περιπτώσεις» όσον αφορά τα εισοδήματα που δεν υπόκεινται στη συμφωνία, αλλά καλύπτονται από τις αντίστοιχες συμβάσεις, και να καθορίσουν τις διάφορες κατηγορίες περιπτώσεων που εξομοιώνονται με τις «παρόμοιες περιπτώσεις» σύμφωνα με τη διαδικασία φορολόγησης που εφαρμόζουν οι χώρες αυτές. Το μνημόνιο συμφωνίας επιβεβαιώνει επίσης ότι, κατά τη μεταβατική περίοδο που προβλέπεται στην οδηγία 2003/48/EΚ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα αρχίσει συζητήσεις με άλλα σημαντικά χρηματοοικονομικά κέντρα με σκοπό την προώθηση της υιοθέτησης από τους εν λόγω οργανισμούς, μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που εφαρμόζει η Κοινότητα. Τέλος, το μνημόνιο συμφωνίας προβλέπει ότι τα συμφωνηθέντα μέτρα θα εφαρμοστούν με καλή πίστη και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα αποφύγουν μονομερείς ενέργειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν αδικαιολόγητα την παρούσα ρύθμιση.

Απόφαση 2004/587/ΕΚ του συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2004, για την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [Επίσημη Εφημερίδα L 257 της 4.8.2004].
Με την απόφαση αυτή αναβάλλεται για την 1η Ιουλίου 2005 η ημερομηνία έναρξης της ισχύος της οδηγίας 2003/48/ΕΚ.

Απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2001, για τη φορολόγηση εισοδημάτων από αποταμίευση στις υπερπόντιες χώρες ή συνδεδεμένα εδάφη [Επίσημη Εφημερίδα L 314, 30.11.2001].
Δέκα σημαντικά εξαρτώμενα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών (το Τζέρσεϋ, το Γκέρνζυ, η Νήσος του Μαν και τα εξαρτώμενα ή συνδεδεμένα εδάφη της Καραϊβικής) εφαρμόζουν από την 1η Ιουλίου 2005 μέτρα, ίδια με αυτά που προβλέπονται στην οδηγία, ήτοι αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών ή, κατά τη μεταβατική περίοδο που προβλέπει η οδηγία, την είσπραξη παρακράτησης στην πηγή, υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που προβλέπονται για το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο ή την Αυστρία.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 10.03.2009
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας