RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 11 γλώσσες

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Σύμβαση σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Σύμβαση της Ρώμης)

Αρχεία

H σύμβαση θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες για το εφαρμοστέο στις συμβατικές ενοχές δίκαιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

ΠΡΑΞΗ

Σύμβαση 80/934/ΕΟΚ σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές η οποία υπογραφή στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980.

ΣΥΝΟΨΗ

Η σύμβαση σχετικά με το εφαρμοστέο στις συμβατικές δίκαιο άνοιξε προς υπογραφή στη Ρώμη, στις 19 Ιουνίου 1980 για τα εννιά κράτη μέλη της εποχής εκείνης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ). Άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 1991. Στη συνέχεια, όλα τα νέα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΚ υπέγραψαν την εν λόγω σύμβαση. Παράλληλα με την υπογραφή της σύμβασης από την Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, συντάχθηκε κωδικοποιημένο κείμενο το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα το 1998. Μια νέα κωδικοποιημένη απόδοση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα το 2005, μετά την υπογραφή της σύμβασης για την πρόσβαση των 10 νέων κρατών μελών στη Σύμβαση (της Ρώμης).

Η σύμβαση εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές σε περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων ακόμη και αν το καθοριζόμενο δίκαιο είναι εκείνο μη συμβαλλομένου κράτους – με εξαίρεση:

  • τα ζητήματα που αφορούν την προσωπική κατάσταση και την ικανότητα των φυσικών προσώπων·
  • συμβατικές ενοχές που αφορούν τις κανονικές σχέσεις, τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και άλλες οικογενειακές σχέσεις·
  • τις ενοχές που συνδέονται με διαπραγματεύσιμα μέσα (συναλλαγματικές, επιταγές, γραμμάτια σε διαταγή...)·
  • τις συμφωνίες διαιτησίας και επιλογής δικαστηρίου·
  • τα ζητήματα που ανάγονται στο δίκαιο των εταιρειών, ενώσεων και νομικών προσώπων·
  • το ζήτημα εάν ο αντιπρόσωπος δεσμεύει, έναντι τρίτων, το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ισχυρίζεται ότι ενεργεί (ομοίως, και το ζήτημα εάν κάποιο όργανο εταιρείας, ένωσης ή νομικού προσώπου δεσμεύει την πλήρη οργάνωση)·
  • την ίδρυση και τα ζητήματα που αφορούν την οργάνωση των τραστ·
  • την απόδειξη και τα δικονομικά ζητήματα·
  • τις ασφαλιστικές συμβάσεις που καλύπτουν κινδύνους εντοπιζόμενους στα εδάφη των κρατών μελών (εξαιρουμένων των συμβάσεων αντασφάλισης).

Οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο στο σύνολο ή σε μέρος της σύμβασής τους δίκαιο καθώς και το αρμόδιο δικαστήριο σε περίπτωση διαφοράς. Με κοινή συμφωνία, τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να αλλάξουν το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο (αρχή της αυτονομίας της βούλησης).

Εάν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν επιλέξει ρητώς ένα εφαρμοστέο δίκαιο, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα, σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας (τόπος της συνήθους διαμονής ή της κεντρικής διοίκησης του παρόχου, τόπος της κύριας επιχείρησης ή άλλος τόπος της επιχείρησης που φέρει την ευθύνη να εξασφαλίζει την παροχή, κ.λπ). Ωστόσο σε δύο περιπτώσεις εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες:

  • αν η σύμβαση αφορά ακίνητο, εφαρμοστέο δίκαιο τεκμαίρεται ότι είναι εκείνο της χώρας όπου βρίσκεται το ακίνητο·
  • όσον αφορά τη μεταφορά εμπορευμάτων το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται σε συνάρτηση με τον τρόπο φόρτωσης ή εκφόρτωσης, ή με τον τόπο της κύριας εγκατάστασης του αποστολέα.

Προκειμένου να προστατεύονται τα δικαιώματα των καταναλωτών, οι προμήθεια ενσωμάτων κινητών ή η παροχή υπηρεσιών σε ένα πρόσωπο διέπονται από κατάλληλες διατάξεις, σύμφωνα με την αρχή της προστασίας του ασθενέστερου μέρους. Οι συμβάσεις αυτές διέπονται από το δίκαιο της χώρας όπου ο καταναλωτής έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός εάν οι συμβαλλόμενοι αποφασίσουν διαφορετικά. Σε κάθε περίπτωση, το επιλεγόμενο εφαρμοστέο δίκαιο δεν μπορεί να θέτει σε μειονεκτική θέση και να στερεί τον καταναλωτή από την προστασία που του παρέχει το δίκαιο της χώρας διαμονής του, αν είναι ευνοϊκότερο γι’ αυτά. Οι κανόνες αυτοί δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις μεταφοράς ούτε στις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών σε χώρα άλλη από εκείνη της συνήθους διαμονής του καταναλωτή.

Η σύμβαση εργασίας διέπεται:

  • είτε από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την υπηρεσία του·
  • είτε από το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η επιχείρηση που προσέλαβε τον εργαζόμενο·
  • είτε από το δίκαιο της χώρας με την οποία η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενά.

7.Αν οι συμβαλλόμενοι αποφασίσουν να επιλέξουν άλλο εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να γίνει εις βάρος της προστασίας του εργαζομένου.

Οι ισχύουσες ή μελλοντικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου υπερέχουν των διατάξεων της σύμβασης, ιδίως σε ό,τι αφορά τον διακανονισμό συγκρούσεων νόμων σχετικών με συμβατικές ενοχές που αφορούν ειδικά θέματα.

Μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να θεσπίσει ένα νέο κανόνα σύγκρουσης νόμων για μια ιδιαίτερη κατηγορία συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της σύμβασης, ή το οποίο επιθυμεί να γίνει μέρος σε πολυμερή σύμβαση στον τομέα αυτό, οφείλει να ενημερώνει σχετικά τα λοιπά υπογράφοντα κράτη. Τα εν λόγω υπογράφοντα κράτη διαθέτουν προθεσμία έξι μηνών για να αντιδράσουν και εφόσον το επιθυμούν να ζητήσουν διαβούλευση. Αν εντός της προθεσμίας των έξι μηνών δεν έχει διατυπωθεί καμιά παρατήρηση ή αν κατόπιν των διαβουλεύσεων δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία εντός δύο ετών (ένα έτος για την πολυμερή σύμβαση), το αιτούν κράτος μπορεί να τροποποιήσει το δίκαιό του ή να προσχωρήσει στη σύμβαση.

Η σύμβαση ισχύει για περίοδο 10 ετών. Στη συνέχεια, ανανεώνεται σιωπηρά κάθε πέντε έτη, και μπορεί να καταγγελθεί από ένα από τα υπογράφοντα κράτη.

Το 1998 υπεγράφησαν δύο πρωτόκολλα που αφορούν την προδικαστική ερμηνεία της σύμβασης από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ένα τρίτο πρωτόκολλο, που υπεγράφη το 1980 και συμπληρώθηκε το 1996, επιτρέπει στη Δανία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία να διατηρήσουν τις εθνικές τους διατάξεις σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο σε ζητήματα θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευμάτων.

Στη σύμβαση έχουν προσαρτηθεί τέσσερις κοινές δηλώσεις:

  • το 1980, ορισμένα κράτη μέλη ζητούσαν την εναρμόνιση των μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν από την Κοινότητα όσον αφορά τους κανόνες σύγκρουσης με τις διατάξεις της σύμβασης·
  • διατύπωναν επίσης την δυνατότητα να ανατεθούν στο Δικαστήριο αρμοδιότητες ερμηνείας της σύμβασης·
  • το 1988, μετά την υπογραφή των δύο πρωτοκόλλων, προβλέφθηκε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και του Δικαστηρίου σχετικά με τις αποφάσεις που εκδίδονται στον τομέα των συμβατικών ενοχών.

Επιπλέον, διατυπωνόταν το αίτημα κάθε νέο κράτος μέλος της Κοινότητας, όταν υπογράφει τη Σύμβαση της Ρώμης, να προσχωρεί στο πρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της σύμβασης από το Δικαστήριο.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΠράξηΈναρξη ισχύοςΠροθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελώνΕπίσημη Εφημερίδα
Σύμβαση 80/934/ΕΟΚ

1.4.1991

-

ΕΕ L 266, 9.10.1980

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) [Επίσημη Εφημερίδα L 177, 4.7.2008].
Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τη σύμβαση της Ρώμης, μετατρέποντάς την σε κοινοτική πράξη και, ταυτόχρονα, εκσυγχρονίζοντάς την. Συνεπώς, μαζί με την Βρυξέλλες I και τη Ρώμη II θεσπίζει σειρά δεσμευτικών κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου για συμβατικές και μη συμβατικές ενοχές επί αστικώνκαι εμπορικών υποθέσεων.

Πράσινο βιβλίο σχετικά με την μετατροπή σε κοινοτική πράξη και τον εκσυγχρονισμό της Σύμβασης της Ρώμης το 1980 και το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές [COM(2002) 654 τελικό - δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].
Με αυτό το πράσινο βιβλίο, το οποίο έχει συνταχθεί υπό τη μορφή ερωτηματολογίου, η Επιτροπή μελετούσε τη σκοπιμότητα μετατροπής της σύμβασης σε κοινοτική πράξη και του εκσυγχρονισμού της.
Η μετατροπή της σύμβασης της Ρώμης σε κοινοτική πράξη, εξασφαλίζοντας την ομοιομορφία του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου εντός των κρατών μελών θα μπορούσε να παραχωρήσει ερμηνευτική αρμοδιότητα στο Δικαστήριο και να διευκολύνει την εφαρμογή ομοιόμορφων κανόνων σύγκρουσης νόμων στα νέα κράτη μέλη. Όσον αφορά την επιλεχθείσα πράξη, η Επιτροπή προτείνει την προσφυγή σε κανονισμό ο οποίος εξασφαλίζει άμεση και υποχρεωτική εφαρμογή των κανόνων και δεν παρουσιάζει αβεβαιότητες και βραδύτητες που είναι εγγενείς στη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο.
Το ζήτημα του εκσυγχρονισμού της σύμβασης τίθεται κυρίως για την προστασία των καταναλωτών και των εργαζομένων (τα λεγόμενα «ασθενέστερα μέρη»). Μία από τις λύσεις που εξετάζει η Επιτροπή συνίσταται στην εισαγωγή γενικής ρήτρας η οποία θα εξασφάλιζε ένα ελάχιστο επίπεδο κοινοτικής προστασίας, εφόσον όλα, ή ακόμη και ορισμένα σημαντικά στοιχεία της σύμβασης εντοπίζονται στην Κοινότητα. Η λύση αυτή θα έδινε τη δυνατότητα να καλυφθεί η σημερινή έλλειψη προστασίας του «κινούμενου καταναλωτή» δηλαδή του ατόμου που μετακινήθηκε σε χώρα διαφορετική από εκείνη της συνήθους κατοικίας του προκειμένου να προβεί σε αγορά ή να ζητήσει κάποια υπηρεσία.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 23.04.2009

βλέπε και

  • Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφτείτε τον δικτυακό τόπο «εφαρμοστέο δίκαιο» (EN) της ΓΔ Δικαιοσύνη.
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας