RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Europol: Ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία (μέχρι 31.12.2009)

Αρχεία

Το Συμβούλιο με την παρούσα πράξη ιδρύει την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ). Η Ευρωπόλ έχει ως στόχο να βελτιώσει την αστυνομική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της παράνομης διακίνησης και άλλων σοβαρών μορφών διεθνούς οργανωμένης εγκληματικότητας. Τα κράτη μέλη δημιουργούν εθνικές μονάδες που αποτελούν τον σύνδεσμο μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμοδίων εθνικών υπηρεσιών για την καταπολέμηση του εγκλήματος.

ΠΡΑΞΗ

Πράξη του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1995, για την κατάρτιση σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Σύμβαση Ευρωπόλ) [Βλέπε πράξεις τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Με την παρούσα πράξη ιδρύεται Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία που ονομάζεται «Ευρωπόλ». Η Ευρωπόλ έχει έδρα την Χάγη (Κάτω Χώρες), και ίδια νομική προσωπικότητα. Έχει ως αποστολή να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και τη συνεργασία των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών μελών για την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος.

Εξασφάλιση αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών: Ο ρόλος της Ευρωπόλ

Η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ) δεν έχει εκτελεστικά καθήκοντα όπως οι αστυνομικές υπηρεσίες των κρατών μελών. Δεν μπορεί να προβεί σε έλεγχο ταυτότητας των προσώπων ούτε σε κατ’οίκον έρευνες. Η Ευρωπόλ είναι επιφορτισμένη να διευκολύνει τις ανταλλαγές και την ανάλυση πληροφοριών, και τον συντονισμό των ενεργειών μεταξύ των κρατών μελών.

Στο πλαίσιο της αστυνομικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών η Ευρωπόλ:

  • διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών∙
  • συγκεντρώνει και αναλύει πληροφορίες∙
  • κοινοποιεί άμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών, μέσω των εθνικών μονάδων, πληροφορίες που τις αφορούν και πληροφορίες σχετικά με τις σχέσεις που διαπιστώθηκαν μεταξύ των εγκληματικών πράξεων∙
  • διευκολύνει τις έρευνες στα κράτη μέλη∙
  • διαχειρίζεται τις συλλογές ηλεκτρονικών πληροφοριών∙
  • επικουρεί τα κράτη μέλη όσον αφορά την κατάρτιση των αρμοδίων αρχών∙
  • διευκολύνει την τεχνική στήριξη μεταξύ των κρατών μελών∙
  • αποτελεί σημείο επαφής όσον αφορά την καταστολή της παραχάραξης του ευρώ.

Η Ευρωπόλ ενεργεί όταν ένα ή δύο κράτη μέλη θίγονται από σοβαρή μορφή διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος. Τούτο περιλαμβάνει όλο και περισσότερους τομείς, όπως:

  • την πρόληψη και καταπολέμηση της τρομοκρατίας∙
  • την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών∙
  • την παράνομη διακίνηση ανθρωπίνων όντων∙
  • τα κυκλώματα λαθρομετανάστευσης∙
  • την παράνομη διακίνηση ραδιενεργού και πυρηνικού υλικού∙
  • την παράνομη διακίνηση κλαπέντων οχημάτων∙
  • την καταπολέμηση της παραχάραξης και παραποίησης μέσων πληρωμής∙
  • το ξέπλυμα χρήματος (πλην περιπτώσεων ήσσονος σοβαρότητας).

Η αρμοδιότητα της Ευρωπόλ περιλαμβάνει αξιόποινες πράξεις που έχουν σχέση με μορφές εγκληματικότητας όπως οι ανωτέρω.

Δημιουργία ενός μόνο σημείου επαφής στα κράτη μέλη: Οι εθνικές μονάδες

Κάθε κράτος μέλος δημιουργεί ή διορίζει μια εθνική μονάδα Ευρωπόλ (ΕΜΕ). Η μονάδα αυτή είναι το μόνο όργανο σύνδεσης μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμοδίων εθνικών υπηρεσιών. Αποστέλλει στην Ευρωπόλ τουλάχιστον έναν αξιωματικό-σύνδεσμο, ο οποίος αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει τα συμφέροντά της στο πλαίσιο της Ευρωπόλ. Οι προϊστάμενοι των εθνικών διοικητικών μονάδων συνεδριάζουν κατά περιοδικά χρονικά διαστήματα.

Η εθνική μονάδα ασχολείται μεταξύ άλλων με:

  • την παροχή στην Ευρωπόλ των αναγκαίων πληροφοριών και στοιχείων για να εκπληρώσει την αποστολή της, και ιδίως να εξασφαλίσει την τροφοδότηση του συστήματος πληροφοριών της Ευρωπόλ∙
  • να απαντήσει και απευθύνει αιτήσεις πληροφοριών στην Ευρωπόλ∙
  • να διαδώσει στις αρμόδιες υπηρεσίες τις πληροφορίες που παρέχει η Ευρωπόλ.

Η ΕΜΕ είναι το μόνο σημείο εισόδου της Ευρωπόλ στα κράτη μέλη. Ωστόσο οι τροποποιήσεις που εισήχθησαν στη σύμβαση Ευρωπόλ με το πρωτόκολλο του Νοεμβρίου 2003, θα παράσχουν τη δυνατότητα άμεσων επαφών μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών μελών και της Ευρωπόλ, με την επιφύλαξη ταυτόχρονης ενημέρωσης της ΕΜΕ.

Διοίκηση και χρηματοδότηση της Ευρωπόλ

Η Ευρωπόλ αποτελείται και διοικείται από διάφορα όργανα, ήτοι:

  • από το διοικητικό συμβούλιο που αποτελείται από έναν εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος και από την Επιτροπή ο οποίος συμμετέχει ως παρατηρητής. Το διοικητικό συμβούλιο συμμετέχει μεταξύ άλλων στον καθορισμό των προτεραιοτήτων της Ευρωπόλ, ορίζει ομόφωνα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων σύνδεσης, καθορίζει τους όρους σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων, εξασφαλίζει την προετοιμασία των κανόνων που εφαρμόζονται στα αρχεία ανάλυσης, εξετάζει τα προβλήματα στα οποία εφιστά την προσοχή η κοινή αρχή ελέγχου. Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο. Εγκρίνει με ομοφωνία μια έκθεση δραστηριότητας της Ευρωπόλ και μια προκαταρκτική έκθεση όπου λαμβάνονται υπόψη οι λειτουργικές ανάγκες των κρατών μελών και οι επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ευρωπόλ. Οι εκθέσεις αυτές υποβάλλονται προς έγκριση στο Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Ενημερώνεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η προεδρία του διοικητικού συμβουλίου εξασφαλίζεται από τον εκπρόσωπο του κράτους μέλους που ασκεί την προεδρία στο Συμβούλιο∙
  • από τον διευθυντή που διορίζεται ομόφωνα, κατόπιν γνωμοδότησης του διοικητικού συμβουλίου, από το Συμβούλιο, για τετραετή χρονική περίοδο, ανανεώσιμη άπαξ. Βοηθείται από τρεις αναπληρωτές διευθυντές που διορίζονται από το Συμβούλιο για μία άπαξ ανανεώσιμη τετραετία. Τα καθήκοντά τους προσδιορίζονται από τον διευθυντή. Ο διευθυντής από την πλευρά του, είναι αρμόδιος για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπόλ, για την τρέχουσα διοίκηση και τη διαχείριση του προσωπικού. Ο διευθυντής είναι υπόλογος στο διοικητικό συμβούλιο και είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ευρωπόλ∙
  • από τον δημοσιονομικό ελεγκτή που διορίζεται με ομοφωνία από το διοικητικό συμβούλιο και είναι υπόλογος σε αυτό∙
  • από τη δημοσιονομική επιτροπή που αποτελείται από έναν εκπρόσωπο κάθε κράτους μέλους.

Η Ευρωπόλ χρηματοδοτείται από τις συνεισφορές των κρατών μελών. Οι λογαριασμοί που αφορούν όλα τα έσοδα και τις δαπάνες που εγγράφονται στον προϋπολογισμό, καθώς και ο προϋπολογισμός στοιχείων ενεργητικού και του παθητικού της Ευρωπόλ υποβάλλονται προς ετήσιο έλεγχο. Ο κατά πρόβλεψη προϋπολογισμός και η εκτέλεση του προϋπολογισμού εξετάζονται από το Συμβούλιο.

Συγκέντρωση πληροφοριών: το ηλεκτρονικό σύστημα συγκέντρωσης πληροφοριών

Η Ευρωπόλ για να εκπληρώσει τα καθήκοντά της διαχειρίζεται ένα ηλεκτρονικό σύστημα συγκέντρωσης πληροφοριών. Το σύστημα αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνδεθεί με άλλα συστήματα αυτόματης επεξεργασίας πλην εκείνων των εθνικών μονάδων. Οι εθνικές μονάδες είναι αρμόδιες για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων επεξεργασίας δεδομένων και για τη διεξαγωγή ελέγχων όσον αφορά τη διατήρηση και την απάλειψη δελτίων. Το σύστημα αποτελείται από τρία στοιχεία: το ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών, τα αρχεία ανάλυσης και το σύστημα καταλογογράφησης.

Το ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών μπορεί μόνο να χρησιμοποιηθεί για την αποθήκευση, τροποποίηση και χρήση των δεδομένων που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τής Ευρωπόλ. Τα δεδομένα σχετικά με συναφείς αξιόποινες πράξεις δεν εμφανίζονται στο σύστημα. Τα δεδομένα αφορούν άτομα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν διαπράξει ή έχουν καταδικαστεί για αξιόποινη πράξη βάσει του εθνικού δικαίου κράτους μέλους ή έχουν συμμετάσχει σε αξιόποινη πράξη που υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ. Το σύστημα αφορά επίσης τα δεδομένα σχετικά με άτομα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι σχεδιάζουν να διαπράξουν αξιόποινη πράξη που υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ.

Τα προσωπικά δεδομένα μπορούν μόνο να περιλαμβάνουν τις ακόλουθες ενδείξεις:

  • το ονοματεπώνυμο, και, κατά περίπτωση, το ψευδώνυμο∙
  • την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης∙
  • την ιθαγένεια∙
  • το φύλο∙
  • άλλα στοιχεία που να επιτρέπουν τον καθορισμό της ταυτότητας όπως ιδιαίτερα αντικειμενικά και αμετάβλητα φυσικά χαρακτηριστικά.

Εξάλλου στο σύστημα πληροφοριών περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

  • οι αξιόποινες πράξεις, τα προσαπτόμενα γεγονότα, καθώς και οι ημερομηνίες και οι τόποι∙
  • τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή μπορεί να χρησιμοποιηθούν∙
  • οι υπηρεσίες που διενεργούν την εξέταση και ο αριθμός φακέλου τους∙
  • η υποψία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση∙
  • οι καταδίκες, στο μέτρο που αφορούν αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ∙
  • η μνεία της Ευρωπόλ ή της εθνικής μονάδας που εισήγαγε τα δεδομένα.

Στο σύστημα πληροφοριών έχουν πρόσβαση οι εθνικές μονάδες, οι υπάλληλοι σύνδεσης, ο διευθυντής και οι αναπληρωτές διευθυντές, καθώς και οι δεόντως εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της Ευρωπόλ. Οι αρμόδιες υπηρεσίες που ορίζουν τα κράτη μέλη έχουν περιορισμένη πρόσβαση στο σύστημα αυτό πληροφοριών. Μόνο μέσω των εθνικών μονάδων μπορούν να λάβουν περαιτέρω πληροφορίες. Μόνο η μονάδα που έχει εισαγάγει τα δεδομένα εξουσιοδοτείται να τα τροποποιήσει, διορθώσει ή εξαλείψει.

Η Ευρωπόλ μπορεί να αποθηκεύσει, τροποποιήσει και χρησιμοποιήσει δεδομένα σχετικά με αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητά της σε άλλα αρχεία (αρχεία ανάλυσης), συμπεριλαμβανομένων και των δεδομένων σχετικά με συναφείς αξιόποινες πράξεις. Τα αρχεία, που προορίζονται για ανάλυση προς στήριξη έρευνας σε ποινικές υποθέσεις, αφορούν τα ακόλουθα θέματα:

  • άτομα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχουν καταδικαστεί για αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους ή έχουν συμμετάσχει σε αξιόποινη πράξη που υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ∙
  • άτομα για τα οποία, βάσει του εθνικού δικαίου κράτους μέλους, υπάρχουν υπόνοιες ότι σχεδιάζουν να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ∙
  • ενδεχόμενους μάρτυρες με την ευκαιρία ερευνών σχετικά με αξιόποινες πράξεις ή ποινικών διώξεων∙
  • θύματα συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης ή δυνάμει θύματα∙
  • άτομα που χρησιμεύουν ως σύνδεσμοι επαφής ή συνοδοί∙
  • άτομα που μπορεί να παράσχουν πληροφορίες για τις σχετικές αξιόποινες πράξεις.

Όλα τα ηλεκτρονικά αρχεία ανάλυσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να αναφέρουν μεταξύ άλλων:

  • το αντικείμενο και την ονομασία του δελτίου∙
  • το είδος δεδομένων που πρέπει να αποθηκευτούν∙
  • τις προθεσμίες εξακρίβωσης των δεδομένων και τη διάρκεια αποθήκευσης, κ.λπ.

Κάθε σχέδιο ανάλυσης συνεπάγεται τη σύσταση μιας ομάδας ανάλυσης, που αποτελείται από αναλυτές και από άλλους υπαλλήλους της Ευρωπόλ καθώς και αξιωματικούς-συνδέσμους ή/και εμπειρογνώμονες των κρατών μελών. Μόνο οι αναλυτές είναι εξουσιοδοτημένοι να εισάγουν δεδομένα στο δελτίο εργασίας, όλοι όμως οι συμμετέχοντες μπορούν να αναζητήσουν τα δεδομένα αυτά. Η συγκέντρωση, η αποθήκευση και η επεξεργασία δεδομένων πραγματοποιείται με την αυστηρή τήρηση της προστασίας των ατόμων όσον αφορά την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Τα δεδομένα δεν μπορεί να αποθηκευθούν σε δελτίο για περισσότερο από τρία χρόνια. Ωστόσο, η Ευρωπόλ επανεξετάζει ετησίως την ανάγκη να συνεχίσουν να διατηρούνται τα δεδομένα σε συνάρτηση με τη σκοπιμότητα του δελτίου. Ο διευθυντής της Ευρωπόλ μπορεί, κατά περίπτωση, να αποφασίσει τη διατήρηση των δεδομένων για μία νέα τριετή περίοδο.

Η Ευρωπόλ συγκροτεί ένα σύστημα καταλογογράφησης των δεδομένων που είναι αποθηκευμένα στα αρχεία ανάλυσης. Ο διευθυντής, οι αναπληρωτές διευθυντές, οι δεόντως εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της Ευρωπόλ και οι υπάλληλοι σύνδεσης έχουν δικαίωμα να συμβουλεύονται το σύστημα καταλογογράφησης.

Προστασία των δεδομένων: επεξεργασία των πληροφοριών

Η Ευρωπόλ ανακοινώνει στις εθνικές μονάδες καθώς και στους αξιωματικούς-συνδέσμους κατόπιν αιτήσεώς τους τις πληροφορίες που αφορούν το κράτος μέλος τους. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στο εσωτερικό τους δίκαιο ένα επίπεδο προστασίας των δεδομένων τουλάχιστον αντίστοιχο με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981. Το κράτος μέλος είναι αρμόδιο για το θεμιτό περιεχόμενο, την ακρίβεια, την ενημερότητα και τον έλεγχο της προθεσμίας διατήρησης των δεδομένων που έχει διαβιβάσει στην Ευρωπόλ. Η αρμοδιότητα βαρύνει την Ευρωπόλ για τα δεδομένα που της έχουν διαβιβασθεί από τρίτους ή προκύπτουν από εργασίες ανάλυσης που έχει διεξαγάγει.

Κάθε άτομο που επιθυμεί να έχει πρόσβαση στα στοιχεία που το αφορούν και τα οποία είναι αποθηκευμένα στην Ευρωπόλ, μπορεί να υποβάλει δωρεάν αίτηση στο κράτος μέλος της επιλογής του στην αρμόδια εθνική αρχή. Η αρχή αυτή απευθύνεται στην Ευρωπόλ και ενημερώνει τον αιτούντα ότι αυτή θα του απαντήσει απευθείας. Η αίτηση πρέπει να εξεταστεί εξολοκλήρου από την Ευρωπόλ εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη λήψη της αίτησης από μέρους της εθνικής αρχής. Το δικαίωμα κάθε ατόμου να έχει πρόσβαση στα δεδομένα ή να προβεί στην εξακρίβωσή τους ασκείται μέσω της τήρησης του δικαιώματος του κράτους μέλους όπου υποβλήθηκε η αίτηση. Μπορεί να προβληθεί άρνηση κοινοποίησης των δεδομένων εφόσον αυτό είναι αναγκαίο ώστε:

  • η Ευρωπόλ να μπορεί να εκπληρώσει δεόντως τα καθήκοντά της∙
  • να προστατευθεί η ασφάλεια και η δημόσια τάξη των κρατών μελών∙
  • να καταπολεμηθούν τα ποινικά αδικήματα∙
  • να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τρίτων.

Κάθε άτομο δικαιούται να ζητήσει από την Ευρωπόλ να διορθώσει ή να εξαλλείψει εσφαλμένα δεδομένα που το αφορούν. Όταν δεδομένα εσφαλμένα ή αντίθετα με την παρούσα σύμβαση έχουν εισαχθεί άμεσα από τα κράτη μέλη, πρέπει αυτά να τα εξαλείψουν σε συνεργασία με την Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ πληροφορεί τον αιτούντα ότι προέβη στη διόρθωση ή την εξάλειψη δεδομένων που τον αφορούν. Εάν ο αιτών δεν είναι ικανοποιημένος από την απάντηση της Ευρωπόλ ή δεν έχει λάβει απάντηση εντός προθεσμίας τριών μηνών, μπορεί να αποταθεί στην κοινή αρχή ελέγχου. Η ανεξάρτητη αυτή κοινή αρχή ελέγχου έχει αναλάβει να επιτηρεί τη δραστηριότητα της Ευρωπόλ, ώστε να διασφαλίζεται ότι η αποθήκευση, η επεξεργασία και η χρησιμοποίηση των δεδομένων που διαθέτουν οι υπηρεσίες της Ευρωπόλ δεν θίγει τα δικαιώματα των ατόμων.

Παράλληλα με την κοινή αρχή ελέγχου, κάθε κράτος μέλος ορίζει μια εθνική αρχή ελέγχου η οποία αναλαμβάνει -κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου- να ελέγχει κατά πόσον η εισαγωγή, η αναζήτηση πληροφοριών, καθώς και η διαβίβαση στην Ευρωπόλ δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από το εν λόγω κράτος μέλος είναι θεμιτές. Διασφαλίζει ότι τα δικαιώματα των ατόμων δεν θίγονται. Κάθε άτομο έχει δικαίωμα να ζητήσει από την εθνική αυτή αρχή να βεβαιωθεί ότι η εισαγωγή και διαβίβαση στοιχείων που το αφορούν, καθώς και η αναζήτηση δεδομένων είναι θεμιτές. Το δικαίωμα διέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει η αρχή ελέγχου όπου απευθύνεται η αίτηση.

Κάθε κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για τη ζημία που μπορεί να προκληθεί σε ένα άτομο, λόγω δεδομένων που περιέχουν νομικά ή πραγματικά σφάλματα, τα οποία έχουν αποθηκευθεί ή αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας στην Ευρωπόλ. Μόνο το κράτος μέλος όπου έχει λάβει χώρα το ζημιογόνο γεγονός μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αίτησης αποζημίωσης από μέρους του θύματος. Το θύμα πρέπει να απευθυνθεί στα αρμόδια δικαστήρια βάσει του εθνικού δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους.

Εξασφάλιση αποτελεσματικότητας: η συνεργασία με ευρωπαϊκά και διεθνή θεσμικά όργανα και με τρίτα κράτη

Βάσει μιας πράξης του διοικητικού συμβουλίου, η Ευρωπόλ συνήψε συμφωνίες με τα ακόλουθα ευρωπαϊκά όργανα βάσει των Συμφωνιών της Διεθνών Σχέσεων - Συνεργασίας:

  • την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)∙
  • το Eurojust∙
  • το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης των Ναρκωτικών και της Τοξικομανίας∙
  • την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF).

Η παρούσα σύμβαση προβλέπει τη δυνατότητα για την Ευρωπόλ να συνάψει συμφωνίες στρατηγικής ή επιχειρησιακής συνεργασίας (μόνο αυτές οι επιχειρησιακές συμφωνίες επιτρέπουν τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων) με τις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς.

Πλαίσιο

Τα κράτη μέλη κύρωσαν την παρούσα σύμβαση σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες. Μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης, λήφθηκαν διάφορα μέτρα για να επιτρέψουν την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας. Αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων σύνδεσης, τους κανόνες εφαρμογής για τα αρχεία, τον εσωτερικό κανονισμό της κοινής αρχής ελέγχου, τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού, τον κανονισμό όσον αφορά την προστασία του απόρρητου, τον δημοσιονομικό κανονισμό, τη συμφωνία όσον αφορά την έδρα, το πρωτόκολλο για τα προνόμια και τις ασυλίες και τις συμφωνίες για τα προνόμια και τις ασυλίες των αξιωματικών-συνδέσμων. Έτσι, η Ευρωπόλ μπόρεσε να αρχίσει τις δραστηριότητές της την 1η Ιουλίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία αντικατέστησε τη διοικητική μονάδα «Ναρκωτικών» Ευρωπόλ (DE) (EN) (ES) (FR) (EDU) που είχε συσταθεί προσωρινά, το 1995.

Η παρούσα σύμβαση καλύπτει την προσχώρηση κάθε κράτους που καθίσταται μέλος της ΕE. Δεν μπορεί να της επιβληθεί κανενός είδους επιφύλαξη.

Δύο πρωτόκολλα της παρούσας σύμβασης εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο, τον Νοέμβριο του 2002 και τον Νοέμβριο του 2003. Ενισχύουν τις εξουσίες της Ευρωπόλ κατά τη δραστηριότητά της της στήριξης των κρατών μελών παρέχοντάς της τη δυνατότητα ιδίως να συντονίζει τις κοινές ομάδες έρευνας, να ζητεί την έναρξη έρευνας, να επιτρέπει τη συμμετοχή στις ομάδες ανάλυσης τρίτων κρατών (με τα οποία η Ευρωπόλ έχει συνάψει επιχειρησιακές συμφωνίες).

Από την 1η Ιανουαρίου 2010, η σύμβαση αντικαθίσταται από την απόφαση του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ για την ίδρυση της Ευρωπόλ. Συνεπώς, στο μέλλον, θα είναι ευκολότερες οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις της Ευρωπόλ. Η απόφαση θεσπίζει την Ευρωπόλ ως φορέα της Ένωσης, και την υπάγει στους γενικούς κανόνες και διαδικασίες παρόμοιων φορέων και οργανισμών, απλουστεύοντας με αυτόν τον τρόπο τη διοίκησή της. Ταυτόχρονα, η Ευρωπόλ θα χρηματοδοτείται από το γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ και θα υπόκειται στο δημοσιονομικό έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Πράξη του Συμβουλίου της 26.07.1995

26.7.1995

-

ΕΕ C 316, 27.11.1995

Σύμβαση βάσει του άρθρου K.3δ της συνθήκης ΕΕ για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Ευρωπόλ)

1.10.1998

-

ΕΕ C 316, 27.11.1995

Πράξη (εις) τροποποίησηςΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Πράξη του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003
(πρωτόκολλο)

18.4.2007

-

ΕΕ C 2, 6.1.2004

Πράξη του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2002
(πρωτόκολλο για τις κοινές ομάδες έρευνας)

29.3.2007

-

ΕΕ C 312, 16.12.2002

Πράξη του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2000
(πρωτόκολλο για το ξέπλυμα χρήματος)

29.3.2007

-

ΕΕ C 358, 13.12.2000

Απόφαση του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1998
(εμπορία ανθρώπων)

1.1.1999

-

ΕΕ C 26 της 30.1.1999

Απόφαση του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1998
(τρομοκρατία)

1.1.1999

-

ΕΕ C 26, 30.1.1999

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Απόφαση του Συμβουλίου 2005/511/ΔΕΥ της 12ης Ιουλίου 2005 σχετικά με την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και κιβδηλεία μέσω του ορισμού της Ευρωπόλ ως κεντρικής υπηρεσίας για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ [Επίσημη Εφημερίδα L 185, 16.7.2005].

Απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2001 για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ και στις σοβαρές μορφές διεθνούς εγκληματικότητας του παραρτήματος της σύμβασης Ευρωπόλ [Επίσημη Εφημερίδα C 362, 18.12.2001].

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 10.09.2009

βλέπε και

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας