RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Αμοιβαία αναγνώριση των οριστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις

Αρχεία

Δεν υφίσταται ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο στην κυριολεξία. Το ποινικό δίκαιο των κρατών δεν έχει εναρμονισθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν τους αντιστοίχους ποινικούς κώδικες των κρατών μελών, κατά περίπτωση, και βασίζουν τις αποφάσεις τους σ' αυτή τη νομική πηγή. Η εφαρμογή μίας οριστικής απόφασης , σε ποινικές υποθέσεις, σε ένα κράτος μέλος , άλλο από εκείνο που έλαβε την απόφαση, προσκρούει συχνά σε διοικητικά εμπόδια, τον αργό ρυθμό διεξαγωγής της διαδικασίας ή την έλλειψη της εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών. Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή διερευνά τις δυνατότητες εφαρμογής της αμοιβαίας αναγνώρισης των οριστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις

ΠΡΑΞΗ

Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Αμοιβαία αναγνώριση των οριστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις [COM (2000) 495 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].

ΣΥΝΟΨΗ

Η παραδοσιακή δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις βασίζεται σε διάφορα διεθνή μέσα, που χαρακτηρίζονται ιδίως από την «αρχή της αίτησης»: ένα κυρίαρχο κράτος υποβάλει αίτηση σε ένα άλλο κράτος, το οποίο αποφασίζει να δώσει ή να μη δώσει συνέχεια στην αίτηση αυτή. Αυτό το παραδοσιακό σύστημα παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι είναι όχι μόνον αργό, αλλά επίσης πολύπλοκο. Για τους λόγους αυτούς, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, τον Οκτώβριο του 1999, εκτίμησε ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα έπρεπε να γίνει ο ακρογωνιαίος λίθος της δικαστικής συνεργασίας τόσο στον τομέα των αστικών όσο και των ποινικών υποθέσεων στο πλαίσιο της Ένωσης. Η ενίσχυση της αρχής στους τομείς αυτούς θα διευκόλυνε όχι μόνο τη συνεργασία μεταξύ των αρχών, αλλά θα συνέβαλε επίσης στη βελτίωση της δικαστικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Το Συμβούλιο της Ένωσης και η Επιτροπή κλήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να εκδώσουν πριν από το Δεκέμβριο του 2000, ένα πρόγραμμα μέτρων για την υλοποίηση της προαναφερθείσας αρχής.

Διερευνώντας τις προοπτικές εξέλιξης της αμοιβαίας αναγνώρισης, ως αρχής που εφαρμόζεται στις οριστικές αποφάσεις σε ποινικές υποθέσεις, η ανακοίνωση της Επιτροπής ανταποκρίνεται εν μέρει στην πρόσκληση αυτή.

Αμοιβαία αναγνώριση: ισοτιμία και εμπιστοσύνη μεταξύ κρατών

Η Επιτροπή υπενθυμίζει κατ' αρχήν ότι, κατά κανόνα, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης στηρίζεται στις έννοιες της ισοδυναμίας και της εμπιστοσύνης. Στη βάση αυτή, μία απόφαση που λήφθηκε από μία αρχή σε ένα κράτος μέλος μπορεί να γίνει δεκτή ως τέτοια απόφαση σε ένα άλλο κράτος. Η αμοιβαία αναγνώριση συνοδεύεται συχνά από κάποιο βαθμό τυποποίησης των κρατικών διαδικασιών, αλλά μπορεί επίσης να καταστήσει την τυποποίηση άχρηστη.

Η Επιτροπή στη συνέχεια ορίζει τα είδη των αποφάσεων που προβλέπονται στην ανακοίνωσή της. Πρόκειται για αποφάσεις που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο (σύνολο κανόνων που προβλέπουν κυρώσεις ή μέτρα επανένταξης) και έχουν οριστικό χαρακτήρα (ήτοι οι αποφάσεις των δικαστηρίων και ορισμένων διοικητικών αρχών, τα αποτελέσματα διαδικασιών διαμεσολάβησης και οι συμφωνίες μεταξύ των υπόπτων και των εισαγγελικών αρχών).

Πολλές συμβάσεις που εκδόθηκαν σε επίπεδο Συμβουλίου της Ευρώπης ή Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο πλαίσιο της συμφωνίας του Σένγκεν προβλέπουν την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ορισμένες ποινικές αποφάσεις, αλλά τα μέσα αυτά δεν έχουν ακόμη αρχίσει να ισχύουν μεταξύ όλων των κρατών μελών. Επιπλέον, το περιεχόμενό τους δεν είναι επαρκές για να διευθετήσει ένα πλήρες καθεστώς αμοιβαίας αναγνώρισης. Κατά συνέπεια, αιτιολογείται ένας συμπληρωματικός και κατανοητός προβληματισμός σχετικά με την εφαρμογή της αρχής.

Προτού αναλυθούν οι διάφορες πλευρές της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και ο τρόπος με τον οποίο η αρχή θα μπορούσε καταρχάς να εφαρμοστεί, η Επιτροπή προσεγγίζει το θέμα της ενημέρωσης.

Για να μπορεί να αναγνωριστεί μία απόφαση που λήφθηκε σε άλλο κράτος μέλος, καταρχάς πρέπει να υπάρχει γνώση της ύπαρξής της και του περιεχομένου της. Αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει ευρωπαϊκό μητρώο αποφάσεων που να δύναται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό. Η Επιτροπή θεωρεί ότι θα μπορούσε να προβλεφθεί μία προσέγγιση σε δύο στάδια. Σε μία πρώτη φάση, κοινά πολυγλωσσικά έντυπα θα επέτρεπαν στους επαγγελματίες κάθε κράτους μέλους να ενημερώνονται από τις αρχές άλλων κρατών μελών ώστε να καθορίζουν εάν το πρόσωπο που διώκεται ποινικά έχει ποινικό μητρώο. Σε μία δεύτερη φάση, ένα πραγματικό ευρωπαϊκό ποινικό μητρώο, προσβάσιμο ηλεκτρονικά, θα θεσπιστεί, επιτρέποντας στις ανακριτικές αρχές να ελέγχουν απευθείας εάν έχουν ήδη κινηθεί διαδικασίες έναντι ενός συγκεκριμένου προσώπου. Πάντως, προτού μπορέσει να θεσπιστεί ένα τέτοιο μητρώο, πρέπει να λυθούν πολλά πρακτικά και νομικά θέματα (ευθύνη για την εισαγωγή και την ενημέρωση των πληροφοριών, προστασία των δεδομένων, δικαίωμα πρόσβασης, διαφορά μεταξύ των εθνικών νόμων στον τομέα των ποινικών μητρώων, επιθυμητός βαθμός ομοιογένειας μεταξύ των δεδομένων που θεσπίστηκαν από τα διάφορα κράτη μέλη, κ.ά.).

Οι διάφορες πλευρές της αμοιβαίας αναγνώρισης

Η αναγνώριση μιας απόφασης συνεπάγεται κατ' αρχήν την εφαρμογή της. Η εφαρμογή μιας απόφασης ενός άλλου κράτους μέλους μπορεί να είναι άμεση (δίνοντας στην απόφαση ένα πλήρες και άμεσο αποτέλεσμα σε ολόκληρη την Ένωση) ή έμμεση (απαιτώντας τη μετατροπή της αλλοδαπής απόφασης σε εθνική απόφαση). Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα συμπεράσματα του Τάμπερε περιέχουν προτίμηση για την άμεση εφαρμογή των αποφάσεων.

Η αναγνώριση μιας απόφασης συνεπάγεται επίσης το να ληφθεί υπόψη η απόφαση αυτή. Μία απόφαση που λαμβάνεται σε ένα άλλο κράτος μέλος θα μπορούσε να έχει διαφορετικά αποτελέσματα, τα οποία συνδέονται με την αρχή «ne bis in idem» ή την έννοια της υποτροπής.

Σύμφωνα με την αρχή «ne bis in idem» πρόσωπα τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο μιας ποινικής απόφασης όσον αφορά ορισμένα πραγματικά περιστατικά και νομικούς κανόνες δεν θα μπορούν πλέον να αποτελέσουν αντικείμενο μεταγενέστερων αποφάσεων σχετικά με την ίδια υπόθεση. Η αρχή «ne bis in idem» θέτει πολλά ζητήματα ερμηνείας, εφόσον τα διάφορα σχετικά διεθνή νομικά μέσα δεν την ορίζουν όλα με τον ίδιο τρόπο. Πάντως, η Επιτροπή αναφέρει ότι η σημασία της αρχής θα μειωνόταν εάν υπήρχε σε κλίμακα της Ένωσης ένα ποινικό μητρώο τρεχουσών διαδικασιών και οριστικών αποφάσεων καθώς και ένα σύστημα δικαιοδοσίας.

Η αναγνώριση μιας ποινικής απόφασης που λήφθηκε σε ένα άλλο κράτος μέλος θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει την αυστηρότητα μιας καταδίκης. Όταν θα προέκυπτε ότι ένα πρόσωπο που διέπραξε ένα αδίκημα έχει ήδη καταδικαστεί για το ίδιο είδος του αδικήματος σε άλλο κράτος μέλος, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιβαρυντική περίσταση που θα αιτιολογούσε αυστηρότερη ποινή. Πάντως, η λήψη υπόψη μιας προγενέστερης καταδίκης δεν μπορεί να γίνει αποκλειστικά σε βάρος του δράστη ενός αδικήματος. Οι ποινικές νομοθεσίες πολλών κρατών μελών προβλέπουν μηχανισμούς που εγγυώνται ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται στους υποτρόπους δεν σωρεύονται υποχρεωτικά.

Το πεδίο ισχύος της αμοιβαίας αναγνώρισης σε συνάρτηση με το αδίκημα και τον δράστη του αδικήματος

Δεδομένου ότι οι κανόνες του ποινικού δικαίου σχετικά με την μεταχείριση των ανηλίκων και των διανοητικά αναπήρων προσώπων ποικίλουν αισθητά από ένα κράτος μέλος σε άλλο, οι αποφάσεις σχετικά με τα πρόσωπα αυτά θα μπορούσαν, τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση, να αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας του ανηλίκου, θα μπορούσε να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Πάντως, η εισαγωγή μίας ελάχιστης ηλικίας θα μπορούσε να αποδειχθεί απαραίτητη.

Όσον αφορά τα αδικήματα που καλύπτονται από την αμοιβαία αναγνώριση, η Επιτροπή θεωρεί ότι τόσο η εφαρμογή όσο και η εγκατάλειψη της αρχής της διπλής ποινικοποίησης (που προβλέπει ότι πρέπει να αναγνωρίζονται αποκλειστικά οι αποφάσεις που αφορούν συμπεριφορές οι οποίες εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο στα δύο ενδιαφερόμενα κράτη μέλη) θα συνεπάγονταν δικονομικά προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν επίσης να λυθούν με τη θέσπιση ενός συστήματος δικαιοδοσίας σε κλίμακα της Ένωσης.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν θα υπήρχε λόγος να περιοριστεί η αμοιβαία αναγνώριση στις σοβαρότερες μορφές εγκληματικότητας.

Η εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης στις κυρώσεις

Στον τομέα των κυρώσεων, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι πρέπει να συμφιλιωθούν δύο αντικρουόμενα συμφέροντα: το συμφέρον του κράτους μέλους όπου επιβλήθηκε η ποινή, το οποίο πρέπει να μπορεί να την εκτελέσει και το συμφέρον του καταδικασθέντος προσώπου, το οποίο πρέπει να διαφυλάξει μία πραγματική ευκαιρία επανένταξης στην κοινωνία.
Η εμπιστοσύνη θα έπρεπε να είναι αμοιβαία: ενώ το κράτος μέλος που εκτελεί την ποινή έχει εμπιστοσύνη στην απόφαση του κράτους μέλους που την εξέδωσε, το τελευταίο αυτό πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στον τρόπο με τον οποίο το άλλο κράτος μέλος εκτελεί την ποινή.

Η Επιτροπή εξετάζει στη συνέχεια τις δυνατότητες εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στα διάφορα είδη των κυρώσεων (χρηματικές κυρώσεις, κατάσχεση, εναλλακτικές κυρώσεις, εκπτώσεις δικαιωμάτων), που κάθε μία οδηγεί σε διαφορετικά ερωτήματα.

Η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων

Η δικαστική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (μεταχείριση των υπόπτων, δικαιώματα υπεράσπισης, ...) δεν θα έπρεπε, σύμφωνα με την Επιτροπή, να υποστεί αρνητικές επιπτώσεις μετά την εφαρμογή της αρχής της αναγνώρισης. Αντίθετα, τα μέτρα διασφάλισης θα έπρεπε να ενισχυθούν καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Παρότι η ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1950 προβλέπει ήδη εγγυήσεις στον τομέα αυτό, ορισμένες ειδικές πλευρές του δικονομικού δικαίου θα μπορούσαν πάντως να εξεταστούν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, όπως οι όροι που προβλέπονται για την παροχή νομικών συμβουλών και τη διερμηνεία.

Πλευρές του δικονομικού δικαίου που απαιτούν ελάχιστους κοινούς κανόνες

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο καθορισμός ελάχιστων κοινών κανόνων μπορεί να είναι απαραίτητος για τη διευκόλυνση της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτό ισχύει ιδίως για την προστασία του κατηγορούμενου όσον αφορά τα δικαιώματα υπεράσπισης, και την προστασία του θύματος του αδικήματος όσον αφορά τη δυνατότητα ακρόασής του.

Η διαδικασία επικύρωσης

Αν και θεωρητικά, η επικύρωση μιας απόφασης που λήφθηκε σε άλλο κράτος μέλος δεν θα έπρεπε να είναι απαραίτητη, η άμεση και αυτόματη εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης φαίνεται στην πράξη αδύνατη στις περισσότερες περιπτώσεις. Ένα κράτος μέλος που επιθυμεί να εφαρμόσει μία απόφαση η οποία λήφθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει τουλάχιστον να μεταφράσει την απόφαση αυτή και να ελέγξει εάν απορρέει από αρμόδια αρχή στον τομέα αυτό.

Πρόληψη της σύγκρουσης δικαιοδοσίας μεταξύ των κρατών μελών

Η Επιτροπή αναφέρει δύο μέσα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη ρύθμιση των συγκρούσεων δικαιοδοσίας μεταξύ κρατών μελών: τον συντονισμό (ένας προς σύσταση ή υπάρχων οργανισμός, όπως το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή η Eurojust, θα αποφαινόταν κατά περίπτωση, σχετικά με το ποιο είναι το αρμόδιο κράτος μέλος βάσει προκαθορισθέντων κριτηρίων προτεραιότητας) και τη θέσπιση κανόνων αποκλειστικής δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της Ένωσης.
Η τελευταία αυτή λύση θα είχε το πλεονέκτημα όχι μόνο της πρόληψης των θετικών συγκρούσεων δικαιοδοσίας (όταν δύο ή περισσότερα κράτη επιθυμούν την εκδίκαση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης), αλλά επίσης των αρνητικών συγκρούσεων (όταν κανένα κράτος μέλος δεν επιθυμεί την εκδίκαση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης).
Πάντως, σε ορισμένες περιπτώσεις (επιβολή εθνικών συμφερόντων, παραβίαση της νομοθεσίας στον τομέα της εθνικής ασφάλειας κ.ά.), τα κράτη μέλη δύσκολα θα αρνηθούν τη δικαιοδοσία τους, ανεξαρτήτως του τόπου όπου διαπράχθηκαν οι εν λόγω πράξεις. Δεδομένης της δυσχέρειας να θεσπιστεί μία ενιαία δικαιοδοσία για τα θέματα αυτά, θα μπορούσε να προβλεφθεί μια εξαίρεση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων [Επίσημη Εφημερίδα C 12, 15.1.2001].
Η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων προϋποθέτει την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα δικαστικά τους συστήματα. Το παρόν πρόγραμμα αποσκοπεί στο να θέσει προτεραιότητες ενόψει της εγκαθίδρυσης ενός αυθεντικού ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου. Η αμοιβαία αναγνώριση πρέπει να επιδιώκεται σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση αποτελεσματικής δράσης, το πρόγραμμα ορίζει μια σειρά παραμέτρων που τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους κατά την εφαρμογή των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε. Οι εν λόγω παράμετροι, που έχουν προσδιοριστεί από το Συμβούλιο και ιδίως από την αντιπροσωπεία του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι οι εξής:

  • το γεγονός ότι η αμοιβαία αναγνώριση θα μπορούσε να περιορίζεται στα σοβαρότερα εγκλήματα,
  • η διατήρηση ή η κατάργηση της απαίτησης του εκατέρωθεν αξιοποίνου ως προϋπόθεση της αναγνώρισης,
  • η δημιουργία μηχανισμών προστασίας των δικαιωμάτων των τρίτων και των θυμάτων,
  • ο καθορισμός κοινών βασικών κανόνων προς διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης,
  • ο καθορισμός της διαδικασίας άμεσης ή έμμεσης εκτέλεσης της απόφασης,
  • ο καθορισμός των λόγων που μπορούν να αιτιολογήσουν την άρνηση της αναγνώρισης που βασίζεται στην κυριαρχία ή άλλα ουσιώδη συμφέροντα του κράτους μέλους,
  • το καθεστώς ευθύνης του κράτους μέλους σε περίπτωση μη άσκησης δίωξης, αποφυλάκισης ή αθώωσης.

Η συνεκτίμηση κάποιας παραμέτρου μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη μιας αρκετά φιλόδοξης εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Το πρόγραμμα αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ως τελικό, αλλά σκοπός του είναι να ενσωματώσει τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν κατά το άτυπο Συμβούλιο των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών που διεξήχθη στη Μασσαλία στις 28 και 29 Ιουλίου 2000.

Η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης προϋποθέτει την εξέταση ορισμένων άλλων θεμάτων, όπως:

  • η εφαρμογή της αρχής «ne bis in idem»,
  • η εξατομίκευση της κύρωσης που συνεπάγεται την εξέταση του ποινικού μητρώου του παραβάτη και της υποτροπής,
  • οι αποφάσεις που αφορούν την αναζήτηση ή τη διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων και τις κατασχέσεις,
  • η εφαρμογή προσωρινών μέτρων που αποσκοπούν στη δήμευση περιουσιακών στοιχείων ή στην απόδοσή τους στα θύματα,
  • οι εφαρμογή των αποφάσεων που αφορούν πρόσωπα (αποφάσεις σύλληψης, μέτρα ελέγχου μη στερητικά της ελευθερίας),
  • η συνεκτίμηση των αποφάσεων περί άσκησης δίωξης σε άλλα κράτη μέλη,
  • η επιβολή ποινών φυλάκισης, χρηματικών ποινών, δήμευσης ή έκπτωσης από το δικαίωμα οδήγησης,
  • η μεταγωγή τελεσιδίκως καταδικασθέντων που προσπαθούν να διαφύγουν,
  • η μεταγωγή καταδίκων στο κράτος κατοικίας τους με στόχο την εξασφάλιση της κοινωνικής τους επανένταξης,
  • οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της μετά την επιβολή της ποινής παρακολούθησης (μέτρα επίβλεψης ή υπό όρους απόλυση).

Λόγω της δυσκολίας καθορισμού συγκεκριμένων ημερομηνιών για την εκτέλεση των εργασιών, το πρόγραμμα περιορίζεται στον καθορισμό προτεραιοτήτων. Πάντως, το πρόγραμμα καλεί το Συμβούλιο να εξετάσει τις προόδους που θα έχουν πραγματοποιηθεί πριν από το τέλος του 2002.

 
Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 13.09.2005

βλέπε και

Για περεταίρω πληροφορίες παρακαλείσθε να ανατρέξετε στις ακόλουθες ιστοσελίδες του Διαδικτύου:

  • Ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών (castellanodeutschenglishfrançais) όσον αφορά την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις:
  • Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας: ποινικό δίκαιο και αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων (DE) (EN) (FR) - νομική και πολιτική παρακολούθηση (ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, προτάσεις, πολιτικές πράξεις, κ.τ.λ.)
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας