RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Διαδικασίες αφερεγγυότητας

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινούς κανόνες όσον αφορά το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, το εφαρμοστέο δίκαιο και την αναγνώριση των αποφάσεων σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας ενός οφειλέτη –είτε αυτός είναι εταιρεία, έμπορος ή ιδιώτης. Σκοπός του κανονισμού αυτού είναι να αποθαρρύνει τον οφειλέτη να μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία ή τη νομική διαφορά του από μία χώρα σε άλλη επιδιώκοντας να βελτιώσει τη νομική του θέση.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

ΣΥΝΟΨΗ

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ένα κοινό πλαίσιο για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Σκοπός των εναρμονισμένων διατάξεων σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι να αποτρέπεται η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων ή των νομικών διαφορών από μία χώρα της ΕΕ σε άλλη με σκοπό τη βελτίωση της νομικής θέσης εις βάρος των πιστωτών («forum shopping»).

Σημειώνεται ότι το ένα τέταρτο των περιπτώσεων αφερεγγυότητας που διαπιστώθηκαν στην ΕΕ συνδέονται με καθυστερήσεις πληρωμής.

Αποτροπή της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων ή νομικών διαφορών από το μία χώρα της ΕΕ στην άλλη

Οι περιπτώσεις πτώχευσης που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις επηρεάζουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Για να εξασφαλιστεί η ύπαρξη περισσότερο ομοιογενών διαδικασιών ώστε να αποθαρρύνουν τα μέρη να μεταφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή τις νομικές διαφορές τους από μία χώρα της ΕΕ σε άλλη επιδιώκοντας να βελτιώσουν τη νομική τους θέση, οι προτεινόμενες λύσεις βασίζονται στην αρχή της παγκοσμιότητας της διαδικασίας. Συγχρόνως διατηρείται η δυνατότητα να κινηθεί περιορισμένος αριθμός δευτερευουσών διαδικασιών στο έδαφος της εν λόγω χώρας της ΕΕ.

Ο κανονισμός εφαρμόζεται στις «συλλογικές διαδικασίες οι οποίες προϋποθέτουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, συνεπάγονται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου». Ο παρών κανονισμός αφορά όλες τις διαδικασίες, είτε ο οφειλέτης είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο είτε έμπορος ή ιδιώτης. Ο σύνδικος είναι ένα πρόσωπο ή όργανο το οποίο διοικεί ή εκκαθαρίζει την πτωχευτική περιουσία ή επιβλέπει τη διαχείριση των υποθέσεων του οφειλέτη. Το παράρτημα Γ του κανονισμού διευκρινίζει τα πρόσωπα ή τα όργανα που είναι αρμόδια να ασκήσουν αυτή τη λειτουργία σε κάθε χώρα της ΕΕ.

Ωστόσο ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν:

Καθορισμός των αρμόδιων δικαστηρίων και του εφαρμοστέου δικαίου

Ο κανονισμός ορίζει την έννοια του «δικαστηρίου» ως δικαστική ή άλλη αρμόδια αρχή που νομιμοποιείται από το εθνικό δίκαιο να κηρύσσει την έναρξη διαδικασίας. Για την κίνηση της κύριας διαδικασίας, αρμόδια δικαστήρια είναι τα δικαστήρια της χώρας της ΕΕ στην οποία βρίσκεται το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη. Αυτό το κράτος μέλος θα πρέπει να αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο ο οφειλέτης διαχειρίζεται κατά κανόνα τα συμφέροντά του και ο οποίος μπορεί να επαληθευθεί από τους τρίτους. Σε περίπτωση εταιρειών ή νομικών προσώπων τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας. Στην περίπτωση φυσικού προσώπου, είναι κατ’ αρχήν ο τόπος της επαγγελματικής του κατοικίας ή της συνήθους μόνιμης κατοικίας του.

Οι δευτερεύουσες διαδικασίες (που αναφέρονται στο παράρτημα Β) μπορούν να κινηθούν εκ των υστέρων σε μία άλλη χώρα της ΕΕ αν ο οφειλέτης έχει μια εγκατάσταση στο έδαφος της. Ως «εγκατάσταση» νοείται κάθε τόπος όπου ο οφειλέτης ασκεί οποιαδήποτε μη προσωρινή οικονομική δραστηριότητα, στην οποία χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο παράγοντα αλλά και περιουσιακά στοιχεία. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας πτώχευσης πρέπει να περιορίζονται στα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τα οποία ευρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω χώρας. Την έναρξη μιας τέτοιας διαδικασίας μπορεί να ζητήσει ο σύνδικος της κύριας διαδικασίας ή άλλα πρόσωπα ή αρχές σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας στην οποία ζητήθηκε η έναρξη της διαδικασίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η εδαφική διαδικασία μπορεί να κινηθεί ανεξαρτήτως πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας, αν το ζητήσουν οι τοπικοί πιστωτές ή οι πιστωτές της τοπικής εγκατάστασης ή αν το δίκαιο της χώρας της ΕΕ στην οποία ο οφειλέτης έχει το κέντρο των συμφερόντων του δεν επιτρέπει την έναρξη κύριας διαδικασίας. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή θα μετατραπεί σε δευτερεύουσα διαδικασία μετά την έναρξη της κύριας διαδικασίας.

Η νομοθεσία της χώρας της ΕΕ στην οποία γίνεται έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας διέπει όλους τους όρους αυτής της διαδικασίας: τις προϋποθέσεις έναρξής της, τη διεξαγωγή και το κλείσιμό της. Επίσης καθορίζει τα θέματα ουσίας όπως τον ορισμό των οφειλετών και των σχετικών περιουσιακών στοιχείων, τις αντίστοιχες εξουσίες του οφειλέτη και του συνδίκου, τα αποτελέσματα της διαδικασίας στις συμβάσεις, τις επιμέρους διώξεις, απαιτήσεις κ.λπ.

Ορισμένες διατάξεις εξασφαλίζουν σε όλο το έδαφος της ΕΕ τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, το δικαίωμα ενός πιστωτή να επικαλεσθεί το συμψηφισμό και το δικαίωμα ενός πωλητή που βασίζεται στην επιφύλαξη κυριότητας, κατά τρόπον ώστε τα δικαιώματα αυτά να μην επηρεάζονται από την έναρξη της διαδικασίας. Όσον αφορά τα ακίνητα, οι ισχύοντες κανόνες διέπονται αποκλειστικά και μόνο από το δίκαιο της χώρας της ΕΕ στο έδαφος της οποίας βρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι συμβάσεις και οι σχέσεις εργασίας καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμμετεχόντων σε ένα σύστημα πληρωμής ή σε χρηματοοικονομική αγορά διέπονται αποκλειστικά και μόνο από τη νομοθεσία της χώρας της ΕΕ στην οποία υπάγονται (για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. την οδηγίασχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και τα συστήματα διακανονισμού αξιόγραφων).

Αναγνώριση της διαδικασίας αφερεγγυότητας

Οι αποφάσεις που λαμβάνει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κύρια διαδικασία αναγνωρίζονται αμέσως από όλες τις χώρες της ΕΕ χωρίς συμπληρωματικό έλεγχο, εκτός:

  • εάν η αναγνώριση αυτή θα έχει αποτελέσματα αντίθετα προς τη δημόσια τάξη της χώρας,
  • σε περίπτωση αποφάσεων που περιορίζουν το ταχυδρομικό απόρρητο ή την ατομική ελευθερία.

Ωστόσο, περιορισμός των δικαιωμάτων των πιστωτών (αναστολή πληρωμών ή άφεση χρέους) είναι δυνατόν να γίνει μόνο εάν έχουν εκφράσει τη συγκατάθεσή τους.

Όταν ένα δικαστήριο μίας χώρας της ΕΕ αποφασίσει να κινήσει διαδικασία αφερεγγυότητας, η απόφαση αναγνωρίζεται σε όλες τις άλλες χώρες της ΕΕ, ακόμη και αν είναι αδύνατο να κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη στις άλλες χώρες. Τα αποτελέσματα της απόφασης είναι αυτά που προβλέπονται από το δίκαιο της χώρας έναρξης της διαδικασίας και παύουν σε περίπτωση έναρξης δευτερεύουσας διαδικασίας σε μία άλλη χώρα της ΕΕ.

Ο σύνδικος ο οριζόμενος από αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να ασκεί εντός άλλης χώρας της ΕΕ όλες τις εξουσίες που του απονέμει το δίκαιο της χώρας της ΕΕ όπου ξεκίνησε η διαδικασία, τηρώντας όμως το δίκαιο της χώρας στο έδαφος της οποίας ενεργεί.
Συγκεκριμένα, μπορεί να μεταφέρει τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και να ασκεί αγωγές πτωχευτικής ανάκλησης προς όφελος των πιστωτών, εάν τα περιουσιακά στοιχεία μεταφέρθηκαν από τη χώρα της κύριας διαδικασίας μετά την έναρξη της διαδικασίας, με την επιφύλαξη των εμπράγματων δικαιωμάτων τρίτων ή την επιφύλαξη κυριότητας.

Κάθε πιστωτής που κατοικεί στην ΕΕ, ο οποίος πέτυχε ολική ή μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του επί των αγαθών του οφειλέτη, υποχρεούται να επιστρέψει στο σύνδικο ό,τι απέκτησε (με την επιφύλαξη των εμπράγματων δικαιωμάτων ή με την επιφύλαξη κυριότητας). Καταρτίζεται για την Ένωση ενοποιημένος πίνακας μεριδίων, ώστε να εξασφαλίζονται ισοδύναμα μερίδια για τους πιστωτές.

Μπορούν να ληφθούν μέτρα δημοσίευσης στις άλλες χώρες της ΕΕ κατόπιν αιτήσεως του συνδίκου (δημοσίευση της απόφασης για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και/ή εγγραφή σε δημόσιο βιβλίο). Μπορεί να επιβληθεί η υποχρεωτική δημοσίευση, αλλά, σε καμία περίπτωση η δημοσίευση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση της διαδικασίας σε άλλο κράτος μέλος.

Εάν ενεχόμενο πρόσωπο δεν έχει ενημερωθεί για την έναρξη της διαδικασίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργεί καλή τη πίστει (όταν εκτελεί υποχρέωσης προς όφελος του οφειλέτη, ενώ θα έπρεπε αυτή να εκτελεστεί προς όφελος του συνδίκου της διαδικασίας σε μία άλλη χώρα της ΕΕ). Εάν η εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής γίνει πριν από τη δημοσίευση της απόφασης, δεν είναι υποχρεωτικό να έχει ενημερωθεί το ενεχόμενο πρόσωπο. Αντίθετα, εάν η εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής γίνει μετά τη δημοσίευση, το ενεχόμενο πρόσωπο θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση της πληροφορίας εκτός και εάν αποδειχθεί το αντίθετο.

Περιορισμός εφαρμογής του κανονισμού

Ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

  • στη Δανία,
  • σε όλες τις χώρες της ΕΕ, στις οποίες δεν είναι συμβατός με τις υποχρεώσεις στον τομέα της πτώχευσης οι οποίες απορρέουν από σύμβαση που συνάφθηκε πριν από τη θέση του σε ισχύ από αυτή τη χώρα και με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες,
  • στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο βαθμό που υπάρχει ασυμβατότητα με τις συμφωνίες που συνήφθησαν προηγουμένως στο πλαίσιο της Κοινοπολιτείας.

Ο κανονισμός εφαρμόζεται για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν κινηθεί μετά την έναρξη ισχύος του, στις 31 Μαΐου 2002. Ο κανονισμός αντικαθιστά τις ισχύουσες διμερείς και πολυμερείς συμβάσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων χωρών της ΕΕ.

Πλαίσιο

Οι πτωχεύσεις, οι πτωχευτικοί συμβιβασμοί και οι ανάλογες διαδικασίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968. Από το 1963, πραγματοποιήθηκαν διάφορες εργασίες για να δημιουργηθεί ένα κοινοτικό μέσο σε αυτό τον τομέα. Έτσι, στις 23 Νοεμβρίου 1995, υπεγράφη σύμβαση σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ωστόσο, η σύμβαση αυτή δεν ετέθη σε ισχύ, διότι μία χώρα της ΕΕ δεν την υπέγραψε εντός της καθορισμένης προθεσμίας.

Η συνθήκη του Αμστερνταμ, η οποία υπεγράφη στις 2 Οκτωβρίου 1997, προβλέπει νέες διατάξεις για την αστική δικαστική συνεργασία. Στη βάση αυτή, εκδίδεται ο παρών κανονισμός σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000

31.5.2002

-

ΕΕ L 160 της 30.6.2000.

Οι διαδοχικές τροποποιήσεις και διορθώσεις στο κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 έχουν ενσωματωθεί στο βασικό κείμενο. Αυτή η ενοποιημένη εκδοχή έχει μόνο αξία τεκμηρίωσης.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 24.02.2011

βλέπε και

  • Δικτυακός τόπος για την αφερεγγυότητα (EN), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας