RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (“Βρυξέλλες ΙΙ”)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) συγκέντρωσε σε μία και μόνο νομοθετική πράξη τις διατάξεις που αφορούν το διαζύγιο και τη γονική μέριμνα, ούτως ώστε να διευκολύνεται το έργο των δικαστών και των συναφών με τη δικαιοσύνη επαγγελμάτων και να ρυθμίζεται η άσκηση των διασυνοριακών δικαιωμάτων προσωπικής επικοινωνίας. Ο σχετικός κανονισμός αποτελεί και ένα σημαντικό βήμα στην παρεμπόδιση των απαγωγών τέκνων.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 [Βλέπε πράξη (-εις) τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στη συγκέντρωση σε ένα και μόνο έγγραφο των διατάξεων που διέπουν το διαζύγιο και τη γονική μέριμνα *, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, την αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων που αναφέρονται στο δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με τα τέκνα *, σύμφωνα και με την πρωτοβουλία που ανέλαβε η Γαλλία το 2000. Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000.

Προτεραιότητα: Τα δικαιώματα του παιδιού

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) εκτιμά ότι είναι ζήτημα προτεραιότητας το δικαίωμα του τέκνου να διατηρεί τακτικές σχέσεις με καθέναν από τους δύο γονείς του. Γι’ αυτό, το τέκνο έχει το δικαίωμα να εκφράζεται σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα που συνδέεται με τη γονική μέριμνα και το αφορά, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας και της ωριμότητάς του.

Πεδίο εφαρμογής, ορισμοί και διεθνής δικαιοδοσία

Ο παρών κανονισμός αφορά τις αστικές διαδικασίες σχετικά με το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση ενός γάμου, καθώς επίσης και όλα τα ζητήματα που έχουν σχέση με τη γονική μέριμνα. Ως γονική μέριμνα ορίζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως προς το πρόσωπο ή την περιουσία ενός τέκνου. Για να διασφαλισθεί η ισότητα όλων των τέκνων, ο κανονισμός καλύπτει όλες τις αποφάσεις που αναφέρονται στη γονική μέριμνα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων προστασίας του τέκνου, ανεξάρτητα από τυχόν σχέση με γαμική διαδικασία.

Παραμένουν εκτός του πεδίου εφαρμογής οι αστικές διαδικασίες που αφορούν τις υποχρεώσεις διατροφής, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εξαιρούνται και τα εξής:

  • η διαπίστωση και η αμφισβήτηση της πατρότητας·
  • η απόφαση περί υιοθεσίας και τα προπαρασκευαστικά μέτρα, καθώς και η ακύρωση και η ανάκληση υιοθεσίας·
  • το ονοματεπώνυμο του τέκνου·
  • η ενηλικίωση·
  • η καταπιστευτική διαχείριση και η κληρονομία·
  • τα μέτρα που λαμβάνονται λόγω ποινικών παραβάσεων που διαπράττονται από τα τέκνα.

Ο κανονισμός θεσπίζει ένα σύστημα πλήρες όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία. Όσον αφορά το διαζύγιο, ο κανονισμός αναπαράγει τους κανόνες δικαιοδοσίας του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000.

Κατά γενικό κανόνα, όσον αφορά τη γονική μέριμνα, έχουν δικαιοδοσία τα δικαστήρια που βρίσκονται στη χώρα της ΕΕ στην οποία διαμένει συνήθως το τέκνο. Σε περίπτωση νόμιμης αλλαγής της διαμονής (μετακόμισης) τέκνου, τα δικαστήρια της χώρας της ΕΕ της προηγούμενης συνήθους διαμονής του τέκνου που έχουν ήδη εκδώσει απόφαση σε υπόθεση γονικής μέριμνας (ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας), εξακολουθούν να έχουν δικαιοδοσία, υπό ορισμένους όρους. Επιπλέον, οι γονείς μπορούν να αποδεχθούν ότι το δικαστήριο που έχει εκδώσει το διαζύγιο θα έχει επίσης δικαιοδοσία για να αποφασίζει σχετικά με τα ζητήματα γονικής μέριμνας. Οι γονείς μπορούν επίσης, υπό ορισμένους όρους, να συμφωνήσουν για να προσφύγουν στα δικαστήρια μίας άλλης χώρας της ΕΕ, με την οποία το τέκνο τεκμηριωμένα συνδέεται στενά, για ζητήματα όπως είναι η ιθαγένεια του τέκνου.

Οσάκις δεν μπορεί να προσδιοριστεί η συνήθης διαμονή του τέκνου, έχουν δικαιοδοσία τα δικαστήρια της χώρας της ΕΕ στην οποία το τέκνο είναι παρόν. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ιδίως στην περίπτωση τέκνων που είναι πρόσφυγες ή έχουν μετακινηθεί σε ξένη χώρα λόγω ταραχών στη χώρα καταγωγής τους. Οσάκις δεν θα ήταν εφικτός ο καθορισμός της δικαιοδοσίας ενός δικαστηρίου κατ’ εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του κανονισμού, κάθε χώρα της ΕΕ μπορεί να εφαρμόζει την εθνική της νομοθεσία. Σε περιστάσεις εξαιρετικές, είναι εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης σε δικαστήριο που παρουσιάζει μεγαλύτερες δυνατότητες γνώσης της, εφόσον αυτό είναι σύμφωνο με το ύψιστο συμφέρον του τέκνου.

Εναπόκειται στα δικαστήρια να εξακριβώνουν αυτεπαγγέλτως κατά πόσον έχουν δικαιοδοσία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Σε περίπτωση προσφυγής σε δικαστήριο μίας χώρας της ΕΕ για υπόθεση για την οποία δεν έχει δικαιοδοσία, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται να κηρύξει, αυτεπαγγέλτως, εαυτό αναρμόδιο. Εάν μια διαδικασία κινείται κατά εναγομένου/ης ο οποίος ή η οποία διαμένει συνήθως σε άλλη χώρα της ΕΕ, εναπόκειται στα δικαστήρια να εξακριβώσουν κατά πόσον ο εναγόμενος/η εναγόμενη έχει λάβει το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο εγκαίρως για να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του/της. Επιπλέον, σε επείγουσες περιπτώσεις, τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να λάβουν προσωρινά ή συντηρητικά μέτρα σχετικά με τα πρόσωπα και τα περιουσιακά στοιχεία.

Κανόνες που διέπουν τις περιπτώσεις απαγωγής τέκνων

Ο κανονισμός εισάγει και κανόνες όσον αφορά τις απαγωγές τέκνων (παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση τέκνου *). Οι σχετικοί κανόνες έχουν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση των απαγωγών τέκνων εντός της ΕΕ.

Σε περίπτωση απαγωγής τέκνου, ο δικαιούχος της επιμέλειας * έχει το δικαίωμα να υποβάλει, σε μια κεντρική αρχή, αίτηση επιστροφής του τέκνου.

Κατά γενικό κανόνα, τα δικαστήρια της χώρας της ΕΕ στην οποία το τέκνο διέμενε συνήθως πριν από την απαγωγή, εξακολουθούν να έχουν δικαιοδοσία και μετά την απαγωγή, μέχρις ότου το τέκνο αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλη χώρα της ΕΕ (με τη συγκατάθεση κάθε προσώπου που έχει την επιμέλεια, και αφού παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος διαμονής).

Το εμπλεκόμενο δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την απόφασή του εντός έξι εβδομάδων το αργότερο από τότε που θα επιληφθεί. Το τέκνο καλείται σε ακρόαση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκτός αν τούτο κρίνεται μη ενδεδειγμένο λόγω της ηλικίας του ή της ωριμότητάς του. Η επιστροφή του τέκνου δεν είναι δυνατόν να απορριφθεί χωρίς να έχει παραστεί σε ακρόαση το πρόσωπο που ζήτησε την επιστροφή.

Τα δικαστήρια της χώρας της ΕΕ στην οποία έχει διαπραχθεί η απαγωγή μπορούν να απορρίψουν την επιστροφή του τέκνου μόνο στην περίπτωση όπου υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για τη σωματική ή ψυχική υγεία του τέκνου (δυνάμει του άρθρου 13 στοιχείο β) της Σύμβασης της Χάγης του 1980). Ωστόσο, ο αρμόδιος δικαστής οφείλει να διατάξει την επιστροφή του τέκνου, εάν έχει διαπιστωθεί ότι έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του τέκνου μετά την επιστροφή του.

Εάν δικαστήριο εκδώσει απόφαση μη επιστροφής, οφείλει να διαβιβάσει το φάκελο της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο της χώρας της ΕΕ όπου το τέκνο είχε τη συνήθη κατοικία του πριν μετακινηθεί. Το δικαστήριο αυτό έχει τον τελευταίο λόγο ως προς το αν το τέκνο πρέπει να επιστρέψει ή όχι. Ο δικαστής οφείλει να δώσει στο τέκνο και στα εμπλεκόμενα μέρη τη δυνατότητα ακρόασης, καθώς και να λάβει υπόψη τα κίνητρα και τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων ο πρώτος δικαστής εξέδωσε την απόφαση μη επιστροφής. Εάν ο δικαστής της χώρας καταγωγής της ΕΕ καταλήξει σε διαφορετική απόφαση, δηλαδή στο ότι το τέκνο πρέπει να επιστρέψει, η απόφαση αυτή αναγνωρίζεται και εκτελείται στην άλλη χώρα της ΕΕ, χωρίς να είναι απαραίτητη δήλωση περί εκτελεστότητας (κατάργηση της κήρυξης εκτελεστότητας- exequatur). Η απόφαση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εφόσον ο δικαστής της χώρας καταγωγής της ΕΕ έχει εκδώσει σχετικό πιστοποιητικό (παράρτημα ΙV).

Αναγνώριση και εκτέλεση

Οι κανόνες που διέπουν την αναγνώριση και την εκτέλεση αναπαράγουν τους κανόνες του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 επ’ αυτού του θέματος.

Ο κανονισμός εγγυάται την αυτόματη αναγνώριση κάθε απόφασης, χωρίς ανάγκη ενδιάμεσης διαδικασίας. Περιορίζει τους λόγους απόρριψης για τις αποφάσεις σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, δηλαδή όταν:

  • η αναγνώριση αντιβαίνει κατάφωρα στη δημόσια τάξη·
  • ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να πράξει τα δέοντα για την υπεράσπισή του εξαιτίας καθυστερημένης κοινοποίησης του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου·
  • η αναγνώριση είναι ασυμβίβαστη με κάποια άλλη απόφαση.

Για τις αποφάσεις που αφορούν τη γονική μέριμνα, υπάρχουν δύο επιπρόσθετοι λόγοι μη αναγνώρισης, δηλαδή διότι:

  • δεν δόθηκε στο τέκνο η δυνατότητα ακρόασης·
  • δεν δόθηκε η δυνατότητα ακρόασης σε ένα πρόσωπο το οποίο υποστηρίζει ότι η απόφαση αποτελεί εμπόδιο για την άσκηση της γονικής του μέριμνας.

Μια απόφαση σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή σε μία άλλη χώρα της ΕΕ κατόπιν σχετικού αιτήματος ενός ενδιαφερόμενου μέρους (και, στις διάφορες περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου, αφού θα έχει καταχωρηθεί ενόψει της εκτέλεσής της). Η απόφαση για την κήρυξη εκτελεστότητας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.

Όσον αφορά τις αποφάσεις για γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο την έκδοση πιστοποιητικού· προς αυτόν το σκοπό, επισυνάπτεται υπό μορφή παραρτήματος στον παρόντα κανονισμό ένα τυποποιημένο έντυπο (παράρτημα I και παράρτημα ΙΙ).

Κάθε απόφαση που αφορά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας και την επιστροφή του τέκνου, η οποία έχει εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, αναγνωρίζεται αυτομάτως και εκτελείται σε όλες τις χώρες της ΕΕ, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή σε οποιαδήποτε διαδικασία (κατάργηση του exequatur), εφόσον η απόφαση συνοδεύεται από πιστοποιητικό. Τυποποιημένο υπόδειγμα των πιστοποιητικών που αφορούν το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας και την επιστροφή του τέκνου επισυνάπτεται υπό μορφή παραρτήματος στον παρόντα κανονισμό (παράρτημα ΙΙΙ και παράρτημα ΙV, αντιστοίχως).

Το πιστοποιητικό που εκδίδεται για να διευκολύνει την εκτέλεση της απόφασης δεν επιδέχεται την άσκηση ένδικου μέσου. Ωστόσο, είναι δυνατόν να κινηθεί διαδικασία διόρθωσης, εφόσον το πιστοποιητικό δεν αποδίδει ορθώς το περιεχόμενο της απόφασης.

Η διαδικασία εκτέλεσης διέπεται από το εθνικό δίκαιο της χώρας εκτέλεσης της ΕΕ.

Πρέπει επίσης να γίνεται διάκριση μεταξύ της απόφασης που αναγνωρίζει το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας και των πρακτικών κανόνων άσκησης αυτού του δικαιώματος. Ο δικαστής της χώρας εκτέλεσης της ΕΕ μπορεί να καθορίζει τους πρακτικούς κανόνες άσκησης του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας εφόσον οι κανόνες αυτοί δεν έχουν προβλεφθεί στην απόφαση από τα δικαστήρια της άλλης χώρας της ΕΕ όπου εξεδόθη η απόφαση αναγνώρισης του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας. Κατά τον προσδιορισμό των πρακτικών κανόνων, ο δικαστής οφείλει, ωστόσο, να ακολουθεί τα θεμελιώδη στοιχεία της απόφασης.

Συνεργασία μεταξύ των κεντρικών αρχών

Κάθε χώρα της ΕΕ ορίζει μία ή περισσότερες κεντρικές αρχές, οι οποίες αναλαμβάνουν πολλαπλά καθήκοντα, και ιδίως:

  • να ευνοούν την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά τις αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες και διαδικασίες·
  • να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ των δικαστηρίων·
  • να παρέχουν την αρωγή τους στους δικαιούχους της γονικής μέριμνας σε περίπτωση αίτησης αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης·
  • να ευνοούν την επίλυση των διαφορών μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας με εναλλακτικά μέσα, όπως η διαμεσολάβηση.

Ως προς τα ανωτέρω, οι κεντρικές αρχές συνέρχονται τακτικά στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για θέματα αστικού και εμπορικού δικαίου.

Κάθε δικαιούχος γονικής μέριμνας μπορεί να απευθυνθεί στην κεντρική αρχή της χώρας της ΕΕ όπου αυτός ή το τέκνο διαμένει συνήθως, για να ζητήσει δωρεάν αρωγή.

Κατά γενικό κανόνα, ο κανονισμός αντικαθιστά τις υφιστάμενες συμβάσεις που έχουν συναφθεί μεταξύ δύο ή περισσότερων χωρών της ΕΕ και έχουν σχέση με το αντικείμενο του κανονισμού. Επιπλέον, ο κανονισμός υπερισχύει ως προς ορισμένες πολυμερείς συμβάσεις που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ, εφόσον αφορούν ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, δηλαδή: Σύμβαση της Χάγης του 1961 (νόμος εφαρμοστέος όσον αφορά την προστασία των ανηλίκων), Σύμβαση του Λουξεμβούργου του 1967 (αναγνώριση των αποφάσεων περί γάμου), Σύμβαση της Χάγης του 1970 (αναγνώριση των διαζυγίων), Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1980 (επιμέλεια των τέκνων), Σύμβαση της Χάγης του 1980 (αστικές πτυχές των απαγωγών τέκνων διεθνώς).

Όσον αφορά τις σχέσεις με τη Σύμβαση της Χάγης της 19ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με τη δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία σε θέματα γονικής μέριμνας και μέτρων προστασίας των τέκνων, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται καθ’ ολοκληρίαν εφόσον το εμπλεκόμενο τέκνο διαμένει συνήθως σε χώρα της ΕΕ. Ακόμη, οι κανόνες για την αναγνώριση και την εκτέλεση εφαρμόζονται οσάκις αρμόδιο δικαστήριο χώρας της ΕΕ εκδίδει απόφαση, ακόμη και αν το εμπλεκόμενο τέκνο διαμένει συνήθως στην επικράτεια τρίτης χώρας, η οποία πάντως είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω σύμβασης.

Επιπλέον, είναι εφαρμοστέες ιδιαίτερες διατάξεις όσον αφορά:

  • τις σχέσεις της Φινλανδίας και της Σουηδίας με τη Δανία, την Ισλανδία και τη Νορβηγία, όσον αφορά την εφαρμογή της Σύμβασης των βόρειων χωρών για το γάμο της 6ης Φεβρουαρίου 1931·
  • τις σχέσεις μεταξύ του Βατικανού, αφενός, και της Πορτογαλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Μάλτας, αφετέρου.

Τελικές διατάξεις

Μια επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των χωρών της ΕΕ επικουρεί την Επιτροπή ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού.

Το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2012, και στη συνέχεια κάθε πέντε έτη, η Επιτροπή παρουσιάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, βάσει των στοιχείων που υποβάλλονται από τις χώρες της ΕΕ, έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, μαζί με, εφόσον συντρέχει περίπτωση, πρόταση τροποποίησής του.

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία συμμετέχουν στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοσή του, οπότε και δεν δεσμεύεται από αυτόν.

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Αυγούστου 2004 και τίθεται σε εφαρμογή από την 1η Μαρτίου 2005 (Τα άρθρα 67-70 τίθενται σε εφαρμογή από την 1η Αυγούστου 2004).

Νομοθετικό πλαίσιο

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε είχε εκφράσει σαφώς τη βούληση των χωρών της ΕΕ να ενισχύσουν την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων, ιδίως σε αστικές υποθέσεις (σημείο 34 των συμπερασμάτων). Η αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων επρόκειτο να πραγματοποιηθεί, σε πρώτο στάδιο, σε περιορισμένους τομείς, όπως στο οικογενειακό δίκαιο, και ιδίως σχετικά με τις αξιώσεις διατροφής και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε:

  • τον Μάιο του 2000, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, αποκαλούμενο και «Βρυξέλλες ΙΙ»·
  • τον Ιούλιο του 2000, η Γαλλία παρουσίασε μια πρωτοβουλία που αφορούσε το διασυνοριακό δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίαςμε τα τέκνα·
  • τον Σεπτέμβριο του 2001, η Επιτροπή παρουσίασε μια πρόταση σχετικά με τη γονική μέριμνα.

Οι διατάξεις της πρότασης που παρουσίασε η Επιτροπή στις 30 Σεπτεμβρίου 2001 έχουν ενσωματωθεί στην πρόταση του παρόντος κανονισμού, οπότε και απεσύρθησαν επισήμως στις 6 Ιουνίου 2002. Το ίδιο συνέβη και με την πρωτοβουλία που ανέλαβε η Γαλλία τον Ιούλιο του 2000.

Λέξεις- κλειδιά της πράξης
  • Γονική μέριμνα: το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, βάσει δικαστικής απόφασης, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία, σε σχέση με το πρόσωπο ή την περιουσία ενός τέκνου. Περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας.
  • Δικαίωμα επιμέλειας: τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στη φροντίδα ενός τέκνου, και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του.
  • Δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας: το δικαίωμα να οδηγείται ένα τέκνο, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σε τόπο άλλον από τον τόπο της συνήθους διαμονής του.
  • Παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση τέκνου: απαγωγή, παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας που προκύπτει από δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή από συμφωνία ισχύουσα στη χώρα της ΕΕ όπου η συνήθης κατοικία του τέκνου.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003

1.8.2004

-

ΕΕ L 338 της 23.12.2003

Πράξη(=εις) τροποποίησηςΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2216/2004

3.1.2005

-

ΕΕ L 367 της 14.12.2004

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010 , για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό [Επίσημη Εφημερίδα L 343 της 29.12.2010].

Απόφαση 2010/405/ΕΕ του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2010 για την έγκριση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό [Επίσημη Εφημερίδα L 189 της 22.7.2010].
Το 2008, διαπιστώθηκε ότι η επίτευξη ομοφωνίας για την τροποποίηση του κανονισμού 2201/2003 (παρακάτω) θα ήταν δύσκολη. Κατά συνέπεια, ορισμένες χώρες της ΕΕ εξέφρασαν έκτοτε την πρόθεση να καθιερώσουν μεταξύ τους ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου σε γαμικές διαφορές. Με την εν λόγω απόφαση, οι χώρες αυτές εξουσιοδοτούνται να καθιερώσουν ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ τους. Οι άλλες χώρες της ΕΕ μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτή τη συνεργασία ανά πάσα στιγμή. Η ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό θα παρέχει ένα σαφές και πλήρες νομικό πλαίσιο στις συμμετέχουσες χώρες για διασυνοριακές περιπτώσεις. Ταυτόχρονα, θα αυξήσει την ασφάλεια δικαίου, την προβλεψιμότητα και την ευελιξία για τους πολίτες. Αυτή η ενισχυμένη συνεργασία βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων.και εξασφαλίζει καλύτερη συμβατότητα μεταξύ των κανόνων που εφαρμόζονται στις συμμετέχουσες χώρες όσον αφορά τη σύγκρουση νόμων.

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2006, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003, σχετικά με τη δικαστική αρμοδιότητα καθώς και με τη θέσπιση κανόνων ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο σε γαμικές υποθέσεις [COM(2006) 399 τελικό – Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].
Λόγω της αύξησης των «διεθνών» γάμων και διαζυγίων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει να δημιουργήσει ένα σαφές και πλήρες νομικό πλαίσιο για τις γαμικές υποθέσεις σε ό,τι αφορά την ασφάλεια δικαίου, την προβλεψιμότητα, την ευελιξία και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Προς τούτο, η ως άνω πρόταση αναφέρει, μεταξύ άλλων:

  • εναρμονισμένους κανόνες για τη σύγκρουση δικαίου ως προς το διαζύγιο και τη διάσταση, πράγμα που θα επιτρέψει στους συζύγους να προβλέπουν ποια νομοθεσία θα ισχύσει για τη γαμική διαδικασία τους·
  • μια σχετική αυτονομία των μερών, τα οποία θα μπορούν μα επιλέγουν ως ένα βαθμό το εφαρμοστέο δίκαιο και τα αρμόδια δικαστήρια για τη διαδικασία διαζυγίου ή διάστασης.

Η εν λόγω πρόταση αποτελεί συνέχεια της Πράσινης Βίβλου της 14ης Μαρτίου 2005 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο και τη δικαστική αρμοδιότητα σε υποθέσεις διαζυγίου.
Διαδικασία διαβούλευσης (CNS/2006/0135)

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 21.05.2012

βλέπε και

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας