RSS
Αλφαβητικό ευρετήριο
Αυτή η σελίδα διατίθεται σε 15 γλώσσες
Νέες διαθέσιμες γλώσσες:  CS - HU - PL - RO

We are migrating the content of this website during the first semester of 2014 into the new EUR-Lex web-portal. We apologise if some content is out of date before the migration. We will publish all updates and corrections in the new version of the portal.

Do you have any questions? Contact us.


Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, συνθήκη ΕΟΚ - πρωτότυπο κείμενο (μη ενοποιημένη έκδοση)

Η συνθήκη ΕΟΚ, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη το 1957, συνενώνει τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τις χώρες της Μπενελούξ σε μια Κοινότητα που έχει ως αποστολή την ολοκλήρωση, μέσω της προώθησης των εμπορικών συναλλαγών, με στόχο την οικονομική ανάπτυξη. Μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η ΕΟΚ μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκφράζοντας τη βούληση των κρατών μελών να επεκτείνουν τις κοινοτικές αρμοδιότητες σε μη οικονομικούς τομείς.

ΓΕΝΕΣΗ

Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), τον Ιούλιο του 1952, αποτελεί το πρώτο σημαντικό επίτευγμα της υπερεθνικής Ευρώπης. Για πρώτη φορά, τα έξι κράτη μέλη αυτού του οργανισμού εκχώρησαν, αν και σε ένα αναμφισβήτητα περιορισμένο τομέα, μέρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους υπέρ της Κοινότητας.

Τα όρια της πρώτης αυτής προσπάθειας ολοκλήρωσης έγιναν γρήγορα αισθητά με την αποτυχία της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ), το 1954.
Ενώ υπήρχε φόβος να μην τελεσφορήσει η προσπάθεια που αναλήφθηκε από την ΕΚΑΧ, η Διάσκεψη της Μεσσήνης, τον Ιούνιο του 1955 επεδίωξε να δώσει νέα ώθηση στην ευρωπαϊκή διαδικασία. Ύστερα από αυτή τη διάσκεψη, ακολούθησε σειρά συνεδριάσεων σε επίπεδο υπουργών ή εμπειρογνωμόνων. Στις αρχές του έτους 1956, συγκροτήθηκε προπαρασκευαστική επιτροπή με αποστολή την κατάρτιση έκθεσης σχετικής με τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής αγοράς. Η επιτροπή αυτή συνεδρίαζε στις Βρυξέλλες υπό την προεδρία του τότε Βέλγου υπουργού Εξωτερικών, P.H. Spaak. Τον Απρίλιο του 1956, η εν λόγω επιτροπή πρότεινε δύο σχέδια τα οποία αντιστοιχούσαν στις δύο επιλογές των κρατών μελών:

  • τη δημιουργία μιας γενικευμένης κοινής αγοράς·
  • τη δημιουργία μιας κοινότητας ατομικής ενέργειας.

Τον Μάρτιο του 1957, υπογράφηκαν στη Ρώμη οι γνωστές «συνθήκες της Ρώμης».
Η πρώτη ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η δεύτερη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, περισσότερο γνωστή ως Ευρατόμ.

Δεδομένου ότι δεν σημειώθηκαν προβλήματα κατά τη διαδικασία κύρωσης σε επίπεδο κρατών μελών, οι δύο αυτές συνθήκες άρχισαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1958.

Το παρόν συνοπτικό δελτίο αφορά μόνο τη συνθήκη ΕΟΚ.

ΣΤΟΧΟΙ

Μετά την αποτυχία της ΕΑΚ, ο οικονομικός τομέας, όσον αφορά τον οποίο οι εθνικές επιφυλάξεις ήταν λιγότερο έντονες σε σχέση με άλλους τομείς, αναδεικνύεται σε πεδίο συναίνεσης της υπερεθνικής συνεργασίας. Με την ίδρυση της ΕΟΚ και τη δημιουργία της κοινής αγοράς, επιδιώκονται δύο στόχοι. Ο πρώτος συνίσταται στο μετασχηματισμό των οικονομικών όρων των συναλλαγών και της παραγωγής στο έδαφος της Κοινότητας. Ο δεύτερος, που έχει περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα, αφορά τη συμβολή της ΕΟΚ στη λειτουργική δόμηση της πολιτικής Ευρώπης και αποτελεί ένα καθοριστικό βήμα προς την πληρέστερη ενοποίηση της Ευρώπης.

Στο προοίμιο της συνθήκης, οι υπογράφοντες δηλώνουν:

«- αποφασισμένοι να θέσουν τις βάσεις μια διαρκώς στενότερης ένωσης των ευρωπαϊκών λαών·
- αποφασισμένοι να εξασφαλίσουν, με κοινή δράση, την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των λαών τους καταργώντας τους φραγμούς που διαιρούν την Ευρώπη·
- θέτοντας ως κύριο στόχο των προσπαθειών τους τη σταθερή βελτίωση των όρων διαβίωσης και απασχόλησης των λαών τους·
- αναγνωρίζοντας ότι η εξάλειψη των υφισταμένων εμποδίων απαιτεί συντονισμένη δράση για να εξασφαλιστεί σταθερότητα στην επέκταση της οικονομίας, ισορροπία στις συναλλαγές, καθώς και συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού·
- μεριμνώντας να ενισχύσουν την ενότητα των οικονομιών τους και να προωθήσουν την αρμονική τους ανάπτυξη, μειώνοντας τις υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ των διαφόρων περιοχών και την καθυστέρηση των λιγότερο ευνοημένων·
- επιθυμώντας να συμβάλουν, ασκώντας κοινή εμπορική πολιτική, στην προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές·
- προτιθέμενοι να εδραιώσουν την αλληλεγγύη που συνδέει την Ευρώπη με τις υπερπόντιες χώρες, και επιθυμώντας να εξασφαλίσουν την αύξηση της ευημερίας τους, σύμφωνα με τις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών·
- αποφασισμένοι να εδραιώσουν, με τη συνένωση των οικονομικών τους δυνάμεων, τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ελευθερίας και καλώντας τους άλλους λαούς της Ευρώπης που συμμερίζονται τα ιδεώδη τους να συμμετάσχουν στην προσπάθειά τους».

Οι προθέσεις των κρατών μελών που υπέγραψαν τη συνθήκη μετουσιώθηκαν σε πράξη με τη δημιουργία της κοινής αγοράς και της τελωνειακής ένωσης, καθώς και με την ανάπτυξη κοινών πολιτικών.

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

Η συνθήκη ΕΟΚ προβλέπει τη δημιουργία κοινής αγοράς και τελωνειακής ένωσης, καθώς και την εφαρμογή κοινών πολιτικών. Τα άρθρα 2 και 3 της συνθήκης αφορούν τα τρία αυτά θέματα. Ορίζουν ότι πρωταρχική αποστολή της Κοινότητας είναι η δημιουργία κοινής αγοράς και εκθέτουν λεπτομερώς τις δράσεις που πρέπει να αναλάβει η τελευταία για να ανταποκριθεί στην αποστολή της.

Η δημιουργία κοινής αγοράς

Το άρθρο 2 της συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι: «Η Κοινότητα έχει ως αποστολή, με τη δημιουργία κοινής αγοράς και με τη προοδευτική σύγκλιση των πολιτικών των κρατών μελών, να προάγει την αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας, τη σταθερή και διαρκή ανάπτυξη, την αυξημένη σταθερότητα, την ταχεία άνοδο του βιοτικού επιπέδου και τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών της».

Η κοινή αγορά βασίζεται στις γνωστές «τέσσερις ελευθερίες»: ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών, των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων.
Η συνθήκη ΕΟΚ θεσπίζει ενιαίο οικονομικό χώρο, με τον οποίο εισάγεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Θέτει επίσης τις βάσεις της σύγκλισης των συνθηκών που διέπουν την εμπορία των προϊόντων και των υπηρεσιών εκτός αυτών που καλύπτονται ήδη από τις άλλες συνθήκες (ΕΚΑΧ και Ευρατόμ).

Στο άρθρο 8 της συνθήκης ΕΟΚ προβλέπεται ότι η υλοποίηση της κοινής αγοράς θα πραγματοποιηθεί προοδευτικά κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου δώδεκα ετών, η οποία χωρίζεται σε τρία στάδια, διάρκειας τεσσάρων ετών το κάθε ένα. Σε κάθε στάδιο αντιστοιχεί ένα σύνολο μέτρων που πρέπει να ληφθούν και να εκτελεστούν ταυτόχρονα. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στη συνθήκη, η λήξη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί το έσχατο χρονικό όριο για την έναρξη ισχύος του συνόλου των προβλεπομένων κανόνων που συνεπάγεται η θέσπιση της κοινής αγοράς.

Δεδομένου ότι η κοινή αγορά βασίζεται στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, η συνθήκη απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και τις κρατικές ενισχύσεις (εκτός των περιπτώσεων παρέκκλισης που προβλέπονται από τη συνθήκη) που είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.

Τέλος, οι υπερπόντιες χώρες και εδάφη συνδέονται με την κοινή αγορά όπως και με την τελωνειακή ένωση με στόχο την αύξηση των συναλλαγών και την από κοινού προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η θέσπιση τελωνειακής ένωσης

Η συνθήκη ΕΟΚ καταργεί τους τελωνειακούς δασμούς μεταξύ των κρατών, καθώς και τις ποσοστώσεις κατά τις εμπορικές συναλλαγές τους.
Επίσης, θεσπίζει κοινό εξωτερικό δασμολόγιο, ένα είδος εξωτερικών συνόρων έναντι των προϊόντων των τρίτων χωρών, το οποίο αντικαθιστά τους προηγούμενους δασμούς που εφάρμοζαν τα διάφορα κράτη. Η τελωνειακή ένωση συμπληρώνεται με κοινή εμπορική πολιτική. Αυτή η πολιτική, η οποία εφαρμόζεται σε κοινοτικό και όχι πλέον σε εθνικό επίπεδο, διαχωρίζει πλήρως την τελωνειακή ένωση από μια απλή ένωση ελεύθερων συναλλαγών.
Τα αποτελέσματα της προοδευτικής κατάργησης των τελωνειακών δασμών και της κατάργησης των ποσοτικών περιορισμών επί των συναλλαγών κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου ήταν ιδιαίτερα θετικά, δεδομένου ότι κατέστησαν δυνατή την ουσιαστική ανάπτυξη του ενδοκοινοτικού εμπορίου, καθώς και των συναλλαγών της ΕΟΚ με τρίτες χώρες.

Η χάραξη κοινών πολιτικών

Ορισμένες πολιτικές προβλέπονται ρητά στη συνθήκη, όπως η κοινή γεωργική πολιτική (άρθρα 38 έως 47), η κοινή εμπορική πολιτική (άρθρα 110 έως 116) και η πολιτική μεταφορών (άρθρα 74 έως 84).
Είναι, επίσης, δυνατή η χάραξη και άλλων πολιτικών, ανάλογα με τις ανάγκες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 235 το οποίο ορίζει ότι: «Αν ενέργεια της Κοινότητας θεωρείται αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της στο πλαίσιο της λειτουργίας της κοινής αγοράς και δεν προβλέπονται από την παρούσα συνθήκη οι προς το σκοπό αυτόν απαιτούμενες εξουσίες, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και ύστερα από διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομοφώνως τις κατάλληλες διατάξεις».
Μετά τη διάσκεψη κορυφής των Παρισίων, τον Οκτώβριο του 1972, η Κοινότητα, ενεργώντας βάσει αυτού του άρθρου, ανέπτυξε δράσεις στους τομείς της πολιτικής περιβάλλοντος, της περιφερειακής πολιτικής, της κοινωνικής πολιτικής και της βιομηχανικής πολιτικής.

Η ανάπτυξη αυτών των πολιτικών συνοδεύτηκε από τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, στόχος του οποίου είναι η βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης των εργαζομένων και η ανύψωση του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς και από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων η οποία έχει ως αποστολή να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της Κοινότητας με τη δημιουργία νέων πόρων.

ΔΟΜΗ

Η συνθήκη ΕΟΚ περιλαμβάνει 240 άρθρα και αποτελείται από το προοίμιο και έξι ξεχωριστά μέρη.

  • το πρώτο μέρος αφορά τις αρχές οι οποίες διέπουν τη λειτουργία της ΕΟΚ μέσω της κοινής αγοράς, της τελωνειακής ένωσης και των κοινών πολιτικών·
  • το δεύτερο μέρος αφορά τα θεμέλια της Κοινότητας. Περιλαμβάνει τέσσερις τίτλους που έχουν αντίστοιχα ως αντικείμενο την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, τη γεωργία, την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων και, τέλος, τις μεταφορές·
  • το τρίτο μέρος αναφέρεται στην πολιτική της Κοινότητας και περιλαμβάνει τέσσερις τίτλους σχετικούς με τους κοινούς κανόνες, την οικονομική πολιτική, την πολιτική ανταγωνισμού, την κοινωνική πολιτική και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων·
  • το τέταρτο μέρος αφορά τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών·
  • το πέμπτο μέρος είναι αφιερωμένο στα όργανα της Κοινότητας με έναν τίτλο για τις θεσμικές διατάξεις και έναν άλλο για τις δημοσιονομικές·
  • το τελευταίο μέρος της συνθήκης αφορά τις γενικές και τελικές διατάξεις.

Η συνθήκη αυτή περιλαμβάνει επίσης τέσσερα παραρτήματα σχετικά με ορισμένες δασμολογικές κλάσεις, γεωργικά προϊόντα, άδηλες συναλλαγές και υπερπόντιες χώρες και εδάφη.

Στην εν λόγω συνθήκη επισυνάπτονται δώδεκα πρωτόκολλα. Το πρώτο αφορά το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και τα υπόλοιπα διάφορα προβλήματα που αφορούν συγκεκριμένες χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες) ή ένα προϊόν, όπως τα ορυκτέλαια, τις μπανάνες και τον ακατέργαστο καφέ.

Τέλος, στην τελική πράξη επισυνάπτονται εννέα δηλώσεις.

ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Η συνθήκη ΕΟΚ θεσπίζει θεσμικά όργανα και μηχανισμούς λήψης αποφάσεων που καθιστούν δυνατή την έκφραση τόσο των εθνικών όσο και των κοινοτικών συμφερόντων. Η θεσμική ισορροπία στηρίζεται σε ένα «τρίγωνο» που αποτελείται από το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα οποία καλούνται να συνεργαστούν. Το Συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες, η Επιτροπή καταρτίζει προτάσεις και το Κοινοβούλιο έχει συμβουλευτικό ρόλο. Επίσης, στη διαδικασία λήψης αποφάσεων συμμετέχει η Ευρωπαϊκή Κοινωνική και Οικονομική Επιτροπή, έχοντας καθαρά συμβουλευτικό ρόλο.

Η Επιτροπή, συλλογικό σώμα ανεξάρτητο από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, οι οποίες την διορίζουν με κοινή συμφωνία, εκπροσωπεί το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον. Η Επιτροπή έχει αποκλειστικό δικαίωμα ανάληψης νομοθετικών πρωτοβουλιών και προτείνει κοινοτικές νομοθετικές πράξεις στο Συμβούλιο Υπουργών. Ως θεματοφύλακας των συνθηκών, φροντίζει για την εφαρμογή των συνθηκών και του παράγωγου δικαίου. Προς το σκοπό αυτό, διαθέτει ευρύ φάσμα μέσων για να ελέγχει τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις. Για την υλοποίηση των κοινών πολιτικών στο πλαίσιο της αποστολής της, η Επιτροπή διαθέτει εκτελεστική εξουσία.

Το Συμβούλιο Υπουργών, το οποίο απαρτίζεται από αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών, διαθέτει ουσιαστικές αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων. Επικουρείται από την Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων (COREPER) η οποία προετοιμάζει το έργο του και εκτελεί τις εντολές που της αναθέτει.

Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση διαθέτει αρχικά γνωμοδοτική μόνο εξουσία και τα μέλη της δεν εκλέγονται ακόμη με άμεση καθολική ψηφοφορία.
Η συνθήκη προβλέπει, επίσης, τη σύσταση του Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με τη σύμβαση περί ορισμένων κοινών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπεγράφη και τέθηκε σε εφαρμογή ταυτόχρονα με τις συνθήκες της Ρώμης, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση και το Δικαστήριο αποτελούν κοινά όργανα στο πλαίσιο των συνθηκών ΕΟΚ και Ευρατόμ.
Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης συγχώνευσης το 1967, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αποτελούν κοινά όργανα και για τις τρεις κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και Ευρατόμ) και επιβάλλεται η αρχή της δημοσιονομικής ενότητας.

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΗΛΘΑΝ ΣΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

Η παρούσα συνθήκη τροποποιήθηκε με τις ακόλουθες συνθήκες:

  • Συνθήκη των Βρυξελλών, γνωστή ως «συνθήκη συγχώνευσης» (1965)
    Η συνθήκη αυτή αντικαθιστά τα τρία Συμβούλια Υπουργών (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ και Ευρατόμ), αφενός, και τις δύο Επιτροπές (ΕΟΚ, Ευρατόμ) και την Ανώτατη Αρχή (ΕΚΑΧ), αφετέρου, με ενιαίο Συμβούλιο και ενιαία Επιτροπή. Στη διοικητική αυτή συγχώνευση προστίθεται ένας ενιαίος προϋπολογισμός λειτουργίας.
  • Συνθήκη που επιφέρει τροποποιήσεις σε ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις (1970)
    Η συνθήκη αυτή αντικαθιστά το σύστημα χρηματοδότησης των Κοινοτήτων από συνεισφορές των κρατών μελών με ένα σύστημα ιδίων πόρων. Θεσπίζει επίσης έναν ενιαίο προϋπολογισμό για τις Κοινότητες.
  • Συνθήκη που επιφέρει τροποποιήσεις σε ορισμένες δημοσιονομικές διατάξεις (1975)
    Η συνθήκη αυτή δίνει το δικαίωμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να απορρίπτει τον προϋπολογισμό και να χορηγεί απαλλαγή στην Επιτροπή για την εκτέλεσή του. Θεσπίζει Ενιαίο Ελεγκτικό συνέδριο για τις τρεις Κοινότητες, οργανισμό λογιστικού ελέγχου και δημοσιονομικής διαχείρισης.
  • Συνθήκη για τη Γροιλανδία (1984)
    Η συνθήκη αυτή θέτει τέλος στην εφαρμογή των συνθηκών στα εδάφη της Γροιλανδίας και θεσπίζει ειδικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Γροιλανδίας, με βάση το καθεστώς που εφαρμόζεται στα υπερπόντια εδάφη.
  • Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986)
    Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη συνιστά την πρώτη ουσιαστική μεταρρύθμιση των συνθηκών. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη διευρύνει τις περιπτώσεις ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο, ενισχύει τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (διαδικασία συνεργασίας) και διευρύνει τις κοινοτικές αρμοδιότητες. Θέτει, επίσης, το 1992 ως χρονικό όριο για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς.
  • Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστή ως «Συνθήκη Μάαστριχτ» (1992)
    Η συνθήκη του Μάαστριχτ συγκεντρώνει στο ίδιο κείμενο την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις τρεις Κοινότητες (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) και τις θεσμικές συνεργασίες στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, της πολιτικής άμυνας, της επιβολής του νόμου και της δικαιοσύνης. Μετονομάζει την ΕΟΚ σε ΕΚ. Επίσης, η συνθήκη αυτή θεσπίζει την οικονομική και νομισματική ένωση, καθιερώνει νέες κοινοτικές πολιτικές (εκπαίδευση, πολιτισμός) και διευρύνει τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (διαδικασία της συναπόφασης).
  • Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997)
    Η συνθήκη του Άμστερνταμ ενισχύει τις αρμοδιότητες της Ένωσης με τη θέσπιση κοινοτικής πολιτικής απασχόλησης, την κοινοτικοποίηση ορισμένων θεμάτων που υπάγονταν προηγουμένως στη διακυβερνητική συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και τω εσωτερικών υποθέσεων, τη θέσπιση μέτρων που στοχεύουν να φέρουν την Ένωση πιο κοντά στους πολίτες και τη δυνατότητα στενότερης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κρατών μελών (ενισχυμένη συνεργασία). Επίσης, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης, καθώς και της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία και προβλέπει την απλούστευση και μια νέα αρίθμηση των άρθρων των συνθηκών.
  • Συνθήκης της Νίκαιας (2001)
    Η συνθήκη της Νίκαιας αφορά ουσιαστικά τα «υπόλοιπα» του Άμστερνταμ, δηλαδή στα θεσμικά προβλήματα που σχετίζονται με τη διεύρυνση τα οποία δεν διευθετήθηκαν το 1997. Πρόκειται για τη σύνθεση της Επιτροπής, για τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο και για την επέκταση των περιπτώσεων λήψης απόφασης με ειδική πλειοψηφία. Η εν λόγω συνθήκη απλοποιεί επίσης τους κανόνες για την εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας και καθιστά αποτελεσματικότερο το δικαιοδοτικό σύστημα.
  • Συνθήκη της Λισσαβόνας (2007)
    Η συνθήκη της Λισσαβόνας προβαίνει σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις. Θέτει τέλος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καταργεί την παλαιά αρχιτεκτονική της ΕΕ και προβαίνει σε νέα κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών. Ο τρόπος λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και η διαδικασία λήψης αποφάσεων έχουν επίσης υποστεί τροποποιήσεις. Στόχος είναι να βελτιωθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε μία διευρυμένη Ένωση των 27 κρατών μελών. Επίσης, η συνθήκη της Λισσαβόνας μεταρρυθμίζει πολλές εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές της ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να νομοθετούν και να εγκρίνουν μέτρα σε νέους τομείς πολιτικών.

Η συνθήκη ΕΟΚ τροποποιήθηκε επίσης με τις ακόλουθες συνθήκες προσχώρησης:

  • Συνθήκη προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, της Δανίας και της Ιρλανδίας (1972), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών από έξι σε εννέα.
  • Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας (1979).
  • Συνθήκη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (1985), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από δέκα σε δώδεκα.
  • Συνθήκη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (1994), με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε δεκαπέντε.
  • Συνθήκη προσχώρησης της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Μάλτας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Σλοβακίας, της Σλοβενίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας (2003).
    Με τη συνθήκη αυτή τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένσης έγιναν είκοσι πέντε.
  • Συνθήκη ένταξης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (2005).
    Με τη συνθήκη αυτή τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνονται είκοσι επτά.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

ΣυνθήκεςΗμερομηνία υπογραφήςΈναρξη ισχύοςΕπίσημη Εφημερίδα
Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ)25.3.19571.1.1958Δεν έχει δημοσιευθεί
Συνθήκη Συγχώνευσης8.4.19651.7.1967ΕΕ 152 της 13.7.1967
Συνθήκη για την τροποποίηση ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων22.4.19701.1.1971ΕΕ L 2 της 2.1.1971
Συνθήκη για την τροποποίηση ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων22.7.19751.6.1977ΕΕ L 359 της 31.12.1977
Συνθήκη για τη Γροιλανδία13.3.19841.1.1985ΕΕ L 29 της 1.2.1985
Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη28.2.19861.7.1987

ΕΕ L 169 της 29.6.1987

Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (συνθήκη Μάαστριχτ)7.2.19921.11.1993

ΕΕ C 191 της 29.7.1992

Συνθήκη του Άμστερνταμ2.10.19971.5.1999

ΕΕ C 340 της 10.11.1997

Συνθήκη της Νίκαιας26.2.20011.2.2003ΕΕ C 80 της 10.3.2001
Συνθήκη της Λισσαβόνας13.12.20071.12.2009

ΕΕ C 306 της 17.12.2007

Συνθήκες ΠροσχώρησηςΗμερομηνία υπογραφήςΈναρξη ισχύοςΕπίσημη Εφημερίδα
Συνθήκη προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας22.1.19721.1.1973ΕΕ L 73 της 27.3.1972
Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας28.5.19791.1.1981ΕΕ L 291 της 19.11.1979
Συνθήκη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας12.6.19851.1.1986

ΕΕ L 302 της 15.11.1985

Συνθήκη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας24.6.19941.1.1995

ΕΕ C 241 της 29.8.1994

Συνθήκη προσχώρησης των δέκα νέων κρατών μελών16.4.20031.5.2004

ΕΕ L 236 της 23.9.2003

Συνθήκη ένταξης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας25.4.20051.1.2007

ΕΕ L 157 της 21.6.2005

Τα εν λόγω δελτία δεν δεσμεύουν νομικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δε καλύπτουν διεξοδικά το θέμα και δεν ερμηνεύουν το κείμενο της συνθήκης.

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 26.10.2010

βλέπε και

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου | Σχετικά με αυτόν το δικτυακό τόπο | Αναζήτηση | Επικοινωνία | Αρχή σελίδας