RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


ΣΑΚΧ (Σχέδιο ανάπτυξης του κοινοτικού χώρου)

Αρχεία

1) ΣΤΟΧΟΣ

Να προσδιορισθούν, στην κλίμακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολιτικοί στόχοι και γενικές αρχές ανάπτυξης του χώρου με στόχο τη διασφάλιση μίας διαρκούς και ισόρροπης ανάπτυξης του εδάφους της Ένωσης, με σεβασμό της ποικιλομορφίας του.

2) ΠΡΑΞΗ

ΣΑΚΧ - Σχέδιο ανάπτυξης του κοινοτικού χώρου. Προς μία ισόρροπη και βιώσιμη χωροταξική ανάπτυξη του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3) ΣΥΝΟΨΗ

Οι πολιτικές χωροταξικής ανάπτυξης αποσκοπούν στη διασφάλιση μιας ισόρροπης και βιώσιμης ανάπτυξης του εδάφους της Ένωσης σε συμφωνία με τους θεμελιώδεις στόχους της κοινοτικής πολιτικής, ήτοι: την οικονομική και κοινωνική συνοχή, την οικονομική ανταγωνιστικότητα βασιζόμενη στις γνώσεις και συνάδουσα με τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης, τη διατήρηση της ποικιλότητας των φυσικών και πολιτιστικών πόρων.

Καθώς δεν μπορεί να δικαιολογηθούν νέες κοινοτικές αρμοδιότητες σε θέματα χωροταξίας, το Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (ΣΑΚΧ) αποτελεί ένα πλαίσιο χάραξης πολιτικής με σκοπό τη βελτίωση της συνεργασίας σε θέματα τομεακών κοινοτικών πολιτικών που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον χώρο. Η επεξεργασία του σχεδίου αυτού έχει ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι η δράση των κρατών μελών γίνεται αρτιότερη όταν βασίζεται στους στόχους της χωροταξικής ανάπτυξης που προσδιορίζονται από κοινού. Πρόκειται για ένα έγγραφο διακυβερνητικής υφής, ενδεικτικής και όχι δεσμευτικής αξίας. Σε συμφωνία με την αρχή της επικουρικότητας, η εφαρμογή του λαμβάνει χώρα στο πλέον κατάλληλο επίπεδο παρέμβασης και σύμφωνα με την επιθυμία των διαφόρων παραγόντων της χωροταξικής ανάπτυξης.

Το ΣΑΚΧ είναι το αποτέλεσμα μιας εντατικής διαδικασίας συζητήσεων. Οι πρώτες προτάσεις που αφορούσαν τη χωροταξική ανάπτυξη χρονολογούνται από τις δεκαετίες του 1960-70, και ιδίως από το "Ευρωπαϊκό σχέδιο χωροταξίας" του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα έγγραφα "Ευρώπη 2000" [COM(94)544, δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα] και "Ευρώπη 2000+" [COM(94)354, δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα] της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έδωσαν την αποφασιστική ώθηση για την εγκαθίδρυση μιας συνεννοημένης πολιτικής. Το Συμβούλιο της Λιέγης του 1993 απετέλεσε την αφετηρία της επεξεργασίας του Σχεδίου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου καθεαυτού. Από τότε, οι διαδοχικές προεδρίες, επικουρούμενες από την επιτροπή χωροταξικής ανάπτυξης, που συγκροτείται από αντιπροσώπους της Επιτροπής και από υπαλλήλους των εθνικών διοικήσεων, έχουν επεξεργασθεί διάφορα σχέδια μέχρι την τελική έγκριση του ΣΑΚΧ στο Potsdam το Μάιο του 1999, στη διάρκεια του άτυπου συμβουλίου των υπουργών χωροταξίας.

Το ΣΑΚΧ περιλαμβάνει δύο μέρη: I) τη συμβολή στην πολιτική χωροταξικής ανάπτυξης ως νέας διαστάσεως της ευρωπαϊκής πολιτικής και II) τις διαγραφόμενες τάσεις, προοπτικές και προκλήσεις στο Χώρο της Ένωσης. Αυτό το ενημερωτικό δελτίο αναφέρεται αποκλειστικά στο πρώτο μέρος. Υπάρχουν ήδη άλλα δελτία (δεύτερη Έκθεση για την κοινωνική και οικονομική συνοχή (castellanodeutschenglishfrançais) και πρώτη ενδιάμεση έκθεση (castellanodeutschenglishfrançais)) τα οποία παρουσιάζουν τα πλέον πρόσφατα στοιχεία σχετικά με τις βασικές τάσεις που διαμορφώνονται στον Κοινοτικό Χώρο.

Η ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ

Το ΣΑΚΧ βασίζεται στην ιδέα ότι η οικονομική μεγέθυνση και η σύγκλιση ορισμένων οικονομικών δεικτών δεν επαρκούν για την επίτευξη του στόχου της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής. Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει κάποια συνεννοημένη παρέμβαση σε θέματα χωροταξικής ανάπτυξης, έτσι ώστε να διορθώνονται οι εντοπιζόμενες ανισότητες. Η παρέμβαση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: τη συνεχώς προϊούσα οικονομική ολοκλήρωση (ΟΝΕ, υλοποίηση της εσωτερικής Αγοράς), την αυξανόμενη σημασία του ρόλου που παίζουν οι τοπικές και περιφερειακές αυτοδιοικήσεις, την προσεχή διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κατεύθυνση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και την εξέλιξη των σχέσεων που συνδέουν τους Δεκαπέντε με τους γείτονές τους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τους άνω των 370 εκατ. κατοίκους σε μία έκταση 3,2 εκατ. τετρ. χλμ. και με Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕγχΠ) 6800 δισεκατ. ευρώ (1996), αποτελεί μέρος των πλέον σημαντικών και ισχυρών οικονομικών ζωνών του κόσμου. Όμως, οι υπάρχουσες σημαντικές οικονομικές ανισότητες υπονομεύουν την υλοποίηση ενός ισόρροπου και βιώσιμου αναπτυξιακού μοντέλου. Η καρδιά της Ευρώπης, που οριοθετείται από τις μητροπόλεις του Λονδίνου, του Παρισιού, του Μιλάνου, του Μονάχου και του Αμβούργου, αντιπροσωπεύει μόνο το 20 % του εμβαδού και το 40 % του πληθυσμού της Κοινότητας, αλλά συμμετέχει στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού ΑΕγχΠ σε ύψος 50 %. Επίσης, παρόλο που οι διαφορές οικονομικών επιδόσεων μεταξύ των "πλουσίων" και των "φτωχών" περιφερειών παρουσιάζουν ελαφρά μείωση, οι περιφερειακές ανισότητες εμφανίζουν άνοδο στο εσωτερικό των περισσοτέρων κρατών. Στο τέλος του 1998, το ποσοστό της ανεργίας αντιστοιχούσε στο 10 % περίπου του ενεργού πληθυσμού (οι μισοί ήταν μακροχρόνιοι άνεργοι και άνω του 20 % νέοι), με σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με τις περιφέρειες και τα κράτη μέλη.

Το ΣΑΚΧ επισημαίνει τέσσερα σημαντικά πεδία τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και ασκούν σημαντικές πιέσεις στη χωροταξική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

  • Η εξέλιξη των αστικών περιοχών:
    Σχεδόν το 80 % του ευρωπαϊκού πληθυσμού είναι σήμερα αστικός πληθυσμός. Τα αστικά κέντρα αναδιαρθρώνονται ή αναδύονται, δημιουργούνται δίκτυα πόλεων τα οποία ενίοτε συνεργάζονται και πέραν των συνόρων. Επίσης, έχει καταστεί αναγκαία μία νέα σχέση πόλης/υπαίθρου ώστε να υπάρχει ανταπόκριση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τοπικές κοινωνίες.
  • Η εξέλιξη των αγροτικών ζωνών:
    Οι αγροτικές ζώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα περιθωριοποίησης οφειλόμενα ιδίως στην ενδεχόμενη συσσώρευση δεσμευτικών συνθηκών, όπως η απόσταση από τις μεγάλες μητροπόλεις, οι κακές κλιματολογικές συνθήκες, η μικρή πληθυσμιακή συγκέντρωση και οι αδυναμίες εξοπλισμού και υποδομών, ή η έλλειψη οικονομικής διαφοροποίησης εξαιτίας της υπερβολικής σημασίας που προσλαμβάνει η γεωργία. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά και ο πλούτος συγκρούονται μεταξύ τους και αποδεικνύουν την αναγκαιότητα για προστασία των φυσικών πόρων και των οικοσυστημάτων καθώς και τις δυνατότητες για διαφορετική αξιοποίηση των οικονομικών δυνατοτήτων (περιβαλλοντικός και πολιτιστικός τουρισμός, διαφοροποιήσεις των δραστηριοτήτων των αγροτών).
  • Οι μεταφορές:
    Στο πλαίσιο υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς, η συνεχής αύξηση των οδικών και αεροπορικών μεταφορών συνεπάγεται κυκλοφοριακές συμφορήσεις και περιβαλλοντικές πιέσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας από τους κυριότερους υπεύθυνους εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος στον κόσμο. Επιπλέον, η ανισομερής κατανομή των υποδομών στο ευρωπαϊκό έδαφος μπορεί να συνεπιφέρει σημαντικές ανισορροπίες από την άποψη των οικονομικών επενδύσεων και να θέσει υπό αμφισβήτηση τις αρχές της χωροταξικής συνοχής.
  • Η φυσική και η πολιτιστική κληρονομιά:
    Η ποικιλομορφία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί μια μεγάλη πηγή πλούτου για την Ευρώπη. Όμως, ορισμένες διαδικασίες κοινωνικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού απειλούν μια τέτοια κληρονομιά. Η πανίδα, η χλωρίδα, τα νερά, τα εδάφη, τα παραδοσιακά τοπία αντιμετωπίζουν τους αποσταθεροποιητικούς παράγοντες που προέκυψαν από την υπερεκμετάλλευση του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο. Στο πλαίσιο μιας αειφόρου ανάπτυξης, η πολιτική χωροταξίας στην Ευρώπη αποσκοπεί στην επιβράδυνση των πρακτικών αυτών και στην προώθηση μιας λογικής χρήσης των πόρων.

Η ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ "ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ" ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Παρά την ύπαρξη ειδικού τίτλου για την κοινωνική και οικονομική συνοχή στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, οι τομεακές πολιτικές της Ένωσης δεν έχουν σαφώς περιγεγραμμένους στόχους χωροταξίας. Εν τούτοις, αρκετές από τις πολιτικές αυτές επηρεάζουν ισχυρά τον κοινοτικό χώρο ως γεωγραφικό τόπο παρέμβασης. Η χωροταξική επίπτωσή τους εξαρτάται από τη φύση των παρεμβάσεων, είτε αυτές είναι οικονομικού χαρακτήρα (Κοινή Γεωργική Πολιτική, περιφερειακή πολιτική ή μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων ειδικές ενισχύσεις για την έρευνα και την καινοτομία), είτε νομικής φύσεως (πολιτική ανταγωνισμού, περιβάλλοντος) ή έχουν χαρακτήρα σχεδιασμού (πολιτική ενέργειας και μεταφορών). Από χρηματοοικονομική άποψη, η Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) και τα Διαρθρωτικά Ταμεία αντιπροσώπευαν το 1997 το 83 % του κοινοτικού προϋπολογισμού.

Ας εξετάσουμε τώρα τις διάφορες τομεακές πολιτικές με χωροταξική επίπτωση:

  • Τα Διαρθρωτικά Ταμεία:
    Οι διάφορες εκθέσεις για τη συνοχή αποδεικνύουν ότι στο επίπεδο των κρατών μελών μειώνονται οι ανισότητες, η τάση όμως είναι αυτές να αυξάνονται μεταξύ των περιφερειών.
    Τα Διαρθρωτικά Ταμεία επιδιώκουν να επιτύχουν το στόχο της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Στην πλειοψηφία τους ασκούν παρεμβάσεις στο πλαίσιο των επιλέξιμων ζωνών (Στόχος 1 για τις περιφέρειες με καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους, Στόχος 2 για τις περιφέρειες σε διαδικασία μετατροπής) και, σε μικρότερο μέτρο, σύμφωνα με μία τυπολογία του χώρου που χρησιμεύει ως βάση για τις κοινοτικές Πρωτοβουλίες (INTERREG III για τις μεθοριακές περιφέρειες, URBAN II για τις αστικές ζώνες, LEADER+ για τις αγροτικές περιοχές).
    Το σύστημα προγραμματισμού των Διαρθρωτικών Ταμείων προσφέρει τη δυνατότητα επεξεργασίας ολοκληρωμένων αναπτυξιακών σχεδίων στα οποία να συμμετέχουν όλοι οι τοπικοί παράγοντες, συνενωμένοι στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικών και διαφανών εταιρικών σχέσεων.
  • Η Κοινή Γεωργική Πολιτική:
    Αρχικά η ΚΓΠ ήταν προσανατολισμένη προς την επίτευξη του στόχου της παραγωγικότητας. Οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις της επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι ολοένα περισσότερο λαμβάνονται υπόψη οι στενοί δεσμοί μεταξύ της γεωργίας και των χώρων της υπαίθρου. Στο εξής, υπερισχύουν ορισμένοι άλλοι στόχοι: η ασφάλεια των τροφίμων και ο σεβασμός του περιβάλλοντος.
    Ένας καλύτερος συντονισμός των διαφόρων πολιτικών ανάπτυξης της υπαίθρου είναι ακόμη περισσότερο αναγκαίος, στο μέτρο που η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εξέλιξη του παγκόσμιου εμπορίου δημιουργούν μεγάλες προκλήσεις για τις αγροτικές ζώνες: η αναδιάρθρωση του γεωργικού τομέα, κυρίως στις υποψήφιες χώρες, η οικονομική διαφοροποίηση των γεωγραφικών ενοτήτων, η αποκατάσταση μίας νέας σχέσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου.
  • Η πολιτική ανταγωνισμού:
    Ενεργώντας υπέρ της ολοκλήρωσης των εθνικών αγορών εντός της εσωτερικής αγοράς, η πολιτικής ανταγωνισμού εμποδίζει κατά κύριο λόγο τις συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων και τις καταχρήσεις δεσποζουσών θέσεων, ελέγχει τις συγχωνεύσεις και εξαγωγές επιχειρήσεων και πλαισιώνει τις κρατικές ενισχύσεις. Τα μέτρα αυτά έχουν ορισμένες επιπτώσεις στη γεωγραφική κατανομή της οικονομικής δραστηριότητας.
    Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη παρέμβασης των δημοσίων αρχών με στόχο να εξασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ του ανταγωνισμού και της υλοποίησης στόχων γενικού συμφέροντος και για να διατηρείται, σε όλη την έκταση της Κοινότητας, η παροχή μιας ελάχιστης και ενιαίας κοινωφελούς υπηρεσίας. Θεωρεί μεν τις περιφερειακές κρατικές ενισχύσεις ως ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, τις αποδέχεται όμως στις περιπτώσεις που είναι δεόντως δικαιολογημένες: ειδική στήριξη παρεχόμενη στις περιφέρειες με αναπτυξιακή καθυστέρηση, σε διαδικασία μετατροπής ή που αντιμετωπίζουν φυσικά μειονεκτήματα (κλιματολογικές συνθήκες, απομάκρυνση).
  • Τα διευρωπαϊκά δίκτυα (ΔΔ):
    Η Κοινότητα συμμετέχει στην εγκαθίδρυση διευρωπαϊκών δικτύων τους τομείς των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και του ενεργειακού εφοδιασμού. Μέσα από τον άμεσο αντίκτυπό τους στις χρήσεις του χώρου, συμβάλλουν έτσι στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς καθώς και στην ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής βελτιώνοντας τους δεσμούς μεταξύ των κεντρικών και των νησιωτικών, περίκλειστων και/ή περιφερειακών ζωνών.
    Τα δίκτυα μεταφορών αντιπροσωπεύουν το 80 % του κοινοτικού προϋπολογισμού που διατίθεται για τα ΔΔ. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο και αποτελεσματικό σύστημα, το οποίο να σέβεται το περιβάλλον: ανακούφιση του οδικού δικτύου με τη δημιουργία σιδηροδρόμων μεγάλης ταχύτητας και προώθηση των οδών εσωτερικής ναυσιπλοΐας, ανάπτυξη των μέσων μαζικής μεταφοράς και προώθηση της χρήσης ποδηλάτων στην πόλη.
    Μέσα από τους θεσμούς ιδίως της εξ αποστάσεως κατάρτισης και εργασίας, τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών συμβάλλουν στην υπέρβαση των γεωγραφικών μειονεκτημάτων.
    Στον τομέα της ενέργειας (φυσικό αέριο, ηλεκτρισμός), οι επιπτώσεις σε τοπικό επίπεδο αφορούν τα αποτελέσματα από τις χρήσεις γης και τις εξελίξεις στην καταναλωτική συμπεριφορά.
  • Η περιβαλλοντική πολιτική:
    Η συνθήκη του Άμστερνταμ προσδίδει στην πολιτική αυτή περισσότερο ειδικό βάρος ενσωματώνοντας τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις στη διαδικασία εφαρμογής όλων των κοινοτικών πολιτικών. Οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι αναγκαίο να εκπονούνται πριν την υλοποίηση των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων.
    Η επίπτωση της περιβαλλοντικής πολιτικής στο χώρο αφορά επίσης τον προσδιορισμό των προστατευομένων ζωνών (δίκτυο " Natura 2000 ") όσον αφορά την πανίδα και τη χλωρίδα, τη μείωση της χρήσης βλαβερών ουσιών (αζωτούχες ενώσεις) στη γεωργία, την κανονιστική ρύθμιση της διαχείρισης των αποβλήτων, τον περιορισμό της ατμοσφαιρικής ή ακουστικής ρύπανσης, την προώθηση των ανανεώσιμων ενεργειών (αιολική ενέργεια).
  • Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη (ΕΤΑ):
    Η κοινοτική πολιτική σε θέματα ΕΤΑ ευνοεί τη συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων, των ερευνητικών κέντρων και των πανεπιστημίων. Κανένα περιφερειακό κριτήριο δεν εξειδικεύει την επιλογή των σχεδίων. Οι λιγότερο ευημερούσες περιφέρειες είναι πάντως σε θέση, με τίμημα την προώθηση σε συγκεκριμένο κοινό της εικόνας τους με βάση τους ειδικούς πόρους και προσόντα τους, να προσελκύσουν επενδύσεις στον τομέα της ΕΤΑ.
    Το πολυετές πρόγραμμα-πλαίσιο υποστηρίζει τις έρευνες για την χωροταξική ανάπτυξη, πάνω σε θέματα όπως "η πόλη του αύριο και η πολιτιστική κληρονομιά", "η αειφόρος διαχείριση της γεωργίας και της αλιείας" ή "η αειφόρος διαχείριση και η ποιότητα των υδάτων".

Η χρηματοδοτική αρωγή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕ), η οποία τοποθετείται εκτός του κοινοτικού προϋπολογισμού, διαδραματίζει κατά τα άλλα ένα σημαντικό ρόλο στην προώθηση των διαρθρωτικών δράσεων της Ένωσης. Πέραν από την παράλληλη ενθαρρυντική επίπτωσή τους, τα χορηγούμενα δάνεια προσαρμόζονται ιδιαίτερα στην υλοποίηση σχεδίων στις μειονεκτούσες περιφέρειες. Στο πλαίσιο της προσεχούς διεύρυνσης, η διευκόλυνση αυτή εμφανίζεται ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χρηματοδότηση μακρόχρονων σχεδίων, όπως οι επενδύσεις σε υποδομές.

Χωρίς κάποια διαδικασία συντονισμού, οι κοινοτικές πολιτικές είναι δυνατόν, αθέλητα, να επιδεινώνουν συχνά τις περιφερειακές αναπτυξιακές ανισότητες επειδή, ανταποκρινόμενες σε κάποιον τομεακό στόχο στερούμενος χωρικής διάστασης, τα αντίστοιχα αποτελέσματά τους μπορεί μερικές φορές να ακυρώνονται. Τα κράτη μέλη, μαζί με την Επιτροπή, σχεδιάζουν συνεπώς το ΣΑΚΧ σαν ένα εργαλείο το οποίο συμβάλλει στη βελτίωση του συντονισμού των κοινοτικών πολιτικών. Στο πλαίσιο αυτό, επείγει οι υπηρεσίες της Επιτροπής να ενισχύσουν το συντονισμό τους ώστε να εξασφαλίσουν τη χωροταξική συνοχή και την αξιολόγηση των επιπτώσεων στο χώρο των πολιτικών που είναι επιφορτισμένες να θέτουν σε εφαρμογή.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΧΩΡΟ

Απευθυνόμενες στο σύνολο των εμπλεκομένων φορέων της χωροταξικής ανάπτυξης σε ευρωπαϊκό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, οι στόχοι και οι πολιτικές επιλογές του ΣΑΚΧ είναι οι ακόλουθες: A) η εγκαθίδρυση ενός πολυκεντρικού και ισόρροπου αστικού συστήματος, B) προώθηση ενοποιημένων σχημάτων μεταφορών και επικοινωνιών που να ευνοούν την ισότιμη πρόσβαση στις υποδομές και στη γνώση, σε ολόκληρη την "επικράτεια" της Ένωσης, Γ) ανάπτυξη και διαφύλαξη της φύσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς.

A) Πολυκεντρική χωροταξική ανάπτυξη και νέα σχέση πόλης / υπαίθρου

Σήμερα, η καρδιά της Ευρώπης - η οποία οριοθετείται από τις μητροπόλεις του Λονδίνου, του Παρισιού, του Μιλάνου, του Μονάχου και του Αμβούργου - αποτελεί τη μόνη δυναμική ζώνη ενσωμάτωσης στην παγκόσμια αγορά. Όμως, μέσα στην Ένωση, οι σημερινές διαμορφούμενες τάσεις του χώρου χαρακτηρίζονται από την επιδίωξη της συγκέντρωσης ιδιαίτερα αποδοτικών παγκόσμιων λειτουργιών στην καρδιά της Ευρώπης, αν όχι και σε μερικές μητροπόλεις (Βαρκελώνη, περιφέρεια του Ψresund).

Μπροστά στις προοπτικές διεύρυνσης και αυξανόμενης ενσωμάτωσης των εθνικών οικονομιών μέσα στην εσωτερική αγορά και μέσα στην παγκόσμια οικονομία, το συνιστώμενο μοντέλο πολυκεντρικής ανάπτυξης θα δώσει τη δυνατότητα να αποφευχθεί η υπερβολική συγκέντρωση του πληθυσμού και της οικονομικής, πολιτικής, χρηματοοικονομικής ισχύος σε μία και μόνο δυναμική ζώνη. Η ανάπτυξη μιας σχετικά αποκεντρωμένης αστικής δομής θα προσδώσει αξία στη δυναμική όλων των ευρωπαϊκών περιφερειών και με τον τρόπο αυτό, θα μπορεί να μειώσει τις περιφερειακές ανισότητες.

Αντί να ευνοεί αποκλειστικά, όπως στο παρελθόν, την απλή πρόσδεση της περιφέρειας στο κέντρο, με τη δημιουργία νέων υποδομών, το μοντέλο πολυκεντρικής και χωροταξικής ανάπτυξης συνιστά μάλλον:

  • τη δημιουργία περισσοτέρων ζωνών οικονομικής ολοκλήρωσης σε παγκόσμιο επίπεδο
  • την ενίσχυση ενός ισόρροπου συστήματος μητροπολιτικών περιφερειών και συστάδων πόλεων
  • την προώθηση ολοκληρωμένων στρατηγικών αστικής ανάπτυξης εντός των κρατών μελών, που να συμπεριλαμβάνουν τους εγγύς ευρισκόμενους χώρους της υπαίθρου
  • την ενίσχυση της θεματικής συνεργασίας (τοπικές συγκοινωνίες, δεσμοί μεταξύ πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, ενσωμάτωση των νέων μεταναστών) στο πλαίσιο διασυνοριακών και διακρατικών δικτύων μεταξύ των χωρών της Βόρειας Ευρώπης, της Ανατολικής Ευρώπης και της Μεσογειακής λεκάνης.

Για να παρέχουν τη δυνατότητα βιώσιμης ανάπτυξης, οι ολοκληρωμένες αναπτυξιακές στρατηγικές για τις πόλεις και τις αστικές περιοχές πρέπει να δίνουν απαντήσεις σε αρκετές σημαντικές προκλήσεις:

  • να ενισχυθεί ο στρατηγικός ρόλος των μητροπολιτικών περιοχών και των "πόλεων-εισόδων" οι οποίες παρέχουν πρόσβαση στο έδαφος της Ένωσης (μεγάλα λιμάνια, διηπειρωτικά αεροδρόμια, πόλεις που διοργανώνουν διεθνείς εκθέσεις, πολιτιστικά κέντρα παγκόσμιας φήμης), αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στις περιφερειακές ζώνες·
  • να ελέγχεται η αστική επέκταση με βάσει την έννοια της "συνεκτικής πόλης" (πόλη μικρών εσωτερικών αποστάσεων), ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές
  • να βελτιωθεί η οικονομική βάση με αξιοποίηση των ειδικών δυνατοτήτων της κάθε περιοχής και με την εγκατάσταση σ' αυτή καινοτόμων, διαφοροποιημένων και άλλων δραστηριοτήτων που δημιουργούν θέσεις απασχόλησης
  • να ευνοείται ο μικτός χαρακτήρας των δραστηριοτήτων και η ανάμειξη των κοινωνικών ομάδων, ιδίως στις μητροπόλεις, με σκοπό την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού ενός μέρους του πληθυσμού, την αναδιαρρύθμιση και αναβάθμιση των συνοικιών που αντιμετωπίζουν κρίση καθώς και των εγκαταλελειμμένων βιομηχανικών περιοχών
  • να γίνεται έξυπνη διαχείριση των πόρων, όπως των υδάτων, του εδάφους, της ενέργειας και των απορριμμάτων, να διαφυλάσσεται η φύση και η πολιτιστική κληρονομιά, να επεκτείνονται οι φυσικοί χώροι
  • να βελτιώνεται η πρόσβαση στις διάφορες ζώνες με αποτελεσματικά μεταφορικά μέσα που δεν ρυπαίνουν το περιβάλλον.

Η ζωή και η παραγωγή στην ύπαιθρο χώρα δεν αντιβαίνει, αφ' εαυτής, προς την ανταγωνιστική οικονομική ανάπτυξη ούτε προς τη μεγέθυνση της απασχόλησης. Οι διάφορες περιοχές της υπαίθρου, οι οποίες εμφανίζουν ποικιλομορφία, έχουν ολοκληρώσει ή έχουν ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία μετατροπής τους, αποβλέποντας στην επίλυση των διαρθρωτικών αδυναμιών τους και στην εστίαση της προσοχής τους στην ενδογενή ανάπτυξή τους. Για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του αραιού πληθυσμού και της κατά κύριο λόγο γεωργικής χρήσης της γης, οι περιοχές της υπαίθρου οφείλουν πράγματι να διευρύνουν την ποικιλία των δραστηριοτήτων τους βασίζοντας τη στρατηγική τους πάνω στις ιδιαιτερότητές τους και στις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Η εκ νέου ανακάλυψη της πολυλειτουργικότητας μιας γεωργίας προσανατολισμένης προς την ποιότητα (ασφάλεια των τροφίμων, τοπικά προϊόντα, "πράσινος τουρισμός", αξιοποίηση της κληρονομιάς και των τοπίων, χρησιμοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας), η ανάπτυξη δραστηριοτήτων συνδεομένων με τις νέες τεχνολογίες της πληροφορίας και η ανταλλαγή εμπειριών σε συγκεκριμένα θεματικά πεδία, θα επιτρέψουν στις περιοχές της υπαίθρου να εκμεταλλευθούν με τον καλύτερο τρόπο το αναπτυξιακό δυναμικό τους.

Εξάλλου, η προβληματική για μία νέα εταιρική σχέση πόλης / υπαίθρου θα έχει ως στόχο την προώθηση μίας ολοκληρωμένης προσέγγισης στην κλίμακα των περιφερειών και την από κοινού επίλυση των δυσχερειών εκείνων που θα ήταν ανυπέρβλητες αν αντιμετωπίζονταν χωριστά. Αυτή η εταιρική σχέση θα επιτρέψει τον προσδιορισμό ορισμένων πρωτότυπων αναπτυξιακών επιλογών. Είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη διατήρηση της προσφοράς βασικών υπηρεσιών και δημόσιων συγκοινωνιών καθώς και την αποτελεσματική βελτίωση του σχεδιασμού των χρήσεων γης. Θα ευνοήσει την ανταλλαγή εμπειριών μέσω των δικτύων συνεργασίας στα οποία θα συνεργάζονται οι τοπικές αρχές με τις επιχειρήσεις των αστικών περιοχών και της υπαίθρου.

B) Ισότιμη πρόσβαση στις υποδομές και στη γνώση

Οι υποδομές συγκοινωνιών και τηλεπικοινωνιών, αν και δεν μπορούν από μόνες τους να επιτύχουν τους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, αποτελούν πάντως σημαντικά εργαλεία. Πράγματι, επιτρέπουν τις διασυνδέσεις των διαφόρων περιοχών και ιδιαίτερα αυτές μεταξύ των κεντρικών και των περιφερειακών ζωνών αφενός και των αστικών κέντρων και του γύρω χώρου τους αφετέρου.

Η μελλοντική επέκταση των διευρωπαϊκών δικτύων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την έννοια της πολυκεντρικής ανάπτυξης. Είναι σκόπιμο να εξασφαλίζεται κατά προτεραιότητα η εξυπηρέτηση των οικονομικών ζωνών παγκόσμιας ενσωμάτωσης, αφού βεβαίως προηγηθεί ο προσδιορισμός τους, να αποδοθεί μεγάλη προσοχή στις περιφέρειες με γεωγραφικό μειονέκτημα καθώς και στις δευτερεύουσες εσωτερικές συνδέσεις εντός των περιφερειών. Επιπλέον, όλες οι περιφέρειες θα πρέπει να είναι σε θέση να έχουν ισόρροπη πρόσβαση στους διηπειρωτικούς κόμβους (λιμάνια και αεροδρόμια).

Η σημερινή αύξηση της μεταφοράς προσώπων και εμπορευμάτων απειλεί ολοένα περισσότερο το περιβάλλον και την αποτελεσματικότητα των μεταφορικών συστημάτων. Με μια ενδεδειγμένη πολιτική χωροταξικής ανάπτυξης (μέσα μαζικής μεταφοράς στην πόλη, πολυτροπικότητα των μεταφορικών συστημάτων, επιμερισμός των υποδομών), οι πιέσεις στο περιβάλλον, που οφείλονται στον αυξανόμενο όγκο μετακινήσεων, την κυκλοφοριακή συμφόρηση και στις χρήσεις γης, μπορούν να αντιμετωπισθούν με ολοκληρωμένο τρόπο.

Η πρόσβαση στη γνώση και στις υποδομές είναι πρωταρχικής σημασίας για μια κοινωνία βασιζόμενη στις γνώσεις. Οι αγορές εργασίας και οι επιχειρήσεις έχουν ανάγκη από δυναμικά καινοτόμα συστήματα, από αποτελεσματική μεταφορά τεχνολογιών και από αποτελεσματικούς θεσμούς εκπαίδευσης και κατάρτισης. Όμως, η πρόσβαση στη γνώση καθώς και το δυναμικό για καινοτομίες παραμένουν σε κακή κατανομή μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συγκεντρώνονται εκεί όπου ο οικονομικός δυναμισμός εμφανίζεται ως ο ζωηρότερος. Η άνοδος του επιπέδου εκπαίδευσης και κατάρτισης του πληθυσμού στις περιφέρειες που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, ιδίως με τη διάδοση των νέων τεχνολογιών της πληροφορίας (βασικές παροχές, κατάλληλη τιμολογιακή πολιτική, κατάρτιση και ευαισθητοποίηση), θα συμβάλλει στην καταπολέμηση των παρατηρούμενων ανισοκατανομών.

Γ) Συνετή διαχείριση της φύσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς

Η χωροταξική ανάπτυξη είναι σε θέση να διαδραματίσει κινητήριο ρόλο για τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της βιοποικιλότητας σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο. Εάν μερικές φορές δικαιολογείται η λήψη αυστηρών προστατευτικών μέτρων, συχνά είναι πιο ενδεδειγμένο να συμπεριλαμβάνεται η διαχείριση των απειλούμενων τοποθεσιών σε χωροταξικές στρατηγικές που αφορούν πολύ ευρύτερες ζώνες. Η φύση και ο πολιτισμός, όταν αξιοποιούνται και γίνονται σεβαστά, αποτελούν πράγματι ένα μη αμελητέο οικονομικό παράγοντα περιφερειακής ανάπτυξης.

Ο πλούτος της κληρονομιάς και των πολιτιστικών τοπίων της Ευρώπης αποτελεί την έκφραση της ταυτότητάς της και αποκτούν παγκόσμια σημασία. Για την αναστροφή των ενδεχομένων τάσεων προς εγκατάλειψη και υποβάθμισή τους, και για να μεταβιβασθεί η κληρονομιά αυτή στις μελλοντικές γενεές υπό τις βέλτιστες συνθήκες, επιβάλλεται να υιοθετηθεί μια δημιουργική προσέγγιση. Γι' αυτό, πρέπει να προσδιορισθούν ολοκληρωμένες στρατηγικές διαφύλαξης και αποκατάστασης, οι οποίες να αφορούν τα τοπία και την κληρονομιά, και πρέπει επίσης να υπάρξει ευαισθητοποίηση του κοινού όσον αφορά τη συμβολή των εφαρμοζομένων πολιτικών χωροταξίας στην υπεράσπιση της κληρονομιάς των μελλοντικών γενεών.

Μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ανάπτυξη των φυσικών πόρων βασίζεται επίσης στην επεξεργασία ολοκληρωμένων στρατηγικών που εξασφαλίζουν βιώσιμη διαχείριση των περιβαλλοντικών παραγόντων (ατμόσφαιρας, υδάτων, εδάφους) καθώς και στοχοθετημένη προστασία των ειδικών ζωνών:

  • Σύμφωνα με τις ανειλημμένες βάσει του πρωτοκόλλου του Κιότο δεσμεύσεις, η μείωση των εκπομπών CO2 είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση του "φαινομένου του θερμοκηπίου", ιδίως μέσα από την προώθηση λιγότερο ενεργοβόρων διαρθρώσεων διαβίωσης, που να δημιουργούν λιγότερες συγκοινωνιακές ανάγκες και να προσφεύγουν περισσότερο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
  • Το νερό αποτελεί έναν ζωτικής σημασίας πόρο. Ενώ η παρουσία του συχνά θεωρείται στην Ευρώπη ως αυτονόητη, στο μέλλον, θα γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να εξασφαλίζεται ένα ισοδύναμο επίπεδο εφοδιασμού, από ποσοτική και ποιοτική άποψη, λόγω της υπερεκμετάλλευσης και της ρύπανσης. Οι συμφωνημένες πολιτικές διαχείρισης των υδάτων (επιφανειακών, υπόγειων και θαλάσσιων) φαίνονται ως εκ τούτου απαραίτητες. Η πρόληψη, ο προσδιορισμός καλύτερων χρήσεων γης, η διαχείριση των κρίσεων (πλημμύρες, ανομβρίες), η ευαισθητοποίηση και η συνεργασία και πέραν των συνόρων, αποτελούν τα κυριότερα συστατικά στοιχεία των πολιτικών αυτών.
  • Η δημιουργία του δικτύου προστατευομένων ζωνών "Natura 2000" αποτελεί μία συγκεκριμένη προσέγγιση αειφόρου ανάπτυξης. Άλλες ευαίσθητες ζώνες (ορεινές, υγρότοποι, νησιά) μαρτυρούν τη μεγάλη βιολογική ποικιλότητα η οποία, μέσω της κατάλληλης ολοκληρωμένης στρατηγικής, προσφέρει προοπτικές ανάπτυξης. Μια ολοκληρωμένη χωροταξία των παράκτιων ζωνών (ΟΧΠΖ) πρέπει να ανταποκρίνεται στις πολλαπλές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα 90.000 περίπου χιλιόμετρα ακτών.

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΣΑΚΧ

Αν και το ΣΑΚΧ δεν είναι ένα δεσμευτικό έγγραφο, τα κράτη μέλη επιθυμούν αυτό να παραγάγει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Η ευκταία συνεργασία μεταξύ των εμπλεκομένων σε διάφορα επίπεδα παραγόντων, αρμόδιων για τη χωροταξία, θα επιτρέψει την αποφυγή των αντιφάσεων και αποφυγή της αμοιβαίας εξουδετέρωσης των δράσεων.

Τα κράτη μέλη διατυπώνουν ορισμένο αριθμό κατάλληλων συστάσεων:

  • Σε κοινοτική κλίμακα:
    α) Συνιστάται στην Επιτροπή να αποτιμά, περιοδικά και συστηματικά, τις επιπτώσεις των κοινοτικών πολιτικών στο χώρο.
    β) Ενόψει μιας συνεκτικής θέσης σε εφαρμογή, συνιστάται η συνεργασία στο πλαίσιο οργανώσεων και διεθνών οργανισμών (Συμβούλιο της Ευρώπης, ΟΟΣΑ).
    γ) Ορισμένα μέτρα που ευνοούν τη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών περιλαμβάνουν: τη θέση σε λειτουργία συγκρίσιμων δεικτών (γεωγραφική θέση, οικονομική ισχύς, χωρική και κοινωνική ενσωμάτωση, φυσικοί και πολιτιστικοί πόροι), η εκπόνηση μελετών σχετικά με τις ευρύτερες τάσεις που διαμορφώνονται στο χώρο της Ευρώπης (δημογραφικές, εγκατάσταση των δραστηριοτήτων και παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, τεχνολογικές εξελίξεις, διεύρυνση και σχέσεις με τις τρίτες χώρες), η ανταλλαγή καινοτόμων εμπειριών σε θέματα χωροταξίας.
    δ) Η ίδρυση ενός "δικτυακού παρατηρητηρίου της ευρωπαϊκής χωροταξίας" (ORATE) (FR ) πρόκειται να πραγματοποιηθεί το συντομότερο. Τα ειδικευμένα ιδρύματα ερευνών των κρατών μελών θα συνοδεύουν τότε την πολιτική συνεργασία, με την εκπόνηση κοινών μελετών σχετικά με τη χωροταξική ανάπτυξη.
  • Η υπερεθνική συνεργασία:
    Στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας INTERREG III, προτείνεται στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή να συνεχίσουν τις δράσεις υπερεθνικής συνεργασίας, η οποία βασίζεται σε σχέδια χωροταξικής ανάπτυξης. Προς το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να διατηρούνται οι κατάλληλες δομές συνεργασίας, να ενθαρρύνεται η δημιουργία κοινών διοικητικών διαρθρώσεων παρά τα αντιμετωπιζόμενα νομικά εμπόδια, να ενισχύεται η συμμετοχή των αυτοδιοικήσεων, να υποστηρίζεται η συνεργασία με τις χώρες που δεν είναι κράτη μέλη, ιδίως με την προοπτική της διεύρυνσης, αξιοποιώντας τα υπάρχοντα μέσα (INTERREG III, προγράμματα Phare, TACIS, MEDA, CARDS
  • Στο επίπεδο των κρατών μελών:
    Προτείνεται στους Δεκαπέντε να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη την ευρωπαϊκή διάσταση της χωροταξίας στις εθνικές τους πολιτικές και να ενημερώνουν το κοινό σχετικά με την ευρωπαϊκή συνεργασία σε θέματα χωροταξικής ανάπτυξης.
  • Η διασυνοριακή και διαπεριφερειακή συνεργασία:
    Προτείνεται στα κράτη μέλη και στις τοπικές και περιφερειακές αυτοδιοικήσεις να συνεχίσουν την υλοποίηση σχεδίων διασυνοριακού χαρακτήρα. Μερικά από τα σχετικά παραδείγματα είναι τα εξής: η επεξεργασία χωροταξικών διαγραμμάτων και σχεδίων χρήσης γης, η βελτιωμένη διάρθρωση των περιφερειακών μεταφορικών συστημάτων και διασύνδεσή τους με τους εθνικούς και διεθνείς κόμβους, η θέση σε εφαρμογή στρατηγικών αειφόρου ανάπτυξης στην ύπαιθρο και προγραμμάτων που να αξιοποιούν την φυσική και πολιτιστική κληρονομιά, η δημιουργία δικτύων πόλεων με βάση το θεματικό πεδίο της αστικής ανάπτυξης.

ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Η διεύρυνση, που αποτελεί αυθεντική πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα έχει μια άνευ προηγουμένου κοινωνικοοικονομική και χωροταξική επίπτωση. Με τη μελλοντική προσχώρηση 10 υποψηφίων χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΧΚΑΕ) καθώς και της Κύπρου και της Μάλτας, ο πληθυσμός και η έκταση της Ένωσης θα αυξηθούν κατά το ένα τρίτο περίπου, ενώ το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) κατά 5 % μόνο.

Αποτέλεσμα της διεύρυνσης είναι να σημειωθεί εξέλιξη στο πεδίο (χώρο) αναφοράς του ΣΑΚΧ, σε διάφορους τομείς:

  • στον πληθυσμό:
    αν και τα κράτη της Βαλτικής, η Σλοβενία και η Κύπρος διαθέτουν πληθυσμό κάτω των 4 εκατομμυρίων κατοίκων, μόνον η Πολωνία και η Ρουμανία είναι μεγάλες χώρες από την άποψη του πληθυσμού και της έκτασης. Στις υποψήφιες χώρες, η πολεοδομική κατανομή συγκεντρώνεται περισσότερο στο σύνολο της έκτασης, απ' ότι στα κράτη μέλη. Επειδή το 60 % των κατοίκων των υποψήφιων χωρών κατοικούν σε συνοριακές περιοχές, η διασυνοριακή συνεργασία αποδεικνύεται ένα προνομιακό εργαλείο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
  • στην οικονομία:
    η οικονομική ευημερία (στοιχεία του 1995) των υποψήφιων χωρών είναι παντού χαμηλότερη από αυτή των κρατών μελών και παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις από τη μία χώρα στην άλλη. Η Σλοβενία, που είναι η πλουσιότερη υποψήφια χώρα, φθάνει στο επίπεδο της Ελλάδας που είναι το φτωχότερο κράτος μέλος, ενώ οι χώρες της Βαλτικής, η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι οι λιγότερο ευημερούσες χώρες. Στο εσωτερικό επίπεδο, οι πρωτεύουσες και οι συνοριακές περιοχές είναι οι πλέον δυναμικές. Στη διερεύνηση των περιφερειακών ανισοτήτων, οι υποψήφιες χώρες αποδεικνύονται συνεπώς συγκρίσιμες με τις χώρες της συνοχής και οι περιφερειακές αποκλίσεις παρουσιάζουν τον κίνδυνο περαιτέρω επιδείνωσής τους.
    Χαρακτηριζόμενη από ισχυρές περιφερειακές ανισότητες, η εξέλιξη της απασχόλησης παρουσιάζει ισχυρές αναδιαρθρώσεις - πάντοτε υπό εξέλιξη - στη βιομηχανία και στη γεωργία.
  • στις μεταφορές:
    στον τομέα αυτό έχουν σημειωθεί θεαματικές αλλαγές στις υποψήφιες χώρες: μεταβλήθηκε ο γεωγραφικός προσανατολισμός τους από ανατολάς προς δυσμάς, το κατ' εξοχήν μεταφορικό μέσο από τις σιδηροδρομικές μεταφορές στις οδικές και, όσον αφορά την οικονομία, από τη δημόσια οικονομία προς τον ιδιωτικό τομέα.
    Παρά την έλλειψη πόρων, η ισόρροπη και βιώσιμη ανάπτυξη των μεταφορών καθώς και ο εκσυγχρονισμός και οι υποδομές αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη πρόκληση για το μέλλον.
  • στο περιβάλλον:
    η κατάσταση του περιβάλλοντος έχει δύο όψεις. Οι περισσότερες υποψήφιες χώρες διαθέτουν πολιτιστικά περιβάλλοντα και εκτεταμένα οικοσυστήματα που παραμένουν σχετικά ανέπαφα. Όμως, υψηλές συγκεντρώσεις ρύπων στην ατμόσφαιρα και στα ύδατα σημειώνονται στις πλέον βιομηχανικές περιφέρειες.

Στις ΧΚΑΕ, η απάντηση στις προκλήσεις που συνδέονται με τη διαδικασία οικονομικής μεταρρύθμισης θεωρείται πάντοτε ότι αποτελεί εθνικής σημασίας αποστολή. Η περιφερειακή πολιτική ή και η πολιτική χωροταξίας πάσχουν από απουσία παραδόσεων, η οποία εκδηλώνεται ως έλλειψη σε θέματα μέσων και δομών άσκησης της πολιτικής και από συχνή απουσία ενός αυτόνομου περιφερειακού επιπέδου στη διοικητική διαίρεση της χώρας. Η Πολωνία, η Σλοβενία και η Ουγγαρία είναι οι χώρες που έχουν προχωρήσει περισσότερο από τις άλλες στις μεταρρυθμίσεις προς μία περιφερειακή πολιτική που να ανταποκρίνεται στο σημερινό κοινοτικό μοντέλο (περιφερειακή στρατηγική, προγραμματισμός, εταιρική σχέση, υλοποίηση, παρακολούθηση και αξιολόγηση). Βλέπε τους συμπληρωματικούς ενδεικτικούς προσανατολισμούς για τα μελλοντικά κράτη μέλη (castellanodeutschenglishfrançais) και την προετοιμασία τους για την εφαρμογή της περιφερειακής πολιτικής του 2004-2006 (castellanodeutschenglishfrançais).

Η διεύρυνση απαιτεί να γίνει μεταρρύθμιση των σημερινών πολιτικών στον τομέα της γεωργίας και των περιφερειών. Η Επιτροπή είχε ήδη υποβάλει τις προτάσεις της για το θέμα αυτό στο πλαίσιο του Προγράμματος δράσης 2000 (castellanodeutschenglishfrançais)και η συζήτηση για το μέλλον της περιφερειακής πολιτικής μετά το 2006 έχει επίσης ξεκινήσει. Πάντως, οι προηγούμενες διευρύνσεις μας διδάσκουν ότι η αύξηση του αριθμού των λιγότερο ευημερουσών χωρών μέσα στην Ένωση τείνει να μειώνει το περιθώριο κινήσεων σε θέματα περιφερειακής πολιτικής. Ποιες θα είναι λοιπόν οι προτεραιότητες της μελλοντικής πολιτικής συνοχής; Περιμένοντας την απάντηση, είναι αναγκαίο να εκπονηθούν εμπεριστατωμένες μελέτες σχετικά με την χωροταξική επίπτωση της διεύρυνσης. Είναι επίσης σημαντικό να συμμετάσχουν, το συντομότερο δυνατόν, οι υποψήφιες χώρες και οι αυτοδιοικήσεις τους στη διαχείριση των κοινοτικών ταμείων. Ως προς το σημείο αυτό, τα χρηματοδοτικά μέσα της περιφερειακής πολιτικής (INTERREG III) και της εξωτερικής πολιτικής (προγράμματα PHARE, TACIS, MEDA, CARDS) στηρίζουν τις δράσεις επιμόρφωσης των υπαλλήλων των εθνικών διοικήσεων και των αυτοδιοικήσεων των υποψηφίων χωρών καθώς και τη δημιουργία δικτύων θεματικού περιεχομένου στο πλαίσιο των υπερεθνικών χώρων συνεργασίας.

Για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά το ΣΑΚΧ (DE, EN, FR), συμβουλευθείτε το πλήρες περιεχόμενό του στο δικτυακό τόπο INFOREGIO της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής

4) ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

5) ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη χωροταξία και το Σχέδιο ανάπτυξης του κοινοτικού χώρου [Επίσημη Εφημερίδα C 226, 20.07.1998].

Γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής επί του "Σχεδίου ανάπτυξης του κοινοτικού χώρου (ΣΑΚΧ) - πρώτο επίσημο σχέδιο" [Επίσημη Εφημερίδα C 407, 28.12.1998].

Γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών επί του Σχεδίου ανάπτυξης του κοινοτικού χώρου [Επίσημη Εφημερίδα C 93, 06.04.1999].

 
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 05.01.2004
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας