RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να προλαμβάνει τη χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Εφαρμόζεται στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, καθώς και σε ορισμένα νομικά και φυσικά πρόσωπα που εργάζονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των φορέων παροχής αγαθών (όταν οι πληρωμές γίνονται σε μετρητά και ξεπερνούν τα 15 0000 ευρώ). Οι οντότητες και τα πρόσωπα αυτά πρέπει να εφαρμόζουν τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη (CDD), λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι εθνικές μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) συγκροτούνται για να εξετάζουν τις αναφορές για ύποπτες συναλλαγές.

ΠΡΑΞΗ

Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2005 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας [Βλέπε τροποποιητικές πράξεις].

ΣΥΝΟΨΗ

Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και καταργεί την οδηγία 91/308/ΕΟΚ.

Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να απαγορεύουν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Για το σκοπό αυτό, μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Ορισμός της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

Η οδηγία ορίζει ως «νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» τις πράξεις που διαπράττονται εκ προθέσεως με σκοπό:

  • τη μετατροπή ή τη μεταβίβαση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της·
  • την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση, τη διάθεση ή τη διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται αυτή, ή την κυριότητα επί περιουσίας, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα·
  • την απόκτηση, την κατοχή ή τη χρήση της περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα·
  • τη συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρονται πιο πάνω, ή παροχή συνδρομής για τη διάπραξή της.

Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες υπάρχει ακόμα και εάν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχεται η νομιμοποιημένη περιουσία διαπράχθηκαν σε άλλη χώρα της ΕΕ ή άλλη τρίτη χώρα.

Ως «χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» η οδηγία θεωρεί την παροχή ή συλλογή κεφαλαίων για τη διάπραξη εγκλήματος όπως αυτό ορίζεται στην απόφαση-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, όπως η ομηρία, η πλαστογραφία διοικητικών εγγράφων και η διεύθυνση τρομοκρατικής ομάδας.

Υποχρεώσεις των καλυπτόμενων οντοτήτων και προσώπων όσον αφορά τους πελάτες τους

Η οδηγία εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα, στους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, στους ανεξάρτητους επαγγελματίες νομικούς, τους συμβολαιογράφους, τους λογιστές, τους ελεγκτές, τους φοροτεχνικούς, τους κτηματομεσίτες, τα καζίνα, τους φορείς παροχής υπηρεσιών σε εταιρείες καταπιστευτικής διαχείρισης και επιχειρήσεις και σε όλους τους φορείς παροχής αγαθών (όταν οι πληρωμές γίνονται σε μετρητά και ξεπερνούν τις 15 000 ευρώ). Οι οντότητες και τα πρόσωπα που καλύπτει η οδηγία εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις και όταν διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο από 15 000 ευρώ. Επιπλέον, πρέπει να υποβάλλουν αναφορά ύποπτων συναλλαγών όταν υποψιάζονται ότι υφίσταται νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ανεξάρτητα από κάθε κατώτατο όριο ή εξαίρεση.

Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας προβλέπουν την εξακρίβωση και τον έλεγχο της ταυτότητας του πελάτη, τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και το χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης, την εξακρίβωση, ενδεχομένως, της ταυτότητας του φυσικού προσώπου που κατέχει ή ελέγχει τον πελάτη ή για λογαριασμό του οποίου διεξάγεται η δραστηριότητα. Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας μπορούν να προσαρμόζονται ανάλογα με το βαθμό κινδύνου, που εξαρτάται, για παράδειγμα, από το είδος του πελάτη ή τη σχέση. Οι χώρες της ΕΕ μπορούν να επιτρέπουν στις οντότητες και στα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας να βασίζονται σε τρίτους για την εκτέλεση των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Η οδηγία απαριθμεί, επίσης, περιπτώσεις όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όπως σχετικά με τις εθνικές δημόσιες αρχές, τους πελάτες που έχουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής όταν τα ετήσια ασφάλιστρα δεν υπερβαίνουν τα 1 000 ευρώ ή τους κάτοχους ηλεκτρονικού χρήματος.

Όταν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οντότητες και τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία οφείλουν να αυξάνουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Η αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη περιλαμβάνει συμπληρωματικά μέτρα για τον έλεγχο ή την πιστοποίηση των υποβληθέντων εγγράφων όταν ο πελάτης δεν είναι παρών για να εξακριβωθεί η ταυτότητά του.

Τέλος, τα πιστωτικά ιδρύματα και λοιποί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί δεν δύνανται να τηρούν ανώνυμους λογαριασμούς ή ανώνυμα βιβλιάρια καταθέσεων.

Οι ευρωπαϊκές χώρες ενημερώνουν η μία την άλλη και ενημερώνουν τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ), ήτοι την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) καθώς και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), όταν εκτιμούν ότι τρίτη χώρα πληροί τις προϋποθέσεις ισοδυναμίας όσον αφορά την εκτίμηση των περιστάσεων που παρουσιάζουν μικρό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Σύσταση μιας μονάδας χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) στις χώρες της ΕΕ

Κάθε χώρα της ΕΕ πρέπει να δημιουργεί μια μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) σε επίπεδο κεντρικής εθνικής μονάδας. Οι μονάδες αυτές παραλαμβάνουν, ζητούν, αναλύουν και διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αφορούν ενδεχόμενη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Για να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας τα καθήκοντά της, η μονάδα αυτή διαθέτει επαρκείς πόρους και οι χώρες της ΕΕ διασφαλίζουν ότι η ΜΧΠ τους έχει πρόσβαση σε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσεως και στις πληροφορίες που αφορούν την επιβολή του νόμου.

Οι οντότητες και τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πρέπει να υποβάλλουν αναφορά ύποπτων συναλλαγών αμελλητί στη ΜΧΠ όταν γνωρίζουν ή έχουν υποψίες ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Εντωμεταξύ, πρέπει να αποφεύγουν τη διενέργεια συναλλαγών. Κατόπιν αιτήματος της ΜΧΠ, οι εν λόγω οντότητες και πρόσωπα παρέχουν όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες, σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία.

Οι χώρες της ΕΕ μπορούν να αποφασίσουν αν θα επιβάλλουν την υποχρέωση ενημέρωσης της ΜΧΠ στους ανεξάρτητους επαγγελματίες νομικούς, συμβολαιογράφους, ελεγκτές, εξωτερικούς λογιστές και φοροτεχνικούς όσον αφορά πληροφορίες που λαμβάνουν σχετικά με ή από πελάτες τους, όταν διαπιστώνουν τη νομική θέση του πελάτη ή όταν τον υπερασπίζονται ή τον εκπροσωπούν στο πλαίσιο δίκης.

Οι οντότητες και τα πρόσωπα που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία ενδέχεται να μην γνωστοποιούν στον πελάτη ή σε τρίτους ότι η εν λόγω πληροφορία διαβιβάστηκε στη ΜΧΠ, με εξαίρεση την περίπτωση ποινικής δίωξης. Φυλάσσουν τα έγγραφα, τα σχετικά αποδεικτικά ή άλλα στοιχεία για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών από την περάτωση της επιχειρηματικής σχέσης ή την εκτέλεση των συναλλαγών. Η Επιτροπή διευκολύνει το συντονισμό μεταξύ των ΜΧΠ των χωρών της ΕΕ.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν το ένα το άλλο καθώς και τις ΕΕΑ, όταν θεωρούν ότι μία τρίτη χώρα πληροί τις προϋποθέσεις ισοδυναμίας όσον αφορά την απαγόρευση γνωστοποίησης, το επαγγελματικό απόρρητο και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία οφείλουν να εφαρμόσουν τουλάχιστον ισοδύναμα μέτρα με αυτά που προβλέπει η οδηγία όσον αφορά τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη και τη φύλαξη αρχείων στα υποκαταστήματά τους και τις θυγατρικές τους πλειοψηφικής συμμετοχής που ευρίσκονται σε τρίτες χώρες. Τα κράτη μέλη, οι ΕΕΑ και η Επιτροπή ενημερώνουν ο ένας τον άλλον, όταν η νομοθεσία μιας τρίτης χώρας δεν επιτρέπει να εφαρμοστούν αυτά τα μέτρα, και θα μπορούσε να αναληφθεί συντονισμένη δράση προκειμένου να επιτευχθεί λύση. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ΕΕΑ έχουν τη δυνατότητα να καταρτίσουν σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσουν τον τύπο των πρόσθετων μέτρων και τα ελάχιστα μέτρα που πρέπει να λάβουν τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί.

Εφαρμογή της οδηγίας και επιβολή κυρώσεων

Οι οντότητες και τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας πρέπει να θεσπίσουν κατάλληλα μέτρα και διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, αναφοράς ύποπτων συναλλαγών, φύλαξης αρχείων, διαχείρισης κινδύνου και επικοινωνίας. Ενημερώνουν τους υπαλλήλους τους σχετικά με τις ισχύουσες διατάξεις.

Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να παρακολουθούν τη τήρηση της παρούσας οδηγίας. Οι εμπλεκόμενες οντότητες και τα πρόσωπα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνα για τυχόν αδυναμία τήρησης της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίζεται για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Πράξη Έναρξη ισχύος Προθεσμία μεταφοράς στο δίκαιο των κρατών μελών Επίσημη Εφημερίδα

Οδηγία 2005/60/ΕΚ

15.12.2005

15.12.2007

ΕΕ L 309, 25.11.2005

Τροποποιητικές πράξεις Έναρξη ισχύος Προθεσμία μεταφοράς στο δίκαιο των κρατών μελών Επίσημη Εφημερίδα

Οδηγία 2007/64/ΕΚ

25.12.2007

1.11.2009

ΕΕ L 319, 5.12.2007

Οδηγία 2008/20/ΕΚ

20.3.2008

-

ΕΕ L 76, 19.3.2008

Οδηγία 2009/110/ΕΚ

30.10.2009

30.4.2011

ΕΕ L 267, 10.10.2009

Οδηγία 2010/78/ΕΕ

4.1.2011

31.12.2011

ΕΕ L 331, 15.12.2010

Οι διαδοχικές τροποποιήσεις και διορθώσεις της οδηγίας 2005/60/ΕΚ έχουν ενσωματωθεί στο βασικό κείμενο. Η ενοποιημένη αυτή έκδοση έχει μόνον αξία τεκμηρίωσης.

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον ορισμό του πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου και τα τεχνικά κριτήρια για την εφαρμογή της απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και την εφαρμογή της εξαίρεσης σε περιπτώσεις άσκησης χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας σε περιστασιακή ή πολύ περιορισμένη βάση [Επίσημη Εφημερίδα L 214 της 4.8.2006].
Η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει τις τεχνικές πτυχές των ορισμών της οδηγίας 2005/60/ΕΚ όπως η έννοια του «πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου» (οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων, οι υπουργοί, τα μέλη κοινοβουλίων, κτλ).

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 07.04.2011

βλέπε και

  • Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών: οικονομικό έγκλημα (DE) (EN) (FR)
  • Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων: καταπολέμηση της τρομοκρατίας (EN)
  • Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων: νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (EN)
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας